Γράφει ο Γιώργος Καλογεράκης

Για τον Μανόλη Ξυλούρη ή Τζιτζή έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια. Δυο τραγούδια και ένα απόσπασμα τραγουδιού μας τραγούδησε ο Γιώργης Σκουλάς του Εμμανουήλ ή Ρωμανογιώργης. Ο Ρωμανογιώργης είναι Ανωγειανός και κάτοικος Στερνών Μονοφατσίου. Τα τραγούδια που μας τραγούδησε, (τον Δεκέμβριο του 2004), είναι ανέκδοτα, δημοσιεύονται για πρώτη φορά, και τα έμαθε από τον παππού του Σκουλά Ιωάννη του Εμμανουήλ ή Σκουλαδογιάννη. Τα τραγούδια έχουν τίτλο «Του Μαστραχά», «Το τραγούδι του Καστελλιού» και το απόσπασμα είναι από το τραγούδι «Του Σμπώκου».

1. ΤΟΥ ΜΑΣΤΡΑΧΑ

Σηκώνουνται οι Ανωγειανοί το παινεμένο ασκέρι

και των Τουρκών εστέσανε στου Σάρχου το καρτέρι

μαντατοφόρο πέψανε του Κόρακα στη Πόμπια

να τρέξει να ξημερωθεί στ’ Ασιθιανά αόρια

μαντατοφόρο πέψανε στην Πόμπια του Κοράκου 5

να τρέξει να ξημερωθεί ποπανωθιό στου Σάρχου

ενελωθήκενε η σβουριά οι Κατωμεσαρίτες

και εξημερωθήκανε όξω στση Κάτω Ασίτες

ο Μαστραχάς, ο Τσικριτζής και με τον Ξωπατέρα

τση Τούρκους εζυγώνανε στσ’ Ασίτες από πέρα 10

τση Τούρκους εζυγώνανε απ’ το Γοργολαϊνι

κι ομπρός πηγαίνει ο Μαστραχάς και ένα δεν αφήνει

ομπρός πηγαίνει ο Μαστραχάς κι έκοβγε το σπαθί του

μια μαύρη σφαίρα των Τουρκών επήρε τη ζωή του

μια μαύρη σφαίρα των Τουρκών το Μαστραχά πληγώνει 15

και στην καρδιά του πήγαινε και τονε θανατώνει

στο να το’κούσει ο Κόρακας σαν το λιοντάρι αφρίζει

και μπαίνει μέσα στην Τουρκιά και χιλιοτουρτουρίζει

τση Τούρκους εζυγώνανε κάτω στην Κιθαρίδα

και τση περικυκλώνουνε και χάσαν την ελπίδα 20

γυρίζουνε όθε τση Κορφές χύνουν στο Κεραμούτσι

Σκουλάς και Σμπώκος και Τζιτζής φωνάζανε γιουρούσι

και τση περικυκλώνουνε όξω στο Καβροχώρι

κι αζωντανούς τση πιάσανε και βγάλαν τση στα όρη

επήγαν και τση σφάξανε εις τα Πετροδολάκια 25

ακόμη και το σήμερο λέγονται Τουρκολάκια.

Σχόλια για το τραγούδι : Το παραπάνω τραγούδι εξηγεί γιατί τα Πετροδολάκια στην Νίδα λέγονται και Τουρκολάκια. Το γεγονός της θανάτωσης των Τούρκων μπορεί να ακούγεται σήμερα σκληρό, αλλά πρέπει να το συνδέσουμε με την εποχή του, τις θηριωδίες και την καταπίεση των Μωαμεθανών στους υπόδουλους Κρήτες. Οι Κρητικοί, και ιδίως οι κάτοικοι του ορεινού Μυλοποτάμου, είχαν βιώσει την απάνθρωπη συμπεριφορά των κατακτητών. Θανατώσεις συγγενών, παιδιών, ιερέων, βιασμοί γυναικών, εμπρησμοί σπιτιών, ιεροσυλίες, γκρέμισμα ναών. Και κατά διαστήματα να έρχονται οι Τούρκοι στ’ Ανώγεια, να μαζεύουν τις κοπελιές του χωριού σε σπίτια και να τις βάζουν να χορεύουν πάνω σε ρόβι. Κι αυτές να μην μπορούν να ισορροπήσουν και να πέφτουν κάνοντας τους Τούρκους να γελούν. Αυτά τα δεινά οι Ανωγειανοί δεν μπορούσαν να τα συγχωρήσουν. Μια μαντινάδα μάλιστα (η οποία αποδίδεται σε Ξυλούρη ;) αποτυπώνει τα συναισθήματα όλων των Ανωγειανών εκείνης της εποχής :

