Συνέντευξη στη Μαρία Δασκαλάκη*

Τι να πει κανείς μπροστά στην απλότητα της Μάνιας Παπαδημητρίου και γνωρίζοντας όλα όσα έχει κάνει στη μέχρι τώρα πορεία της; Από συμμετοχή στο "Βλέμμα του Οδυσσέα", του Θ. Αγγελόπουλου και συνεργασία με τον Κακογιάννη, μέχρι σκηνοθεσία έργων όπως το Μοιρολόι της Φώκιας, το ένα έργο από μια τριλογία του Α. Παπαδιαμάντη -τα οποία θα έρθουν και στην Κρήτη, στα Ανώγεια και τον Κερατόκαμπο- και μέχρι το βραβείο Πρώτου Γυναικείου Ρόλου στο 43ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης για τη συμμετοχή της στην ταινία "Θα το μετανιώσεις" της Κατερίνας Ευαγγελάτου, η οποία τιμήθηκε με άλλα 8 βραβεία. Αλλά έτσι είναι οι πραγματικοί "σταρ"-κι ας μου συγχωρέσει τη λέξη η Μάνια Παπαδημητρίου, ίσως να μην της αρέσει– όχι μέσα στη γκλαμουριά και στα φώτα της δημοσιότητας, αλλά πίσω από αυτά, παρέα με τη σεμνότητα του πραγματικού καλλιτέχνη.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πότε αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;

Αποφάσισα να γίνω ηθοποιός όταν ήμουνα μικρή. Αποφάσισα να το κάνω όμως μόλις τελείωσα το Λύκειο, δηλαδή κάποια στιγμή μέσα στη διαδικασία του σχολείου-στο Λύκειο-άρχισα να οργανώνω παραστάσεις. Απλά είχα βάλει στόχο αυτό, να ασχοληθώ με το θέατρο. Δεν ήξερα αν θα το κάνω ως ηθοποιός, ως σκηνοθέτης ή ως κάτι άλλο, πάντως ήξερα ότι μ’ ενδιέφερε να ασχοληθώ με αυτό.

Ξεκινήσατε από το Θέατρο Τέχνης. Ποια ήταν τα επόμενα βήματά σας;

Μετά το Θέατρο Τέχνης, δούλεψα στο παιδικό της Ξένιας Καλογεροπούλου, στο Λευτέρη Βογιατζή στη Σκηνή, δούλεψα ένα διάστημα στο Εθνικό Θέατρο, μετά στο Θεατρικό Οργανισμό επί Βασίλη Παπαβασιλείου για 3 χρόνια, όπου και είχα την ευκαιρία να παίξω τους πρώτους μου μεγάλους ρόλους. Έκανα την Ελίζα με την Ξένια Καλογεροπούλου, που ήταν σταθμός για μένα κι από τότε δουλεύω στο θέατρο Amore, στο Απλό θέατρο, στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, έχω συνεργαστεί με τον Κακογιάννη και γενικά συμμετέχω σε οποιουσδήποτε θεατρικούς οργανισμούς.

Έχετε ένα πολύ εντυπωσιακό βιογραφικό. Ρόλοι στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Σκηνοθετικές απόπειρες. Ενασχόληση με τη μουσική και το χορό. Εσείς ποια δουλειά θεωρείται σταθμό στη μέχρι τώρα πορεία σας;

Το Ζουβέ-Ελβίρα, τις Τρωάδες -που είχαμε φέρει και στην Κρήτη- όπως είπα και προηγουμένως την Ελίζα στο παιδικό της Ξένιας Καλογεροπούλου, τον Καλό Άνθρωπο του Σιτρουάν που κάναμε στην Πάτρα με τον κύριο Τουφεξή και τον Ορλάντο με τη Ρούλα Πατεράκη. Σταθμός από την άποψη ότι εμένα με εξέλιξαν τεχνικά αυτοί οι ρόλοι.

