Ξεχάστε τις μέρες του Τζόελ Σουμάχερ. Ο νέος Μπάτμαν μπορεί να μη θυμίζει σε τίποτα τον Μπάρτον, αλλά κανείς ποτέ δεν είπε ότι ήταν προϋπόθεση για επιτυχία.





ΒΑΤΜΑΝ ΒΕGINS



Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν

Πρωταγωνιστούν: Κρίστιαν Μπέηλ, Μόργκαν Φρήμαν, Μάικλ Κέην, Λίαμ Νήσον, Γκάρι Όλντμαν, Σίλιαν Μέρφι, Κέητι Χολμς, Τομ Γουίλκινσον, Κεν Γουατανάμπι

Η ταινία ξεκινάει με τον Μπρους Γουέην σε μια φυλακή της Άπω Ανατολής. Μετά από την παρέμβαση και παροτρυνση του μυστηριώδους Ντουκάρντ, απελευθερώνεται και αναζητά το κρυσφήγετό του σε δύσβατες, χιονισμένες βουνοκορφές. Εκεί ο Ντουκάρντ εκπαιδεύει τον Μπρους για να γίνει μέλος μιας φανατικής σέκτας, που πιστεύει ότι η κοινωνική αδικία θεραπεύεται μονο με ανταπόδοση της βίας. Μετά την εκπαίδευσή του, ο Μπρους αρνειται να υπηρετήσει τους σκοπούς της ομάδας, και επιστρέφει στη Γκόθαμ. Εκεί τον περιμένει ο πιστός μπάτλερ της οικογένειας, Άλφρεντ, το σπίτι κι η αμύθητη περιουσία που κληρονόμησε όταν ήταν παιδί, μετά το θάνατο των γονιών του. Έχοντας συμφιλιωθεί με το παρελθόν, αποφασίζει ότι ουσιαστικότερος λόγος ύπαρξης γι’ αυτόν είναι πλέον να επιστρατεύσει όλες τις δυνάμεις του για να υπερασπιστεί τους αδύνατους, κι ότι ο καλύτερος τρόπος για να το καταφέρει είναι να αποκτήσει την ταυτότητα του Μπάτμαν.

Ολ’ αυτά τα χρόνια, οι ταινίες του Μπάρτον είχαν ριζωθεί στη συνείδηση μας ως η καλύτερη δυνατή προσέγγιση σ’ έναν από τους πιο αγαπημένους υπερ-ήρωες. Αυτή η πεποίθηση δεν πηγάζει μονο από το γεγονός ότι οι ίδιες οι ταινίες προσέφεραν μια πολύ ενδιαφέρουσα και ώριμη οπτική, αλλά κι από τη σύγκριση τους με τις υπόλοιπες εμφανίσεις του ήρωα -στην τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του ’60 και στις ταινίες του Σουμάχερ- που ήταν από αφελείς ως κακότεχνες. Λόγω των αποκρουστικών επιλογών του, ο Σουμάχερ κατάφερε να τυποποιήσει τη σειρά οπτικά και αφηγηματικά, αναιρώντας της κάθε σοβαρότητα και μετατρέποντάς την αποκλειστικά σε διαφημιστικό παιχνιδιών.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της νέας ταινίας λοιπόν είναι ότι δίνει μια πολύ διαφορετική και πολύ εντυπωσιακή οπτική στον ήρωα και το περιβάλλον του. Γενικά μιλώντας, αν ο Μπάρτον μας έδωσε τον ‘εξπρεσιονιστικό’ Μπάτμαν, ο Νόλαν μας δίνει τον ‘ρεαλιστικό’ και μάλιστα πολύ ικανοποιητικά. Ενώ ο πρώτος μετέφερε την οπτική του κόμικ στην οθόνη, βασιζόμενος στην εικαστικότητα των ταινιών του, ο δεύτερος κατορθώνει να τοποθετήσει τον Μπάτμαν στον πραγματικό κόσμο και να τον κανει πολύ πιο αληθοφανή.

Πρώτ’ απ’ όλα, το αστικό περιβάλλον δεν είναι ένα αναχρονιστικό μίγμα τάσεων, αλλά πρόκειται για το σύγχρονο Σικάγο, με τις απαραίτητες ψηφιακές προσθήκες βεβαία. Το σκοτάδι δεν χρησιμοποιείται με το μανιώδη τρόπο που το χειριζόταν ο Μπάρτον, καθώς η ερμηνεία του Μπέηλ είναι αρκετή για να μεταφέρει την οργή και την αφοσίωση του Μπρους στο σκοπό του. Ο Μπάτμαν του Μπάρτον έμοιαζε σα να είχε μονίμως άλυτα προβλήματα που τον βασάνιζαν. Ο Μπάτμαν του Νόλαν έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του το σκοπό της ύπαρξής του ως εκδικητής.