Άχι και να’ρθει ένας καιρός, ένα καλό σεφέρι

να κάμουνε τα χέρια μου ότι ο νους μου θέλει

Τα βάσανα των Κρητικών ήταν τόσα πολλά και σε τόση μεγάλη έκταση που μόνο με τα χέρια, λέει η μαντινάδα, ότι οι Κρητικοί θα εξιλεώνονταν. Και όταν οι Κρητικοί λένε ότι παίρνουν εκδίκηση με τα χέρια δεν εννοούν τίποτ’ άλλο παρά τη δικαιοσύνη του μαχαιριού.

Είχε προηγηθεί και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου. Οι Ανωγειανοί είχαν χάσει διαλεχτά παλικάρια στο Αρκάδι, τον πυρπολητή της Μονής Μανόλη Σκουλά, αδερφό του Αρχηγού Μιχάλη Σκουλά και τους αδερφούς Κρασάδες. Στην μάχη, που περιγράφει στο παραπάνω τραγούδι ο ποιητής, βρήκε τον θάνατο και ένα ατρόμητο παλικάρι της επανάστασης, ο Μαστραχάς. Τα παραπάνω νομίζω ότι μπορούν να εξηγήσουν, χωρίς όμως να δικαιολογούν, την εκτέλεση των Τούρκων στα Πετροδολάκια.

Ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το γιατί οδηγήθηκαν οι Τούρκοι στα Πετροδολάκια. Η απάντηση θα αναζητηθεί στον Μανόλη Ξυλούρη ή Τζιτζή. Είναι γνωστό πως ο Καπετάν Τζιτζής είχε τέσσερα μητάτα στον Ψηλορείτη στην θέση Πετροδολάκια. Δεν είναι τυχαίο το ότι οι αιχμάλωτοι της μάχης οδηγήθηκαν εκεί, στα μητάτα του Τζιτζή, κι εκεί θανατώθηκαν. Το γεγονός της θανάτωσης των αιχμαλώτων, σίγουρα θα γινόταν γνωστό αργότερα και θα έφτανε στ’αυτιά των Τούρκων, πράγμα το οποίο δεν πτόησε καθόλου τον Τζιτζή να δεχτεί να θανατωθούν οι Τούρκοι στα μητάτα του. Ο Τζιτζής ούτε φοβόταν, ούτε λογάριαζε καθόλου τους Τούρκους. Αντίθετα μάλιστα, σε όλες τις μάχες που έδωσε εναντίον τους, βλέπουμε να τους προκαλεί. Άλλοτε μπαίνοντας μπροστά χωρίς να περιμένει τους συντρόφους του, άλλοτε επιστρέφοντας να πάρει το μαχαίρι του, άλλη φορά ορμώντας προς το μέρος τους όταν υπερτερούσαν σε αριθμό, πολλές φορές χωρίς να χρησιμοποιεί το τουφέκι παρά μόνο το μαχαίρι του, και πάλι ορμώντας σε Τούρκους πριν προλάβουν να ξαναγεμίσουν τα όπλα τους. Πάντοτε κοροϊδεύοντάς τους με δυνατές κραυγές.

Τους Τούρκους, που τον έβλεπαν να ξεπετάγεται μπροστά, τους έπιανε πανικός. Οπισθοχωρούσαν εγκαταλείποντας στην μάχη τα όπλα τους. Και ο Τζιτζής απ’όλες τις μάχες που έδωσε, έπαιρνε λάφυρα τα άρματα των Τουρκών. Δεν τα κρατούσε για τον εαυτό του, αλλά όπλιζε μ’αυτά τους συντρόφους του.

