Του Ν. Τσαγκαράκη
Οι κινηματογραφικές αίθουσες στο Ηράκλειο έχουν μεγάλο παρελθόν. Θα έχουν όμως ανάλογο μέλλον;
Όπως είχαμε πει σε προηγουμένη στήλη, την περασμένη Δευτέρα δημοσιεύθηκε στην «Πατρίδα» ένα μικρό κείμενο σχετικά με τις κινηματογραφικές αίθουσες στο Ηράκλειο. Το κείμενο αφορούσε σε μια πολύ συγκεκριμένη περίοδο και φυσικά δεν εξαντλεί το θέμα των αιθουσών στην πόλη, πόσο μάλλον της πολύπλευρης κινηματογραφικής δραστηριότητας στη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Υπάρχουν ωστόσο κάποιες λεπτομέρειες οι οποίες νομίζω ότι πρέπει να διευκρινιστούν. Πρέπει καταρχάς να ειπωθεί ότι η έρευνα πάνω στο θέμα βρίσκεται ακόμη υπό εξέλιξη και σε καμία περίπτωση δεν έχει τελειώσει.
Για τους περισσότερους κινηματογράφους που έχουν εντοπιστεί ονομαστικά, τα στοιχεία εξακολουθούν να είναι ελλιπή και δυσεύρετα. Οι δυσκολίες αυξάνουν όταν πρόκειται για κινηματογράφους που λειτούργησαν για μικρό χρονικό διάστημα πριν από πάρα πολλά χρόνια, όπως το «Αλκαζάρ» ή το «Σπλέντιτ». Ακόμη κι όταν εντοπίζεται η λειτουργία τους, δεν είναι ξεκάθαρο πότε ακριβώς πραγματοποιούν κινηματογραφικές προβολές, μια και κατά βάση οι περισσότερες επιχειρήσεις ξεκινούσαν ως θέατρα, χειμερινά ή θερινά, που ενσωμάτωναν κατά καιρούς στο πρόγραμμά τους κινηματογραφικές προβολές.
Ιδιαίτερο προβληματισμό δημιουργεί η πρώτη καταχώρηση σε εφημερίδα για κινηματογραφική προβολή, που συναντάται το 1909, 14 χρόνια μετά απ’ αυτή των Λιμιέρ και 13 μετά την πρώτη ελληνική, στην Αθήνα. Η προβολή του ’09 παρατίθεται ως η πρώτη καταγεγραμμένη μέχρι στιγμής αλλά θα ήταν παράτολμο να εκληφθεί με σιγουριά ως η πρώτη που διεξήχθηκε στην ιστορία της πόλης. Μετά την προβολή της Αθήνας το 1896, ο κινηματογράφος εξαπλώθηκε γρήγορα στην ελληνική επαρχία και αγαπήθηκε πολύ από τους κατοίκους της. Η έλλειψη αιθουσών δε συνδέεται με την εξάπλωση του κινηματογράφου, καθώς αυτή έγινε κυρίως από πλανόδιους χειριστές φορητών μηχανών προβολής, που περιόδευαν στην επαρχία προβάλλοντας ταινίες μικρής διάρκειας. Τότε το σινεμά ήταν απλώς μια μορφή μαζικής, λαϊκής ψυχαγωγίας, κάτι σαν τον Καραγκιόζη και τους ταχυδακτυλουργούς. Οι πρώτοι κινηματογραφιστές που περιόδευσαν την Ελλάδα με τις μηχανές τους ήταν κατά πάσα πιθανότητα ξένοι, που έρχονταν να παρουσιάσουν τη νέα εφεύρεση στον κόσμο και να επωφεληθούν από την κατάπληξη που δημιουργούσε η πρωτόγνωρη αληθοφάνεια με την οποία αναπαριστούσε εικόνες του πραγματικού κόσμου.
