Του Ν. Τσαγκαράκη
Για τη διαφορετικότητα μιλάμε, η οποία σε όλη την ανθρώπινη ιστορία υποχωρούσε κάτω από την φανατισμένη πίεση των εξομοιωτικών ιδεολογιών. Ορίστε δύο ταινίες για το πώς μπορούμε να γίνουμε περισσότερο άνθρωποι.

KINSEY

Σκην.: Μπιλ Κόντον
Πρωτ.: Λίαμ Νίσον, Λόρα Λίνι, Κρις Ο Ντόνελ, Τίμοθυ Χάτον, Όλιβερ Πλατ, Τζον Λίθγκοου
Ο Άλφρεντ Κίνζι ήταν ένας καθηγητής βιολογίας στο πανεπιστήμιο της Ιντιάνα. Ωθούμενος από τη δική του καθυστερημένη και άσχημη πρώτη σεξουαλική εμπειρία, όταν είχε ήδη παντρευτεί, αποφάσισε να παραδώσει μαθήματα σεξουαλικής συμπεριφοράς σε νεαρά ζευγάρια μεταξύ των φοιτητών του. Επρόκειτο για έναν ως τότε ανεξερεύνητο τομέα, στον οποίο κανείς επιστήμονας που σεβόταν τον εαυτό του δεν τολμούσε να υπεισέλθει εξαιτίας των τρομακτικών (σε σκεπτικό και πιθανές αντιδράσεις) προκαταλήψεων που είχαν επιβάλει τα θρησκευτικά δόγματα κι οι κοινωνικές συμβάσεις.
Ο Κίνζι ήταν ο πρώτος που αποφάσισε να μελετήσει τη σεξουαλική συμπεριφορά από αμιγώς οργανική, βιολογική πλευρά. Κατάρτισε ερωτηματολόγια, στα οποία καταγράφηκαν οι σεξουαλικές συνήθειες χιλιάδων ανθρώπων μετά από συνεντεύξεις μαζί τους. Τα συμπεράσματα που συνέταξε η ερευνητική ομάδα του Κίνζι ανέτρεπαν κάθε προηγούμενη κατεστημένη αντίληψη για το σεξ. Τα ευρήματα για τους άντρες αποτέλεσαν την πρώτη έκδοση της έρευνας, που κυκλοφόρησε το 1948 με τίτλο 'Σεξουαλική Συμπεριφορά του Ανθρώπινου Αρσενικού', ενώ ο 'θηλυκός' τόμος ήρθε το 1953.
Τα βιβλία έγιναν μπεστ-σέλερ, αλλά οι συντηρητικές οργανώσεις έφτασαν να κατηγορήσουν τον Κίνζι για κομμουνιστική προπαγάνδα, προσπαθώντας να σαμποτάρουν τη δουλειά του. Εξαιτίας της κακής δημοσιότητας, η ομάδα του Κίνζι αντιμετώπισε προβλήματα με τη χρηματοδότησή της, ενώ ο Κίνζι πέθανε το 1956 χωρίς να έχει ολοκληρώσει τις έρευνές του, που όμως συνεχίζονται μέχρι σήμερα από το Ινστιτούτο Κίνζι στην Ιντιάνα.
Μην περιμένετε να δείτε τίποτα ριζοσπαστικό, τουλάχιστον όχι όσοι είστε κάτω των τριάντα. Αυτό δε σημαίνει ότι το φιλμ δε μιλάει ανοιχτά, απλώς ότι το κάνει μέσα στον Χολιγουντιανό κώδικα κινηματογραφικής 'ευπρέπειας'. Εξάλλου αν βασιζόμασταν στο Χόλιγουντ για ταινίες που απενοχοποιούν τη σεξουαλικότητα…
Το φιλμ παρολαυτά κανει ό,τι μπορούσε να γίνει σε μια ταινία βιομηχανίας. Λέει αυτά που θέλει, χωρίς ακρότητες και χωρίς υστερία. Διαθέτει γνωστούς και καλούς ηθοποιούς, όπως ο Νίσον, η Λίνι κι ο Λίθγκοου, ενώ η σκηνοθεσία του είναι όσο τακτοποιημένη και καθαρή χρειάζεται ένα διδακτικό ελαφρύ δράμα, με το ανάλογο ρομαντικό μουσικό θέμα.
Μπορεί για όσους βλέπουν 'διαφορετικό' κινηματογράφο να μοιάζει συντηρητικό, αλλά πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται η αξία του. Κι αυτό γιατί η πλειοψηφία του κοινού εξακολουθεί να είναι ευαίσθητη σ' αυτά τα θέματα, χωρίς να είναι αναγκαστικά αρνητικά προκατειλημμένη. Νομίζω λοιπόν ότι ένα τέτοιο φιλμ μπορεί να λειτουργήσει ως δούρειος ίππος στις πεποιθησεις του μεγαλύτερου κοινού, χωρίς να το φοβίσει και να το κανει ν' αποστρέψει το βλέμμα. Πολλές φορές σημασία δεν έχει μόνο τι λες, αλλά και με ποιο τρόπο. Είναι καλό λοιπόν, που η ταινία χρησιμοποιεί την ηπιότητα και την ευαισθησία για να δείξει κοινές αλήθειες που επιμένουμε να μην παραδεχόμαστε.
Η στάση που υιοθετεί ο ερευνητής όμως δεν 'αγιοποιείται', χωρίς από την άλλη να λαμβάνει 'ηθική' ή 'πνευματική' τιμωρία όπως θα ήθελαν οι 'πατέρες' της Εκκλησίας. Το πραγματικό αντίτιμο της ελεύθερης σεξουαλικής συμπεριφοράς (το AIDS ήταν άγνωστο το '50), είναι όταν αυτή γίνεται επιπόλαιη και εξαιτίας της πληγώνονται άνθρωποι. Η έλλειψη συναισθηματισμού είναι η μόνη κατηγορία που προσάπτεται στον Κίνζι, αλλά φροντίζεται να καταδειχθεί ότι απλώς διαφέρει η οπτική του, κι όχι ότι δεν πιστεύει στην αγάπη. Κάθε άλλο μάλιστα, αφού μένει μέχρι το τέλος με τη γυναίκα του.
Στην καρδιά της ταινίας βρίσκονται δύο αντιφατικές (;) πλευρές του ανθρώπου, η ποικιλόμορφη σεξουαλικότητα κι η ανάγκη για συντροφικότητα. Αυτά τα δύο συγκρούονται περισσότερες φορές απ' ό,τι νομίζουμε, κι εμείς αντί να το παραδεχτούμε και να κάνουμε κάτι γι' αυτό, κρυβόμαστε πίσω από ρομαντικούς μύθους και ξεδιάντροπα στερεότυπα.