Ο στίχος 9

ο Μαστραχάς ο Τσικριτσής και με τον Ξωπατέρα

ασφαλώς και δεν αναφέρεται στον γνωστό Ξωπατέρα που γνωρίζουμε και βρήκε τον θάνατο το 1826 στο Μονοφάτσι. Ποιος ήταν όμως ο Ξωπατέρας των Ανωγείων ; Στο χειρόγραφο του γιατρού Γεωργίου Δακανάλη «Συμβολή στην Ιστορία των Ανωγείων» και στην σελ. 25 διαβάζουμε : …ο Σμπώκος μετά του Ξώπαπα (Μιχ. Σκουλά) συσκεφθέντες μετά των λοιπών προυχόντων απεφάσισεν το τούτο και με τρόπον ώστε να μην ενοχοποιηθή το χωριό…

Το παραπάνω κείμενο του γιατρού Δακανάλη αναφέρεται στην επανάσταση του 1821. Να ήταν άραγε ο ίδιος ο Μιχάλης Σκουλάς ο Ξωπατέρας του τραγουδιού ; Ή κάποιος απόγονός του;

2. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΣΤΕΛΛΙΟΥ (ΚΑΝΛΙ ΚΑΣΤΕΛΛΙ)

Από τη Ντία εφύσυξε ένα κρυγιό αέρι

και φέρανε τω Μπέηδω ένα κακό χαμπέρι

εννιά χιλιάδες ήσανε Τούρκοι ξεδιαλεμένοι

να πάνε να πατήσουνε η το Κανλί Καστέλλι

οι Μπέηδες των είπανε μη πάτε στο Καστέλλι 5

γιατί θα πάθει η Τουρκιά εκείνο που δε θέλει.

Μη μας εδυσκολέψετε, το’βανε ο νους θα γίνει

μα το Ραμπή θα πάμενε Τούρκος να μη πομείνει

Σαββάτο βράδυ ξεκινούν τη νύχτα προπατούνε

εις το Καστέλλι πιαίνουνε να πα να πολεμούνε 10

τη Κυριακή ξημέρωμα όντεν εποδιαφώτα

τη βάρδια εσκοτώσανε απου’βλεπε τη Ρόκα

τη βάρδια εσκοτώσανε τη μάχη αρχινούνε

οι Χριστιανοί κοιμούντανε και τοτες σας ξυπνούνε

και μετερίζι πιάνανε απου τα παραθύρια 15

τση Τούρκους εσκοτώνανε και παίρναν τα μπεγίρια

μαζώνονται οι Ανωγειανοί στου Ζουδιανού το δέτη

κι οι Τούρκοι εφωνάζανε αμέτι μου χαμέτι

τση Τούρκους εζυγώνανε από του Τζαγκαράκι

ομπρός επήγαινε ο Τζιτζής σαν τ’άγριο γεράκι 20

φώνιαζε ο καπετάν Τζιτζής πως δεν φοβάται μπάλες

και με τη γιαταγάνα του τση σφάζει τση τουρκάλες

τση Τούρκους εζυγώνανε και χύσαν στου Ρετούρι

Σκουλάς και Σμπώκος και Τζιτζής και καπετάν Σπιθούρης

τση Τούρκους εζυγώνανε και χύσαν στση Μαλάδες 25

Σμπώκος Σπιθούρης και Τζιτζής κι ήσαν και δυο Σκουλάδες

εκιά κι ο Αντώνης του παπά που’σφαξε τον Ατζέμη

μόνο ν’ακούσεις τ’ όνομα όλη η Κρήτη τρέμει

Αγγελιδάκης και Μαρής με τον Αηνικολιώτη

εκατεβήκανε κι αυτοί εις την γραμμή την πρώτη 30

τση Τούρκους εζυγώνανε και βάλαν τση στο κάστρο

κι εκιά τση πολεμούσανε κι εβγήκε το μεράστρο

φώνιαζε ο Αντώνης του παπά μωρέ παλιομπουρμάδες

πορίσετε ν’ ακούσετε πως γίνουντ’ οι καυγάδες

άσ’ μας Αντώνη του παπά μα δεν ξαναπερνούμε 35

απ’το Καστέλλι το χωριό να πα να πολεμούμε

Σχόλια για το τραγούδι : Το τραγούδι περιγράφει μάχη που δόθηκε στο Κανλί Καστέλλι. Το τραγούδι δεν μας διαφωτίζει σε ποια επανάσταση έλαβε μέρος αυτή η μάχη. Ίσως σ’αυτήν του 1897. Και σύμφωνα με τον λαϊκό ποιητή, διακρίθηκαν οι Ανωγειανοί οπλαρχηγοί. Ο στίχος 26

Σμπώκος Σπιθούρης και Τζιτζής κι ήσαν και δυο Σκουλάδες

αναφέρεται στους οπλαρχηγούς Κωνσταντίνο Σμπώκο, Γρηγόρη Σπιθούρη, Μανόλη Ξυλούρη ή Τζιτζή, Μιχάλη Σκουλά και Αντώνη Σκουλά ή Παπαδαντώνη.