Σε μια παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε πει ότι "Στην υποκριτική εξαρτάσαι πιο πολύ από τους άλλους κι αυτό είναι πολύ επώδυνο ψυχικά κάποιες φορές, ενώ στη σκηνοθεσία είναι κανείς πιο αυτόνομος.". Πώς έγινε το πέρασμά σας από την ηθοποιία στη σκηνοθεσία;

Από μικρή δεν ήξερα τι από τα δύο θα έκανα, γιατί δεν ήξερα αν είχα ταλέντο ως ηθοποιός. Μετά, όταν μου δίνανε ρόλους στο θέατρο κι ανακάλυψα ότι μπορώ να λειτουργήσω ως ηθοποιός, άρχισε να με ενδιαφέρει η άλλη πλευρά της σκηνής, περισσότερο μέσα από τη διδασκαλία-διδάσκω σε μια δραματική σχολή- κι άρχισα να βλέπω ότι μπορώ να βοηθήσω κάποιον να ανακαλύψει μια διαδρομή που θα τον ελευθερώσει σε ένα ρόλο. Αυτό ήταν ευχάριστο για μένα κι αποφάσισα να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία, της οποίας ένα κομμάτι είναι κι αυτό, η διδασκαλία του ηθοποιού. Βέβαια, η σκηνοθεσία είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από αυτό και γι’ αυτό θα μπορούσα να πω ότι διερευνώ τα όριά της. Κοιτάζω, βλέπω, κάνω κάποιες διστακτικές, δειλές κινήσεις, να πειραματιστώ, να δω αν πραγματικά μπορώ να αντεπεξέλθω σ’ αυτή την δουλειά.

Κάνατε την εισαγωγή για την επόμενή μου ερώτηση. Η διασκευή σας και η σκηνοθεσία του θεατρικού "Ο άλλος θάνατος της Ιωάννας της Λορένης", χαρακτηρίστηκε "απροσδόκητη". Εξέπληξε ευχάριστα. Θα σας ρώταγα αν σας αρέσει να πειραματίζεστε με καινούρια πράγματα. Τα θεωρείτε πρόκληση;

Αυτό το κείμενο δεν το διάλεξα εγώ, ήταν μια παραγγελία από το θέατρο Μεταξουργείο. Εγώ το διασκεύασα γιατί θεώρησα διάβαζοντάς το ότι θα μπορούσα να το κάνω πιο γλαφυρό και πιο επίκαιρο για τη δική μας ιστορία, γιατί ήταν ένα κείμενο γραμμένο σε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική περίοδο για τη Βουλγαρία. Αφορούσε κυρίως στην περίοδο πριν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και άρα με κάποιο τρόπο φαινόταν παλιομοδίτικο και παράξενο για τα εδώ δεδομένα. Έτσι χρειάστηκε να γίνει η διασκευή ώστε να κρατήσουμε από το έργο τα στοιχεία που θα μπορούσαν να σχετίζονται και με μας, με μια κοινωνία που δεν πέρασε δηλαδή από τον υπαρκτό σοσιαλισμό, αλλά που λειτουργεί μέσα στα καπιταλιστικά δεδομένα. Χαίρομαι αν θεωρήθηκε απροσδόκητη κι αν άρεσε.

Γενικά, σας αρέσει να προκαλείτε;

Δεν ξέρω αν είναι πρόκληση αυτό που αισθάνομαι ότι μου αρέσει να κάνω. Δεν μου αρέσει γενικά να σοκάρω το κοινό, έτσι, μόνο για να σοκάρω. Αλλά μ’ αρέσει να παρουσιάζω από σκηνής, είτε παίζοντας είτε σκηνοθετώντας, πράγματα που δείχνουν στους ανθρώπους πόσο αδυσώπητη είναι η αλήθεια μερικών πραγμάτων και πόσο ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος απέναντι σε κάποια γεγονότα της ζωής. Αν αυτό θεωρείται πρόκληση, τότε ναι, μ’ αρέσει να προκαλώ.

"Θα το μετανιώσεις". 9 βραβεία στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μεταξύ των οποίων και του Πρώτου Γυναικείου Ρόλου. Πώς σας κάνουν να νιώθετε τα βραβεία;

Πάρα πολύ καλά. Χαίρομαι πολύ όταν μου δίνουν κάποιο βραβείο, γιατί είναι σαν η Πολιτεία να μου αναγνωρίζει κάτι. Συν τοις άλλοις, αυτό το βραβείο ήταν και οικονομικό, που είναι σημαντική βοήθεια για έναν καλλιτέχνη που κάνει κυρίως θέατρο, διότι τα οικονομικά δεδομένα μέσα στα οποία ζούμε εμείς δεν είναι πάρα πολύ υψηλά. Το να αναγνωρίζει η Πολιτεία ότι ένας καλλιτέχνης χρειάζεται την επιχορήγησή της αυτό είναι ευχάριστο και πάντα θα είναι ευχάριστο για όλους τους καλλιτέχνες.