Αυτό άλλωστε είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμα της νέας ταινίας. Όσο όμορφες και μελαγχολικές ήταν οι ταινίες του Μπάρτον, δεν έπαυαν να είναι αυτό στο οποίο ο σκηνοθέτης διαπρέπει: παραμύθια. Ο Νόλαν όμως, μέσα από το σενάριο του Ντέηβιντ Γκόιερ, μας παρουσιάζει έναν Μπάτμαν, τον οποίο κατανοούμε απολύτως και με τον οποίο είναι πολύ πιο εύκολο να ταυτιστεί κανείς. Η πρόσβαση στον κόσμο του είναι πιο εύκολη, συνεπώς πιο απολαυστική, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι γίνεται ο παραμικρός συμβιβασμός στη μεγαλειώδη εικόνα του ηρώα. Έχοντας μια σφιχτή πλοκή και πολύ καλοδουλεμένους χαρακτήρες, ο Νόλαν κερδίζει την εμπιστοσύνη μας με επιβλητικά πλάνα όπως αυτό της πρώτης του κατάβασης στη σπηλιά, όπου περιτριγυρίζεται από εκατοντάδες νυχτερίδων, ή το νυχτερινό οπού στέφεται όρθιος στη γωνιά ενός από τους ψηλότερους ουρανοξύστες στην πόλη.

Οι νυχτερίδες προκαλούσαν φόβο στον Μπρους από όταν ήταν παιδί κι έπεφτε στη σπηλιά που βρισκόταν στον τεράστιο κήπο του σπιτιού τους- την οποία είδαμε και σε μια από τις ταινίες του Σουμάχερ, αλλά φυσικά έμεινε αναξιοποίητη. Το σενάριο συνδυάζει έξυπνα το θάνατο των γονιών του με το φόβο του για τις νυχτερίδες, ώστε όταν τελικά αυτός συμβαίνει, η νυχτερίδα, εκτός από το φόβο, φορτίζεται επιπλέον με το συμβολισμό της ενοχής. Όταν ο Μπρους έχει πλέον ξεπεράσει την ενοχή και το φόβο του για το παρελθόν, μένει να εξηγηθεί το ωθημένο που τον οδηγεί στην ανιδιοτελή υπεράσπιση της αδικίας, αντί να απολαμβάνει τη ζωη του ως δισεκατομμυριούχος πλέιμποϊ. Η εξήγηση δίνεται από την αγάπη για τους γονείς του, τον ιδεαλιστικό χαρακτήρα τους και το ότι ποτέ δεν κατάφερε να ανταποδώσει το φόνο, παρότι αποπειράθηκε. Εδώ ξανά το σενάριο παρέχει μια πειστική διέξοδο στον ήρωα, δίνοντάς του την ευκαιρία να εξυγιάνει τα κίνητρά του, όταν τελικά θα πάρει την απόφαση να εκδικείται εφ’ όρου ζώνης. Η ανάληψη της ταυτότητας νυχτερίδας βρίσκει έτσι τον καταλληλότερο συμβολισμό, αυτόν της εξωτερίκευσης του φόβου και της μεταχείρισής του με σκοπό την τρομοκρατία των κακοποιών. Ο Μπάτμαν πλέον δεν είναι απλώς ένας μισό-τρελος που αποφάσισε να εκδικηθεί, αλλά ένας άνθρωπος που έχει συμφιλιωθεί με τους φόβους του και τους έχει ενεργοποιήσει για να δικαιώσει τους ανθρώπους που αγαπούσε περισσότερο και τους έχασε τόσο άδικα.

Το καστ είναι απερίγραπτο. Ο Νόλαν σωστά επέλεξε ηθοποιούς που δεν είναι μόνο γνωστά ονόματα, αλλά είναι τέτοια εξαιτίας των υποκριτικών ικανοτήτων τους. Ο Μπέηλ επιφέρει αξιοθαύμαστη ισορροπία στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, συνδυάζοντας τις πολλές διαφορετικές πλευρές του. Τα γκάτζετ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μύθου κι η ταινία μάς ανταμείβει γενναιόδωρα για την υπομονή μας. Και πάλι, η προέλευση του εξοπλισμού του Μπάτμαν εξηγείται πλήρως και πολύ εντυπωσιακά.

Το γύρισμα είναι το πιο θεαματικό στοιχείο της ταινίας. Ο Νόλαν έχει πλήρη συνείδηση του μύθου και φροντίζει να του αποδώσει όλη την κινηματογραφική μεγαλοπρέπεια που του αρμόζει. Πολλά μακρινά κι εναέρια πλάνα, με κτίρια και όγκους που γίνονται ακόμη πιο θεαματικοί από τη φωτογραφικότητά τους, αντίθετα με τα ψηφιακά περιβάλλοντα που έχουν κατακλύσει τα σύγχρονα blockbuster.

Μοναδικό μειονέκτημα η μουσική, όχι επειδή δε λειτουργεί σωστά, αλλά επειδή ένας ήρωας τέτοιου μεγέθους χρειάζεται δικό του θέμα. Κατά τ’ άλλα, η ταινία έχει τον γνωστό ενθουσιασμό και την ορμητικότητα του Ζίμερ που μαζί με τον Νιούτον-Χάουαρντ έχουν φροντίσει τη μουσική κι ελπίζουμε σ’ ένα θέμα από το δεύτερο φιλμ, για το οποίο προετοιμαζόμαστε με το τέλος του BEGINS.