3. ΤΟΥ ΣΜΠΩΚΟΥ

(Απόσπασμα από τραγούδι που δεν σώθηκε ολόκληρο)

…έστραψεν από το βοριά και βρόντηξε ο νότος

όντεν εψυχωμάχιενε ο τουρκοφάγος Σμπώκος

όσοι τον εγνωρίζετε κι όσοι τονε θυμάστε

για του Σωρού τον πόλεμο η τον Τζιτζή ρωτάτε

γιουρούσι καπετάν Τζιτζή του φώνιαζε ο Σμπώκος

τση Τούρκους να σκοτώσομε να ξεβρομίσει ο τόπος…

Σχόλια για το τραγούδι : Ο Κωνσταντής Σμπώκος, σε πολλές μάχες, αν όχι σε όλες, πολεμούσε δίπλα δίπλα με τον Μανόλη Ξυλούρη ή Τζιτζή. Αυτό αναφέρεται σε πολλά τραγούδια, αναφέρεται και στην βιογραφία του Τζιτζή που έγραψε ο Χαιρέτης ή Τροπίλης, αναφέρεται και στο παραπάνω απόσπασμα του τραγουδιού. Ο ποιητής, όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του καπετάν Σμπώκου, προτρέπει για τον ήρωα Σμπώκο και τα κατορθώματά του να ερωτηθεί ο Τζιτζής. Ο Τζιτζής, ο καλύτερος φίλος του Σμπώκου, θα πει για την μάχη του Σωρού.

Είναι κρίμα που δεν σώθηκε ολόκληρο το παραπάνω τραγούδι. Θα γινόταν αναφορά σε όλες τις μάχες που έδωσαν μαζί Τζιτζής και Σμπώκος.

4. ΤΟΥ ΤΖΙΤΖΗ

Στον Ψηλορείτη κάθομουν κι αγνάντευα τ’Ανώγεια.

Κι εκεί που διαλογούμουνε πόσοι καλοί αντρειωμένοι

μένουνε ακόμη ζωντανοί και πόσοι πεθαμένοι,

γρικώ καμπάνες να χτυπούν και μια φωνή να λέει :

«Τούρκοι να βγείτε στα χωριά, Τούρκοι να μη φοβάστε

μα πούρι απέθαν’ ο Τζιτζής απού σας εκυνήγα,

κείνος που μπάλες των Τουρκών ποτέ δεν εφοβήθη».

Μα ο χάρος τον εζήλεψε, και τον καλεί σε δείπνον.

Κι εκεί που’τρωγε και’ πινε με συγγενείς και φίλους

του δίδει ο χάρος σαϊτιά και πέφτει και ποθαίνει.

Κι αρχίζει η γυναίκα του, να τον μοιρολογάται

-Μανόλη πώς τον άφηκες το χάρο να νικήσει

που’σουνε πάντα νικητής, εις όλους τους πολέμους ;

Στο Δοξαρό και στο Σωρό, Σφακιά και Καμαριώτη,

Τύλισσο, Γάζη, Φοινικιά, Αρχάνες και Κρουσώνα.

-Άφησ’ με χάρε να σταθώ να βάλω τ’ άρματά μου

κι έπειτα σύρε το σπαθί να ιδείς πως πολεμούνε.

Μα ο χάρος δεν τον άφηκε.

Εν Ανωγείοις τη 20 Μαρτίου 1914

Εμ. Χαιρέτης ή Τροπίλης

Σχόλια για το τραγούδι : Στο παραπάνω τραγούδι που διέσωσε ο Μανόλης Χαιρέτης ή Τορπίλης, (είναι πολύ πιθανόν να είναι δημιουργός και ο ίδιος), αναφέρονται οι τοποθεσίες εννέα μαχών που έδωσε ο Τζιτζής. Είναι γνωστό ότι ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής κατά την επανάσταση του 1866-1869, του 1878 και του 1896 πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Με επιφύλαξη αναφέρω ότι ο Μανόλης Ξυλούρης ίσως να έδωσε τις περισσότερες μάχες απ’όλους τους Ανωγειανούς που συμμετείχαν στις επαναστάσεις. Το χειρόγραφο του τραγουδιού μου παρέδωσε ο Μιχάλης Ξυλούρης τ. Εμμανουήλ, Ανωγειανός, κάτοικος Ηρακλείου, και όπως έχω αναφέρει προηγουμένως βρισκόταν στα χέρια του θείου του Χριστομιχάλη Ξυλούρη.