Γιατί απέχετε από την τηλεόραση;

Γιατί δεν έχω καλή γνώμη. Αλλά απ’ ό,τι διαισθάνομαι, δε θα συνεχίσω να απέχω για πολύ, γιατί δυστυχώς είναι η μόνη πραγματικότητα κι αυτό το λέω συνειδητοποιώντας -όπως είπα και προηγουμένως- ότι υπάρχουν μερικά γεγονότα και αλήθειες στη ζωή, μπροστά στα οποία ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος.

Πώς θα σχολιάζατε τη μαζική παραγωγή "ηθοποιών" και "τραγουδιστών" μέσω εκπομπών της τηλεόρασης;

Εάν τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν ξεκάθαρα σε σχέση με το τι είναι θέατρο, τι είναι μιούζικαλ, τι είναι τραγωδία, τι είναι θέαμα γενικότερα, τότε δεν πιστεύω ότι αυτό θα ήταν κάτι κακό. Όμως εδώ στην Ελλάδα, τα πράγματα είναι πάρα πολύ μπερδεμένα κι όλοι θέλουν να τα κάνουν όλα. Αίφνης είδαμε και θα δούμε κι άλλα τέτοια φαινόμενα, διάσημους να εμφανίζονται σε χώρους που δεν τους είναι οικείοι, δηλαδή, άνθρωποι οι οποίοι γίνονται διάσημοι σε ένα τομέα, βλέπουμε να μεταπηδούν σε έναν άλλο και για παράδειγμα να κάνουν θέατρο, ενώ -υπό άλλες συνθήκες- ίσως ουδέποτε στη ζωή τους να μην είχαν σκεφτεί ότι μ’ αυτό το πράγμα μπορεί να έχουν σχέση. Μόνο και μόνο επειδή είναι διάσημοι και επειδή μπορούν να εξασφαλίσουν κάποια εισιτήρια εκ των προτέρων στο θέατρο. Επειδή αυτό συμβαίνει κι επειδή στην Ελλάδα δεν υπάρχει υψηλό κριτήριο σε σχέση με το τι είναι ποιότητα και τι όχι, γι’ αυτό το λόγο και μόνο, πιστεύω ότι είναι πολύ επικίνδυνο.

Πώς βλέπετε το γεγονός ότι κάποιος γίνεται διάσημος μέσα σε ένα βράδυ;

Είναι πάρα πολύ επικίνδυνο πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο. Γιατί όταν θα πάψει να είναι διάσημος -γιατί θα πάψει να είναι και μάλιστα πολύ σύντομα- θα αισθανθεί τρομακτικά άδειος. Όσο σύντομα κάποιος γίνεται διάσημος, τόσο σύντομα "ξεγίνεται". Βέβαια, υπάρχει περίπτωση να έχει γίνει στο μεταξύ πάμπλουτος, οπότε δε θα τον πειράξει το ίδιο. Το χειρότερο σε όλα αυτά κατά τη γνώμη μου, δεν είναι η συμμετοχή των ανθρώπων, αλλά ο μηχανισμός που κινεί αυτό το σύστημα. Δηλαδή, το πρόβλημά μου δεν είναι με όσους συμμετέχουν εκεί ή με όσους αύριο θα καβαλήσουν το καλάμι και θα νομίζουν ότι είναι κάποιοι που δεν είναι. Το πρόβλημά μου είναι με το μηχανισμό που παράγει, με το marketing δηλαδή αυτής της ιστορίας που ουσιαστικά θέλει να παράξει, να φτιάξει μια αγορά γι’ αυτό που θέλει να πουλήσει. Στην ουσία αυτοί προετοιμάζουν εμάς. Δεν προετοιμάζουν τα παιδιά να βγουν να παίξουνε, αλλά εμάς να τα δεχτούμε. Εμείς είμαστε τα πειραματόζωα, οι θεατές.

