
Μαζί με τη θεσμοθέτηση συστήματος διασφάλισης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης μέσα από διαδικασίες εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης, ενσωματώνονται δύο ακόμα οδηγίες που εκπορεύονται από τη διαδικασία της Μπολώνιας: Το Σύστημα Μεταφοράς και Συσσώρευσης Πιστωτικών Μονάδων που διαλύει τα συμπαγή προγράμματα σπουδών και το Παράρτημα Διπλώματος που "παρέχει πληροφορίες για τη φύση, το επίπεδο, το γενικότερο πλαίσιο εκπαίδευσης, το περιεχόμενο και το καθεστώς σπουδών" κάθε αποφοίτου.
Η Κυβέρνηση δείχνει να υιοθετεί μια ήπια μορφή αξιολόγησης καθώς π.χ. δεν προβλέπονται μηχανισμοί επιβολής των υποδείξεων των εξωτερικών αξιολογητών στα πανεπιστήμια, ούτε προκύπτει σύνδεση της χρηματοδότησης με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Ωστόσο, το ΥΠΕΠΘ έχει εξασφαλίσει ότι όλα τα παραπάνω επίμαχα θέματα που δεν αγγίζει το νομοσχέδιο, έρχονται διά της σύστασης του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (COM 2004 642/12.10.2004) για την ευρωπαϊκή συνεργασία στη διασφάλιση της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση, σύμφωνα με την οποία: «όλα τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης πρέπει να αποδεχθούν τις αξιολογήσεις που γίνονται από όλα τα πρακτορεία διασφάλισης ποιότητας και πιστοποίησης που αναγράφονται στο Ευρωπαϊκό Μητρώο Πρακτορείων Διασφάλισης Ποιότητας και Πιστοποίησης ως βάση για τις αποφάσεις στην αδειοδότηση χορήγησης διπλωμάτων ή χρηματοδότηση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων και των θεμάτων όπως επιλεξιμότητα για φοιτητικά δάνεια και υποτροφίες»!
Η αξιολόγηση του ΥΠΕΠΘ είναι σιαμαίο αδερφάκι με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα δίδακτρα στα δημόσια, και τη διαβαθμισμένη εκπαίδευση. Κριτήριο της ποιότητας των Πανεπιστημίων και των Πανεπιστημιακών σπουδών παύει να αποτελεί το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών, η υποδομή και η όλη επιστημονική δραστηριότητά τους και γίνεται η ανταπόκρισή τους στις ανάγκες της «αγοράς», στη βάση των υποδείξεων των εργοδοτών. Η αξιολόγηση προάγει το Μακαρθισμό με τα ρούχα της αγοράς. Εκτός από το γεγονός ότι ένας ολόκληρος πλούτος της ανθρώπινης σκέψης απωθείται στον καιάδα, αφού χαρακτηριστεί «μη επιχειρηματοποιήσιμη», η αυτολογοκρισία του ερευνητή επιβάλλεται σιγά-σιγά σαν ανάγκη επιβίωσής του. Αυτό αποτελεί σοβαρό πλήγμα σ' αυτό που ιστορικά επικράτησε σαν ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα.
Μοχλός αναμόρφωσης των Πανεπιστημίων
Να το πούμε καθαρά: Το βασικό εργαλείο για την αναμόρφωση των ΑΕΙ-ΤΕΙ στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης», είναι η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με τη χρηματοδότηση. Κριτήριο της ποιότητας των Πανεπιστημίων και των Πανεπιστημιακών σπουδών παύει να αποτελεί το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών, η υποδομή και η όλη επιστημονική δραστηριότητά τους και γίνεται η ανταπόκρισή τους στις ανάγκες της «αγοράς», στη βάση των υποδείξεων των εργοδοτών. Ανταπόκριση που επιχειρείται να ταυτιστεί μάλιστα με τις ανάγκες των φοιτητών - πελατών, με το απατηλό επιχείρημα ότι θα τους εξασφαλίσει άμεσα δουλειά. Είναι και εδώ χαρακτηριστική η επισήμανση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ) η οποία αφού εκφράζει την άποψη ότι «πρέπει να ληφθούν μέτρα και για την ανάπτυξη ενός συστήματος εξωτερικής αξιολόγησης (ελέγχου) στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» τονίζει ότι «η Ο.Κ.Ε. αναγνωρίζει την αναγκαιότητα συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στις ομάδες των εμπειρογνωμόνων, που θα συμμετάσχουν στην οργάνωση του συστήματος εξωτερικής αξιολόγησης. Η εμπειρία τους, από μεθοδολογική σκοπιά, είναι πολύ χρήσιμη. Οι επιχειρήσεις, ειδικότερα, διαθέτουν μεγάλη πείρα στην εφαρμογή μεθόδων αξιολόγησης και διασφάλισης της ποιότητας. Πράγματι, οι δύο αυτές έννοιες έχουν προκύψει από την επιχειρηματική δραστηριότητα, που συνεχώς ασχολείται με το πρόβλημα της βελτίωσης της ποιότητας και της προσοχής στον πελάτη».
