Της Κλαίρης Μιτσοτάκη*
Kάποιος με ρώτησε τί είναι μετείκασμα.
Μετείκασμα είναι η εικόνα που παραμένει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού λίγο χρόνο αφού το εξωτερικό ερέθισμα έχει πάψει. Ο κινηματογράφος οφείλει την ύπαρξή του σ' αυτήν ακριβώς την ιδιότητα που έχει το μάτι.
Έχω απέναντί μου φίλους και γνωστούς του Μενέλαου Παρλαμά, που τον παρακολούθησαν σε πολύ μεγάλο τμήμα της ζωής του, και μαθητές του, που δεν απομακρύνθηκαν από κοντά του σε διάστημα που εκτείνεται σε κάποιες δεκαετίες. Δεν θα κομίσω λοιπόν γλαύκα στην Αθήνα. Δεν θα μιλήσω για τη ζωή του και για το έργο του.
Νά γιατί επέλεξα τον τίτλο «Μενέλαος Παρλαμάς: ένα μετείκασμα».
Για να αποπειραθώ να περιγράψω την ολική εικόνα που άφησε στο νου και στην αίσθησή μου φεύγοντας ο κύριος Μενέλαος.
Όπως παράξενα καμιά φορά συμβαίνει στη ζωή των ανθρώπων, δεν γνώρισα όπως οι άλλοι συνομήλικοί μου τον κύριο Μενέλαο νωρίς. Τον γνώρισα στο γέρμα της ζωής του. Κι έτσι η εικόνα του είναι μια εικόνα, μια παράσταση, δίχως τον ζωντανό χρόνο μέσα της.
Εντούτοις, αν δεν έχω τη δυνατότητα να δω να ξετυλίγεται η ταινία της ζωής του, στο μετείκασμα που χαράκτηκε στο μάτι μου έχει εναποτεθεί μια σύνοψη πολλών παλαιότερων στιγμών εκείνου του ίδιου, άλλων προσώπων γύρω του, κι ενός κόσμου που τραβάει το δρόμο του μές στη μικρή και τη μεγάλη διάρκεια.
Είναι μια «στάμπα» σαν εκείνες τις γιαπωνέζικες στάμπες, όπου διαδοχικές εντυπώσεις ενός πουλιού που πετά έρχονται να συγχωνευτούν στην αφαιρετική εικόνα ενός πουλιού ακινητοποιημένου εν πτήσει.
Ήμουν καθισμένη στο τιμόνι κι εκείνος στη θέση του συνοδηγού. Από αυτή τη θέση άκουσα αποσπάσματα μιας βιογραφίας που, εκτός από το πανόραμα του νησιού όπως ανοιγόταν γύρω μας, μου άνοιγε και το πανόραμα σχεδόν ενός αιώνα για τις πέτρες, τα δέντρα, τα κτίσματα και τους ανθρώπους, τις ιστορίες και τα λόγια τους.
Βρήκα σημειωμένες πρόχειρα στο καρνέ μου εκείνης της χρονιάς 16 ημερομηνίες. Ανασυγκρότησα με τη μνήμη μου άλλες 10, και έχω σκόρπιες αναμνήσεις από πολλές ακόμα. Σίγουρα πάνω από τριάντα ή και σαράντα σύντομα μα αληθινά ταξίδια, με όλες τις καιρικές συνθήκες, απο τον τελευταίο χειμώνα και την τελευταία άνοιξη του βίου του.
Ίσως μάλιστα να μπορούσε να τα δει κανείς σαν ένα είδος μετεικάσματος της δικής του ζωής στα μάτια εκείνου του ίδιου.