Ποια είναι η λύση, λοιπόν;

Να μη βλέπουμε τηλεόραση ή να έχουμε αντίσταση στα σκουπίδια που πουλάνε, να ξέρουμε τι βλέπουμε.

Ποια είναι η γνώμη σας για τα διεθνή; Την εισβολή του αμερικάνικου ονείρου στη ζωή μας; Τις συνέπειες της ένταξής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Το αμερικάνικο όνειρο εισέβαλε στη ζωή μας από τη χούντα και μετά. Εκεί ήταν η αρχή του και σήμερα απλώς συνεχίζεται. Η γνώμη μου είναι ότι η δικτατορία έπεσε, γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει στην Ελλάδα. Βρέθηκε λοιπόν τρόπος να ελεγχθεί αυτό το μέρος της Γης από την υπερατλαντική δύναμη, γιατί βεβαίως είναι ένα ισχυρό σημείο. Ελέγχθηκε. Λύθηκε και το θέμα της Κύπρου κι από κει και πέρα, η Ελλάδα έχει κάνει αυτό που λέμε "το πήδημα του βατράχου". Ενώ δηλαδή ανήκει στην Ευρώπη, ουσιαστικά κυνηγάει σαν ουραγός την Αμερική. Όλη η νοοτροπία στην Ελλάδα είναι εντελώς αμερικάνικη. Πώς να το κρίνω αυτό; Ισχύει. Το βλέπω ως μια πραγματικότητα, γι’ αυτό το λόγο πιστεύω είναι πολύ σημαντικό στην Ελλάδα οι άνθρωποι να είναι Ευρωπαϊστές γιατί στην Ευρώπη κρατάει ένα νήμα ιστορικό κι αισθητικό από τα πολύ παλιότερα χρόνια μέχρι τώρα. Η Ελλάδα ενώ ανήκει στην Ευρώπη, ενώ έχει πίσω της ένα πολύ ισχυρό πολιτιστικό παρελθόν, δυστυχώς στην ουσία δεν ανήκει. Είναι ένα κομμάτι γης μέσα στη θάλασσα, μέσα στο οποίο υπάρχει μια ασυνέχεια ιστορική και στην ουσία είναι ένα κράτος 150 ετών που η τύχη του μεταπολεμικά, ορίζεται κανονικά από την Αμερική. Τι να πω, ότι δε μου αρέσει; Είναι μια αλήθεια κι αυτό που εγώ κάνω απέναντι σε μια αλήθεια, είναι να τη δέχομαι και να προσπαθώ να πάρω το καλό της κομμάτι. Υπάρχουν στην αμερικανική κουλτούρα πολλοί και σοβαροί άνθρωποι που αντιστέκονται σ’ αυτό που λέμε σήμερα σκουπίδια, όπως ακριβώς και πολλοί Ασιάτες και πολλοί Ευρωπαίοι και πολλοί Αφρικανοί. Αισθάνομαι συνένοχος και συνοδοιπόρος με τους ανθρώπους που νιώθουν έτσι, όπου κι αν βρίσκονται, είτε είναι Ευρωπαίοι, είτε είναι Αφρικανοί, είτε είναι Ασιάτες.

Σήμερα, παρατηρείται μια έντονη τάση μαζικοποίησης, να γίνουμε όλοι όμοιοι, αλλά όχι ίσοι. Σας κοστίζει η έλλειψη της μοναδικότητας στην εποχή μας;