Αποκαλυπτικός ως προς αυτό ήταν και ο Guy Haug, ο διευθύνων σύμβουλος της Ένωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και αρχιτέκτονας της Διακήρυξης της Μπολόνια, ο οποίος δήλωσε ότι: «η ποιότητα σχετίζεται με την ανταπόκριση που έχουν οι σπουδές στον πραγματικό κόσμο και το ποσοστό των φοιτητών που καταφέρνουν να μορφωθούν, έτσι ώστε να υπάρχει ανταπόκριση στην αγορά εργασίας. Τελικά, η ποιότητα πρέπει να αποτιμάται με αυτό που οι φοιτητές χρειάζονται και επιθυμούν, και όχι με γνώμονα κάποια αφηρημένη έννοια ακαδημαϊκής γνώσης».
Στόχοι και κατευθύνσεις
Η Κυβέρνηση έχει μια κεντρική κατεύθυνση για τον εαυτό της και μια πολύ συγκεκριμένη οδηγία για τα Πανεπιστήμια. Η κατεύθυνση συνδέεται με την μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων. Η «Οδηγία» προς τους Πανεπιστημιακούς συνοψίζεται στο εξής : «βγάλτε το ψωμί σας μόνοι σας». Τι σημαίνει αυτό; Σπρώχνει τα Πανεπιστήμια να βρουν τρόπους να πουλήσουν τα προϊόντα τους στην αγορά, να συνδέσουν την έρευνά τους αποκλειστικά με τα στενά συμφέροντα των επιχειρήσεων για να τους την πουλάνε, να αλλάξουν τα προγράμματα σπουδών τους έτσι ώστε να ταυτίζονται άμεσα με τις ανάγκες της αγοράς (το τμήμα αρχαιολογίας ή ιστορίας να γίνει τμήμα ξεναγών για την τουριστική βιομηχανία κλπ), να διαγράψουν όσους φοιτητές δεν είναι ανταγωνιστικοί , καθυστερούν τις σπουδές τους κλπ ή να τους μετατρέψουν σε πελάτες επιβάλλοντας σιγά σιγά δίδακτρα.
Στη στόχευση αυτή η αξιολόγηση έρχεται να παίξει πολύ ουσιαστικό ρόλο. Με λίγα λόγια έρχεται να αστυνομεύσει την πορεία αυτή της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, να την κατευθύνει με γρηγορότερα βήματα στην εμπορευματοποίηση, να τιμωρεί τους παραβάτες, αυτούς δηλαδή που επιμένουν στον ακαδημαϊκό χαρακτήρα του Πανεπιστημίου.
Η προετοιμασία της Κοινής Γνώμης
Οι συνεχείς επιθέσεις συκοφάντησης που έχει εξαπολύσει το ΥΠΕΠΘ εναντίον των πανεπιστημιακών δασκάλων και του έργου που επιτελείται στο δημόσιο πανεπιστήμιο θυμίζουν την πολιτική Θάτσερ της δεκαετίας του ΄80. Μια εικόνα μιζέριας αναδύεται από παντού: Αυξημένες ιδιωτικές εκπαιδευτικές δαπάνες που ροκανίζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, γενικευμένο αίσθημα αβεβαιότητας και ανασφάλειας σχετικά με το επαγγελματικό μέλλον των πτυχίων, πανεπιστήμια στα όρια της κατάρρευσης, με τεράστια προβλήματα, ελλείψεις υποδομών και διδακτικού προσωπικού …Επιδέξια και αθόρυβα με τη βοήθεια της συστηματικής προβολής των ηλεκτρονικών μας κουβερνάντων (ΜΜΕ) όλος ο προβληματισμός μοιάζει με την θεωρία του πεπρωμένου στη θρησκευτική σκέψη όπου οι άνθρωποι αναφωνούν «είναι θέλημα θεού» για να εξηγήσουν ή να δικαιολογήσουν μια ορισμένη εξέλιξη των πραγμάτων.
Ακριβώς σ΄ αυτή τη γενικευμένη αίσθηση κρίσης, όπου σκόπιμα έχει υποκατασταθεί η αναζήτηση των αιτιών άρα και των ενόχων από την διαπίστωση των αποτελεσμάτων, βρίσκει έδαφος ο τακτοποιημένος λόγος της νέας μεταρρυθμιστικής σταυροφορίας. Τα δυο μεγάλα κόμματα διακηρύσσουν με αποφθεγματική φλυαρία και με μια παραλυτική, τεχνητή, επίφαση φρεσκάδας, ότι η αξιολόγηση θα βάλει τάξη στα Πανεπιστήμια. Την ίδια ώρα που το δημόσιο Πανεπιστήμιο καταδικάζεται σε οικονομική ασφυξία γίνεται προσπάθεια να πειστεί η κοινή γνώμη ότι για όλα ευθύνονται οι «τεμπέληδες» και «σπάταλοι» Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που πρέπει να αποδώσουν άμεσα λογαριασμό για την κακή λειτουργία του Ελληνικού Πανεπιστημίου.
Είναι φανερό ότι η πολιτική της πλήρους απαξίωσης και υποβάθμισης του δημόσιου Πανεπιστήμιου προετοιμάζει 'απογοητευμένους' από το δημόσιο πανεπιστημιακό σύστημα φοιτητές - 'πελάτες' (και βέβαια τις οικογένειές τους, ώστε να επωμισθούν το κόστος) γι' αυτή την ιδιωτική αγορά υπηρεσιών εκπαίδευσης, στην οποία οδηγούν οι σαρωτικές θεσμικές ρυθμίσεις που επιβάλλονται.