Οκτώβριος 1996. 26 Οκτωβρίου 1996. Από τον Εθνικό δρόμο. Ηράκλειο, Επισκοπή Ρεθύμνου, Ασή Γωνιά, Καλλικράτης. Από την πεδιάδα του Ρεθύμνου, τα Λευκά Όρη χιονισμένα. 1996 - μια χρονιά με αρκετό κρύο από νωρίς το φθινόπωρο μέχρι αργά την άνοιξη, πολλά χιόνια, πολλές βροχές. Ο κύριος Μενέλαος κάθεται μπροστά στο αυτοκίνητο. Ώς το οροπέδιο ο καιρός είναι καλός. Πίσω από τα σύννεφα ένας φιλικός ήλιος. Πριν από χωριό μας σταματάει ένας χωρικός να τον πάρουμε μαζί μας. «Γιατί λένε το χωριό σας Ασή Γωνιά», ρωτάει ο κύριος Μενέλαος. «Λένε, πως όταν ήταν ακόμα οι Τούρκοι εδώ υπήρχαν πολλοί ασήδες.» Ο Κύριος Μενέλαος δεν δέχεται την απάντηση. Ανεβαίνοντας τα τελευταία μέτρα στον Καλλικράτη για να μπούμε στον οικισμό ένας ηλικιωμένος άντρας, μικροκαμωμένος, πάνω στο γάιδαρό του, μαύρο πουκάμισο, σαρίκι και από κάτω μακριές μπούκλες ώς τη μέση της πλάτης, ψαρά μαλλιά. «Πένθος», λέει ο κύριος Μενέλαος. Συνεχίζουμε το δρόμο μας. Με την ίδια ταχύτητα κι οι δύο, γύρω στα δεκαπέντε χιλιόμετρα την ώρα. Ο χωρικός με το γάιδαρό του ανοίγει ταχύτητα, χάνεται. Εμείς σταματάμε να φάμε. Όσο περιμένουμε το φαγητό και όσο τρώμε βλέπουμε την ανάσα μας να ανεβαίνει σαν καπνός μέσα στο παγωμένο δωμάτιο που μια σόμπα δεν μπορεί να ζεστάνει. Σε δέκα-δεκαπέντε μέρες γιορτάζουν τον Άη Γιώργη το Μεθυστή, πίνουν γάλα από τα ζώα τους, κλείνουν τα σπίτια τους, και κατεβαίνουν από το φαράγγι στη θάλασσα. Το οροπέδιο μέχρι την άνοιξη «παραμένει κλειστό». Η ολιγόωρη παραμονή στους Μανουσέληδες λήγει με μπαλωθιές. Μια χούφτα άνθρωποι, σ'ένα έρημο παγωμένο τοπίο, στην άκρη του κόσμου προς τα πάνω, ποιος ξέρει αν θα ξανασυναντιόμασταν.
Παντού βουνά, βουνά, βουνά που τα βλέπεις ολόκληρα από πάνω μέχρι κάτω. Και τα οροπέδια το ένα μετά το άλλο. Ασφέντου, Ίμπρου, Ασκύφου. Αμίλητοι μας σέρβιραν πίτες στ' Ασκύφου, ελάχιστοι άνθρωποι κι εκεί, μια γυναίκα ήρθε και τις έψησε, πολύ όμορφη, όχι νέα, αμίλητη, οι άνδρες με έναν έντονο εκνευρισμό, νέοι, μαυροντυμένοι κι απρόσιτοι, μια παράξενη μελαγχολία, κάτι σαν απόγνωση, στο μάτι. Κανένα οδικό σήμα, μέχρι να βγούμε ξανά στην Εθνική, στις Βρύσες, και να αρχίσουμε να τρέχουμε βιαστικά καθώς σουρούπωνε για το Ηράκλειο, δεν διατηρούσε το σχήμα ή την επιφάνειά του. Όλα ήταν διάτρητα.