Ναι. Όλα αυτά που μου λέτε είναι προϊόντα ακριβώς της ίδιας λογικής που προανέφερα. Η παγκοσμιοποίηση τα φέρνει αυτά. Η μεγάλη αγορά του Χόλιγουντ είναι που κάνει όλες αυτές τις ιστορίες και των μεγάλων εταιρειών δίσκων, που εμποδίζει κάθε γηγενές στοιχείο να αναπτυχθεί. Μπορεί ένας άνθρωπος να είναι πολύ καλός και να έχει ταλέντα, αλλά μεγάλος συνθέτης δε θα γίνει ποτέ, διότι δεν ευνοείται από τις εταιρείες δίσκων, οι οποίες θέλουν να πουλάνε τα προϊόντα τους κι άρα πρέπει να έχουν μια αγορά για αυτά. Δε μπορεί μια εταιρεία δίσκων στην Αμερική να βγάζει σε 30 διαφορετικές γλώσσες. Πρέπει να πουλάει τα δικά της και για να πουλάνε τα δικά τους, πρέπει εμείς να μην έχουμε την επιθυμία για τα δικά μας και άρα πρέπει να "τρώμε" από το πρωί ως το βράδυ τα δικά τους τραγούδια με τους δικούς τους τρόπους, στη δικιά τους γλώσσα και να υπάρχει ένα πολύ πολύ μικρό κομμάτι ανάπτυξης του ντόπιου στοιχείου. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Είναι ένα πράγμα το οποίο φωνάζουν και κόπτονται και οι Γάλλοι και οι Γερμανοί, δηλαδή λαοί με πολύ μεγαλύτερη κουλτούρα από μας, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα και με τον ίδιο τρόπο οργίζονται, όπως κι εμείς.

Πείτε μου δυο λόγια για την παράσταση "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται". Πώς σας φαίνεται που ανεβάζεται στην πατρίδα του Νίκου Καζαντζάκη;

Είναι πολύ ευχάριστο το ότι ερχόμαστε εδώ, στην πατρίδα του Καζαντζάκη, για να παίξουμε αυτό το έργο. Εγώ προσωπικά έχω μια σχέση με αυτό το έργο μέσω της τηλεόρασης γιατί έπαιζε ο θείος μου ο Κώστας ο Γιαννατάς ένα ρόλο, το έβλεπα όταν ήμουνα μικρή κι είχα αγαπήσει πολύ το ρόλο που έπαιζε η Νίκη Τριανταφυλλίδη, γι’ αυτό όταν μου τον πρότειναν μου άρεσε πολύ η ιδέα. Βέβαια, είναι ένα πολύ δύσκολο κείμενο με πολύ δύσκολη τη μεταφορά του στο θέατρο. Δε ξέρω σε πιο βαθμό θα λειτουργήσει αυτό. Είναι σκηνές που τις διηγούμαστε και άλλες που τις παίζουμε. Αυτό είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, αλλά είναι μια πρόκληση να αναμετριέσαι με δύσκολα πράγματα.

Θα το παίξετε μόνο στο Ηράκλειο;

Όχι. Και μου αρέσει πολύ που θα παίξουμε και σε χωριά. Ήταν για μένα μια ενδιαφέρουσα πρόταση η περιοδεία με αυτό το έργο. Πιστεύω ότι είναι ένα λαϊκό έργο κι έτσι όπως είναι ανεβασμένο, απευθύνεται σε λαϊκό κοινό. Το έργο μιλάει πολύ με το συναίσθημα, αγγίζει το συναίσθημα και λιγότερο τη διάνοια και θα ήθελα να δω πώς θα το δεχτεί ο κόσμος όχι μόνο στις πόλεις. Είναι ενδιαφέρον για τον ηθοποιό να έρχεται σε επαφή με διαφορετικά κοινά.

Είμαι σίγουρη ότι ο κόσμος της Κρήτης θα το αγκαλιάσει.

Μακάρι.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια, τι θα κάνετε του χρόνου;

Του χρόνου θα είμαι στο Εθνικό, στη Νέα σκηνή, σε μια παράσταση που θα κάνει ο Νίκος Μαστοράκης, το Γάλα του Χατζημανουήλ, στο τέλος της σεζόν. Για την αρχή δεν ξέρω ακόμη, μπορεί να ξεκουραστώ ή μπορεί να επαναλάβουμε το Χαμόγελο της Γιαγιάς, μια παράσταση που έκανα το χειμώνα στο θέατρο Πορεία.

Και πήγε πολύ καλά απ’ ό,τι ξέρω.

Ναι, πήγε πολύ καλά, κι έχω προσπαθήσει μάλιστα πολλές φορές να φέρουμε στην Κρήτη αυτή την παράσταση, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει σταθεί εφικτό.

Ελπίζω στο μέλλον να τα καταφέρετε.

Μακάρι.

Ευχαριστώ πολύ και καλή επιτυχία να έχετε.

* Η Μαρία Δασκαλάκη είναι Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος [email protected]