Ο ΑΛΛΟΣ

Σκην.: Λουκία Ρικάκη
Πρωτ.: Γιάννης Φραγκιαδάκης, οι κάτοικοι και τα παιδιά του χωριού Πατσίδερος, στο Δήμο Αρκαλοχωρίου
Στον αντίποδα του ΔΡΟΜΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΥΣΗ, η καινούρια ταινία της Ρικάκη απεικονίζει τη ζωή των μεταναστών με την τρυφερή οπτική μιας ιδιόμορφης κατάστασης. Εκεί που ο Κατζουράκης μας φέρνει αντιμέτωπους με την απάνθρωπη, ασφυκτικά αστική πλευρά της μετανάστευσης, η Ρικάκη χρησιμοποιεί ένα πραγματικό γεγονός που άνετα θα μπορούσε να είναι σεναριακή ιδέα ταινίας μυθοπλασίας.
Στον Πατσίδερο, ένα μικρό χωριό στο Αρκαλοχώρι, το μοναδικό σχολείο που λειτουργεί είναι το Δημοτικό, όπου έχουν απομείνει 6 μαθητές, απ' τους οποίους μόνο ένας είναι Έλληνας. Η σκηνοθέτρια διάβασε σε μια εφημερίδα για την ιδιαιτερότητα του σχολείου κι έκρινε -σωστά- ότι θ' αποτελούσε πολύ καλό υλικό για να αναδείξει πλευρές από τη ζωή, όχι μόνο των ενήλικων μεταναστών, αλλά και των παιδιών τους.
Στο έργο της, η Ρικάκη είχε πολύτιμο συνεργάτη το δάσκαλο του χωριού, Γιάννη Φραγκιαδάκη, ο οποίος είναι η κύρια ενήλικη φιγούρα που διατρέχει το φιλμ. Δεν υπάρχει θεματικός άξονας γύρω απ' τον οποίο εκτυλίσσεται η αφήγηση, αλλά ακολουθείται επεισοδιακή πλοκή, που αποτελείται από συνεντεύξεις και περιστατικά από τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.
Το αποτέλεσμα δεν είναι καθόλου σκληρό, μονο νοσταλγικό κι ίσως μελαγχολικό κάποιες φορές, εντελώς δικαιολογημένα όταν μιλάς με ανθρώπους που έχουν εγκαταλείψει την πατρίδα τους και προσπαθούν να προσαρμοστούν σ' ένα περιβάλλον που δύσκολα δέχεται νέα μέλη, όπως οι επαρχιακές αγροτικές κοινότητες.
Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Από τη μία, οι γονείς δουλεύουν σκληρά και οι οικογένειες στεγάζονται σε σπίτια που κανονικά θα παρέμεναν ακατοίκητα. Όμως τα παιδιά φαίνονται να είναι η ελπίδα τους. Το γεγονός ότι παίρνουν τη βασική μόρφωση κι ο ενθουσιασμός τους γι' αυτή αποτελούν επιβράβευση για τους γονείς τους. Ένας μάλιστα απ' αυτούς λέει ότι θέλει να δει το γιο του να γίνεται ικανό μέλος της κοινωνίας, ώστε όλοι να παραδέχονται την αξία του παρά το γεγονός ότι είναι μετανάστης. Το τέλος είναι αμφίθυμο, αφού τα παιδιά με το δάσκαλο τους απομακρύνονται απ' το πλάνο κάτω από το τραγούδι της ταινίας, ενώ ένας τίτλος μας εξηγεί ότι το σχολείο ενδεχομένως να κλείσει -πράγμα που τελικά συνέβη- αλλά ακολουθεί ο χαρταετός που συνδέεται πάντα με την παιδικότητα και την ελπίδα.
Το ουσιαστικότερο στοιχείο της ταινίας νομίζω πως ήταν το ότι δείχνει πως η μόρφωση δεν έχει εθνικότητα, όπως κι η ανάγκη των παιδιών για χαρά, παιχνίδι και φιλία. Ο δάσκαλος το έχει αντιληφθεί πλήρως κι έτσι δε χρωματίζει τη διδασκαλία του μόνο με γαλανόλευκα χρώματα. Σέβεται την καταγωγή των παιδιών και φροντίζει να τους μιλήσει για την πατρίδα τους και τους δικούς τους εθνικούς ήρωες, σα να βρίσκονταν στην Αλβανία. Οι δύο ταυτότητες δεν είναι ασύμβατες, ακριβώς επειδή δεν είναι φυσικές, αλλά αντικείμενο παιδείας και θέλησης για συγκερασμό των καλυτέρων στοιχείων τους.