Ιανουάριος 1997. Φεύγουμε από το Ηράκλειο. Περνάμε απ' το Πάνορμο. Από το Ρέθυμνο στρίβουμε νότια και κατεβαίνουμε στα Σφακιά από Αρμένους, Άγιο Βασίλειο, Σέλλια, Ροδάκινο. Μπαίνουμε στο νομό Χανίων. Αρχίζουν τα Σφακιά, κάποτε Πέμπτος νομός του νησιού. Περιπλέουμε τα χωριά του Φραγκοκάστελλου, φτάνουμε έξω από τη Χώρα Σφακίων και ανηφορίζουμε στην Ανώπολη. Άλλο μέρος της γης που νομίζεις ότι έχει πέσει από τον ουρανό. Είναι αδύνατο αυτοί οι άνθρωποι να ανέβηκαν από τα κάτω. Πρέπει να έπεσαν από τα πάνω. Ποιος να είναι ο ενδιάμεσος κόσμος ανάμεσα στον επίγειο και τον επουράνιο που παράγει ανθρώπους, στιβάνια, σαρίκια, κατσίκια και πάει λέγοντας; Τι πέτρες ήταν αυτές και από πού πέσαν, και πέφτοντας γίναν τόσο μεγάλες που χωράνε χωριά και δάση και σπήλια και λειμώνες και δεκάδες χιλιάδες δίποδα και τετράποδα; Και κάθε τόπος να είναι τόσο αυτάρκης μέσα στο δικό του μικρό δρομολόγιο που δεν χρειάζεται να ξέρει το διπλανό του, δεν χρειάζεται να ξέρει αν υπάρχει, πώς υπάρχει, πώς σκέφτεται.
Η Ανώπολη φαρδιά, εξωτερικά ατάραχη, ψύχραιμη, μεσαία φιλόξενη. Ο κύριος Μενέλαος θυμάται τα ταξίδια με το τζίπ όταν με τον Αντρέα Καλοκαιρινό και τον Θωμά Φανουράκη τριγύριζαν πάνω κάτω το νησί για να στήσουν τις κρητικές συλλογές του Ιστορικού Μουσείου. Πανιά που είχαν κατεβάσει ακόμα και από το σύρμα όπου στέγνωναν. Αράδαινα, τοπίο βομβαρδισμένου Κάτω Κόσμου. Τα οροπέδια μοιάζουν τόσο πολύ με βυθούς¨ κι οι ελάχιστοι άνθρωποι που μη θέλοντας να εμφανιστούν φαντάζουν σαν σκιές... Καθ' οδόν προς Άη Γιάννη - ένα συρματόπλεγμα, ψηλό, μπορεί και δυο μέτρα. Καμιά ανακοίνωση, καμιά επιγραφή, καμιά ενημέρωση: κάποιος για κάποιο λόγο οικείο αποφάσισε να περιφράξει και να κάνει αδιάβατο ένα δρόμο της ελληνικής επικράτειας.
Ιανουάριος 1997. Από το Ηράκλειο, διασχίζουμε του Γάζι, παίρνουμε τον παλιό δρόμο προς το Ρέθυμνο. Υπάρχει μια συνωμοσία μεταξύ μας και η συνωμοσία αυτή στρέφεται εναντίον των εαυτών μας. Δεν έχουμε αρθρώσει λέξη. Ταξιδεύουμε σαν να μην ξέρουμε δήθεν που πηγαίνουμε. Τρέχουμε πάνω στην απόκρημνη κορδέλα του δρόμου κι ο κύριος Μενέλαος διηγείται τις καλλιέργειες των πεπονιών, καρπουζιών, ζαρζαβατικών που εκτείνονταν στο βάθος της κοιλάδας, εδώ που τώρα απλώνεται με ραθυμία η μονοκαλλιέργεια της ελιάς. Δημιουργούμε τις δέουσες οφθαλμαπάτες, ανακαλούμε στη Δαμάστα την υπερτοπικότητα των ηθών, που καμιά φορά χαρακτηρίζει το νησί, και κατεβαίνουμε στο χαμηλότερο επίπεδο, όπου κυλούσε ο άλλοτε βυζαντινός Αυλοπόταμος. Στα Απιδιανά, κάτω από μια μουριά στην άκρη του δρόμου πίνουμε τούρκικο καφέ με παξιμαδιασμένο ψωμί. Εκεί προφέρουμε τη λέξη Βώσακος. Δεν θα μπω σε περιγραφές και λεπτομέρειες. (Εξάλλου την περιγραφή γι'αυτό το «βουνοκάμπι» την έχουμε διαβάσει στη Ζωή των λέξων.) Θα αρκεστώ να επισημάνω ότι επιστρέψαμε σώοι.