Σύμφωνα με το Νίκο Θεοδοσίου, μέχρι το 1900 ο κινηματογράφος είχε ήδη περάσει από τη Σάμο, τη Θεσσαλονίκη και τη Σύρο, ενώ οι πρώτες προβολές στην ηπειρωτική Ελλάδα άρχισαν προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Μέσα σ’ αυτό το χρονικό φάσμα, το 1909 δε φαίνεται εντελώς απόμακρη χρονολογία, αλλά αφήνει ένα περιθώριο αμφιβολίας αφού θα ήταν λογικό για το μεγαλύτερο νησί της χώρας να προσελκύσει πλανοδίους κινηματογραφιστές πολύ πριν από άλλες περιοχές.
Μία ακόμη παρατήρηση που πρέπει να γίνει, είναι η έλλειψη φωτογραφικού υλικού. Πραγματικά εκπλήσσει η σπανιότητα και η ανυπαρξία τις περισσότερες φορές φωτογραφιών από παλιούς κινηματογράφους. Ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι οι θερινοί δε διακρίνονταν για την αρχιτεκτονική τους ιδιαιτερότητα, οπότε εύλογα δε θέλησε κάποιος να τους αποθανατίσει, οι δικαιολογίες στερεύουν όσον αφορά στις κλειστές αίθουσες. Φαίνεται αδιανόητο πώς κανείς από τους ιδιοκτήτες χειμερινών αιθουσών δε σκέφτηκε να αποτυπώσει την επιχείρησή του εστω και σε λίγες φωτογραφίες από μια συγκεκριμένη περίοδο της λειτουργίας της. Ο κινηματογράφος την εικοσαετία 1950- ’70 ήταν μια δραστηριότητα πολύ αγαπητή στον κόσμο. Οι θεατές σχημάτιζαν τεράστιες ουρές έξω απ’ τα σινεμά για να δουν τις καινούριες επιτυχίες της ελληνικής παραγωγής, που αποτελούσαν σημαντικό γεγονός για την ψυχαγωγία μιας ελληνικής οικογένειας. Είναι πολύ περίεργο λοιπόν το ότι φαίνεται να μην υπάρχει φωτογραφικό υλικό των κτιρίων και των θεατών.
Τι γίνεται όμως με το μέλλον των αιθουσών στο Ηράκλειο; Ο καθοριστικός παράγοντας είναι φυσικά η δημιουργία κέντρων ψυχαγωγίας, μέρος των οποίων θα είναι οι πολυ-κινηματογράφοι (multiplex). Προς το παρόν βρίσκονται σε εξέλιξη δύο τέτοιοι χώροι: ένας στην παραλιακή λεωφόρο που ετοιμάζει η εταιρεία Odeon και ένας στην Αμμουδάρα, ιδιοκτησία του κινηματογραφικού επιχειρηματία Στέλιου Τσαγκαράκη που διαθέτει ήδη δύο αίθουσες στην πόλη, το «Studio» και τον «Βιτσέντζο Κορνάρο». Η απόσταση και των δύο από το κέντρο της πόλης αντισταθμίζεται από τις πολλαπλές δραστηριότητες που θα παρέχουν αλλά και τις πολύ περισσότερες κινηματογραφικές επιλογές που θα προσφέρουν. Υπάρχουν όμως διάφορα ζητήματα που δε μπορούν να προκαθοριστούν. Ένα είναι το πώς θα επηρεαστεί η ποιότητα των προβαλλόμενων ταινιών. Ο μεγάλος αριθμός οθονών θα σημάνει ανάλογη ποικιλία ταινιών ή απλώς υπερ-κορεσμό από αμερικανικές παραγωγές; Οι παλιές αίθουσες στο κέντρο της πόλης θα επιβιώσουν; Αν ναι, με τι πρόγραμμα; Θα σωθούν από συμμαχίες («Αστόρια»-Odeon) ή θα ακολουθήσουν την εξέλιξη (Ορφανουδάκης- «Κρόνος»); Για απαντήσεις θα περιμένουμε ακόμη πολύ, αλλά στο μεταξύ θα σας ενημερώνουμε τακτικά για τα κινηματογραφικά σχέδια που αναπτύσσονται στην πόλη.