Φεβρουάριος. Στη Μεσσαρά με βροχή. Ρακί με πατάτες οφτές στον Πύργο δίπλα στη σόμπα. Αχεντριάς. Ορατότης μηδέν. Μαντεύεις τον οικισμό μέσα από την αδιαπέραστη ομίχλη. Βλέπουμε με τα μάτια μας αυτό που ονομάζουμε αχλύ του μύθου. Κι όμως ζουνε άνθρωποι εκεί. Και είναι τυροκόμοι. Σ' ένα απ' τα πλοία της γραμμής γνώρισα κάποτε κι έναν παλιότερο δάσκαλο του Αχεντριά. Μας κάνει εντύπωση ο δρόμος, απόκρημνος, όλο στροφές αλλά άψογος. Ούτε συζήτηση πως θα αγοράσουμε τυρί. Τo τυρί του εξάλλου, που το ήθελε πολύ ξερό, ο κύριος Μενέλαος το αγόραζε στη Νεάπολη.
Ένας ακούραστος ομιλητής.
Ο πρεσβύτερος αδελφός, ο προπολεμικός Ελύτης, το αλβανικό, τα Κρητολογικά συνέδρια, ο Ορλάνδος, το χωριό Πρινιάς και η ιδιαίτερη αξία του, ο Ν. Πλάτων, οι δύσκολες στιγμές, οι αποφασιστικές στιγμές, η Κατοχή, η Κική, η Λιάνα, η ΕΚΙΜ, το κίνημα του 35, οι αναμνήσεις από την τούρκικη γλώσσα, ο κ. Σταυρινίδης, ο Παντελής Πρεβελάκης, το τροπάριο της Κασσιανής, ο Αυστραλίας Στυλιανός, ο Στυλιανός Αλεξίου, η Μάρθα Αποσκίτη, η Νεάπολη, το αγροτικό μουσείο στη Χερσόννησο -ενδεικτικοί τόποι των αναδρομών του. Όχι όμως λιγότερο και το κυνήγι του λαγού, η γνήσια συνταγή των λαχανοντολμάδων με χοιρινό κιμά κομμένο στο σπίτι, όχι με μηχανή, η επίσκεψη στο Μποντρούμ και τη Σμύρνη, ο φίλος του Γιώργος Τσαγκαράκης και ο κήπος του, το δέντρο κουδουμαλιά, ο Μπράσκος, κ.ά., κ.ά., κ.ά., αλλά και η ξεκαρδιστική συνταγή του καλού γάμου : «η γυναίκα πρέπει να είναι πιο μεγάλη από τον άντρα¨ να τον περνάει εικοσπέντε χρόνια¨ να έχει γεννηθεί στην ίδια γειτονιά¨ και αν είναι δυνατόν στο ίδιο σπίτι.»
Όταν τον συναναστρεφόσουν είχες την αίσθηση μιας πολυτέλειας. Μιας πολυτέλειας που γεννιόταν από την ακρίβεια, τη σαφήνεια, την ευστοχία του λόγου και της χειρονομίας, απότοκου μιας συνδυασμένης ευθυκρισίας και καλαισθησίας μαζί με τη συστηματικότητα που δίδει στους ανθρώπους η μακρόχρονη παραμονή στην έδρα. Ο σεβασμός που ενέπνεε ήταν θερμός και φορές φορές ο ίδιος του έδινε μια απόχρωση παιγνιώδη, μια υποψία πρόκλησης. Σαν να σου ζητούσε να απαντήσεις σε κάποιο αίνιγμα.
Συναντούσες έναν άνθρωπο που κατάφερνε να συνδυάσει ένα δοκιμασμένο νου με την αίσθηση της ρευστότητας των πραγμάτων, που απέφευγε να απλώσει παντού την κυριαρχία αυτού του νου, και άφηνε τα δικαιώματά τους στη συναισθηματική γνώση και στην περιπέτεια της ανακάλυψης. Έβλεπες έναν άνθρωπο φαινομενικά αναλλοίωτο να εκδηλώνει μια νεανική πρωτεϊκότητα, παρά την προχωρημένη ηλικία που συνήθως επιφέρει αγκυλώσεις στους ανθρώπους.
Παρότι έζησε τη ζωή του πάνω στα ίδια χνάρια ήταν ένας πολυσχιδής άνθρωπος.
Λόγιος αλλά και κυνηγός. Δάσκαλος αλλά και αισθητής. Καλός καγαθός κατά το πρότυπο των νεότερων χρόνων αλλά και θιασώτης της παράδοσης. Πεσσιμιστής αλλά και ακάματος δάσκαλος. Προσωπικότητα με αμείωτη πνευματική ενάργεια αλλά και χάρη. Όπωσδήποτε ένας όχι ευανάγνωστος άνθρωπος. Από τους λίγους που τρία χρόνια πριν αρχίσει ο εικοστός πρώτος αιώνας μπορούσε να γράφει μια αφιέρωση σε βιβλίο που χάριζε στα λατινικά και να έχει χιούμορ.
Γόνος μιας κοινωνίας που ζούσε πολύ κοντά στη γη, ήξερε πολλά μυστικά της κι ας μην ασχολήθηκε έμπρακτα μαζί της¨ παράλληλα όμως κι ένας διανοούμενος που ωρίμασε σε μια εποχή μοντερνισμού για τα γράμματα, και είχε βασανίσει αποτελεσματικά το αισθητήριό του. Η σαρδόνια φυσιογνωμία του Δασκάλου στις Επιφυλλίδες του δεν είναι μια περσόνα εκείνου του ίδιου; Το ουμανιστικό του επάγγελμα, άλλωστε, το ότι εμάθαινε τους νέους γράμματα (την πρώτη φορά που εμφανίζεται η λέξη ουμανιστής στην Ιταλία τον 15ο αιώνα, αυτή τη σημασία έχει, του δασκάλου της γραμματικής και ρητορικής) βοηθούσε στον άριστο συγκερασμό και των δύο.
Ο όχι πολύ άδοξος ηρακλειώτικος 20ος αιώνας δεν χρωστάει λίγα σ' αυτόν τον στέρεο και λιτό άνθρωπο, με το ψηλό παράστημα, και την κλειστή φυσιογνωμία, που μεγαλώνοντας αποδεικνυόταν όλο και πιο έντονα μια πατριαρχική φιγούρα της πόλης. Ο κύριος Μενέλαος, ο εκ μεταγραφής Καστρινός, έδωσε το στίγμα του ζυγιάσματος, ή για να ξαναδανειστούμε την ιδέα της γιαπωνέζικης στάμπας και της ακινητοποιημένης πτήσης, του υψηλού μετεωρισμού και της σιωπηρής εποπτείας στην πόλη που τον φιλοξένησε.
Αν κατασκευάζονταν ακόμα εμβλήματα για ανθρώους και πολιτείες, το δικό του έμβλημα που θα απέδιδε τη σχέση του με την πόλη θα μπορούσε να είναι «Ευθυτενής υπηρέτησα».
Ήταν ένας άνθρωπος «ευθυτενής» και ευτύχησε να πεθάνει όρθιος.
*
Αυτά έχει να μου υποδείξει η εικόνα του κυρίου Μενέλαου από την απόσταση του Ηρακλείου.
Από την απόσταση των Αθηνών όμως, από την οποία το ανάγλυφο της κρητικής ζωής χάνει σε φωτοσκιάσεις και διακρίσεις, ο κύριος Μενέλαος διατηρεί ένα πάγιο περίγραμμα κι ένα μόνιμο βάθος πεδίου, που δεν είναι άλλο από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη, στο μέγεθος και στις διαστάσεις που της έδωσε ο αλησμόνητος έφορός της Νίκος Γιανναδάκης.
Ποια τύχη αγαθή άραγε επεφύλαξε σ'εκείνο τον δάσκαλο και σ' εκείνο τον μαθητή να περάσουν μαζί πάνω από μια δεκαετία, ίσως την πιο δημιουργική της ζωής τους, ο ένας πλάι στον άλλο, καθισμένοι στα γραφεία της διπλανής αίθουσας.
Ποιος δαίμων αγαθός κίνησε άραγε τον κύριο Μενέλαο ένα πρωί που ο Νίκος βρισκόταν ακόμα στο βιβλιοπωλείο του να περάσει, να κοντοσταθεί απέξω κοτάζοντάς τον κάτι να τακτοποιεί, και να του πει εκείνον τον απλό λόγο «Πάμε».
Έτσι διηγόταν ο Νίκος την εκκίνηση αυτής της σιωπηρής συμφωνίας που θα τους έδενε αδιάρρηκτα και τους δυο με την αίγλη του παράδοξου εν τη επιτυχία του φαινομένου της Βικελαίας Βιβλιοθήκης.
Για μας τους εντός εισαγωγικών Αθηναίους Ηράκλειο τότε σήμαινε Βικελαία Βιβλιοθήκη, και Βικελαία Βιβλιοθήκη σήμαινε συναναστροφή και συνεργασία με ανθρώπους γεμάτους ζήλο και βαθιά κατανόηση του κεφαλαίου γνώση, που είχαν καθετί άλλο στο κεφάλι τους εκτός από μια καλή σταδιοδρομία και υψηλές αποδοχές. Σήμαινε μια θερμή συνεννόηση για ό,τι είχαμε μελετήσει ή έστω είχαμε προσπαθήσει να καλλιεργήσουμε με αγάπη και δυσανάλογη για τα χρόνια που ζούσαμε αφοσίωση. Ήταν μια σκέψη παρήγορη. «Ομως η Βικελαία Βιβλιοθήκη υπάρχει. Και είναι εκεί.»
*
Κλείνοντας αυτή την αναπόληση εν τέλει θα ήθελα να κάνω μια αφιέρωση, όπως λένε στις ραδιοφωνικές εκπομπές, στις κυρίες Ανδρονίκη Οικονομάκη και Φωτεινή Χαιρέτη, τις δύο αριστεύσασες εν επιστήμαις, για τη βράβευση των οποίων βρεθήκαμε συγκεντρωμένοι εδώ απόψε. Διαλέγω από τις Επιφυλλίδες του Σαββάτου¨ και τους αφιερώνω εκείνη που φέρνει τον τίτλο «Ο Σοφός Δωριεύς» - ένα εγκώμιο για την προσωπικότητα και την επιστημοσύνη του Στέφανου Ξανθουδίδη, εκείνου που «κατά τη φαινομενικά παράδοξη μα στο βάθος ευρηματική φράση», όπως γράφει ο Μενέλαος Παρλαμάς, εστάθηκε «η ωραιότερη μορφή της ελληνικής επιστήμης»
Ναι, έχει ωραίες μορφές η επιστήμη.
* To κείμενο βασίζεται στη διάλεξη της συγγραφέως στην εκδήλωση του Συλλόγου “Φίλοι του Πανεπιστημίου Κρήτης”, για την απονομή των βραβείων στη μνήμη του Μενέλαου Παρλαμά