5. ΤΟΥ ΤΖΙΤΖΗ

Του Ψηλορείτη η κορφή ποτέ δε χαμηλώνει.

Τραγούδι βγάλαν του Τζιτζή του καπετάν Μανόλη.

Τούρκους πολλούς εσκότωσε, μα έφαε και μπάλες

ψιλή τρομάρα κράθιενε τσι καστρινούς αγάδες,

γιατί τους επολέμανε στο Τοπαλτί του Γάζη

μα δεν τον εσκοτώσανε, απού το Θιο’ χε χάρη.

Μα ο Θεός του βοήθανε του καπετάν Μανόλη

είχε αντρειά κι υπόληψη που το κατέχουν όλοι.

Και του’χαν ευχαρίστηση όλοι, μικροί, μεγάλοι

γιατί πολέμαν την Τουρκιά σαν τ’ άγριο λιοντάρι.

Το εξήντα έξε ήτονε που’ τονε πολεμάρχος

και την Τουρκιά πολέμανε σε Ρέθεμνο και Κάστρο.

Απής ποθάνει ο Τζιτζής και πάει στη δουλειά του

τιμή και δόξα και μιστό θα παίρνουν τα παιδιάν του.

Σχόλια για το τραγούδι : Το τραγούδι περιέχεται στο βιβλίο του Γεωργίου Σμπώκου «Ανώγεια, η ιστορία μέσα από τα τραγούδια τους», σελ. 166. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας το τραγούδι το άκουσε από τον τυφλό Γεώργιο Σκουλά ετών 61 (1968). Κατά τις πληροφορίες του Γεωργίου Σμπώκου δημιουργός του τραγουδιού είναι ο Δημήτρης Δακανάλης.

6. ΤΟΥ ΠΑΠΑ – ΚΡΑΝΙΩΤΗ

Στ’Ασύναχτο ποπανωθιό εμαζωχτήκαν όλοι

και κάνουν την παράκληση με τον παπα-Μανόλη.

Στ’Αρμί ι τσι Σκαφιδαριάς μαζώχτηκε τ’ασκέρι

βγαίνει ο παπάς με το Τζιτζή, στέκει και των ελέει

«Ώρα’ ναι για τον πόλεμο να πα ντακαριστούμε

γη όλοι να ποθάνομε γη να λευτερωθούμε».

Σχόλια για το τραγούδι : Απόσπασμα από το τραγούδι «Του παπα-Κρανιώτη». Το τραγούδι περιέχεται στο βιβλίο του Γεωργίου Σμπώκου «Ανώγεια, η ιστορία μέσα από τα τραγούδια τους». Αναφέρεται στον θάνατο του Παπακρανιώτη τον Μάρτιο του 1868 στην μάχη της Κέρης. Ο λαϊκός ποιητής αναφέρει σαν ομιλητές – εμψυχωτές των Χριστιανών, πριν την φοβερή μάχη, τον Παπακρανιώτη και τον Τζιτζή. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται άλλη απόδειξη των ικανοτήτων του καπετάνιου Μανόλη Ξυλούρη ή Τζιτζή και του σεβασμού που απολάμβανε από τους συμπολεμιστές του, παρά το νεαρό της ηλικίας του (ήταν το 1868 μόλις 25 χρονών).

7. ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΠΛΕΥΡΗ

Πλεύρηδες, Κούντηδες, Ζωνός, Σμπώκος, Τζιτζής, Σκουλάδες

Νιώτης, Ξετρύπης και Νουρής, Σπιθούρης τουρκοφάδες.

Όλοι τα γιαταγάνια των στα αίματα βαμμένα,

στσι κεφαλές ι των Τουρκών τα’χανε ποτισμένα

Σχόλια για το τραγούδι : Απόσπασμα από το τραγούδι «Του Βασίλη Πλεύρη». Το τραγούδι περιέχεται στο βιβλίο του Γεωργίου Σμπώκου «Ανώγεια, η ιστορία μέσα από τα τραγούδια τους».

Αναφέρονται από τον λαϊκό ποιητή τα ονόματα τριών οικογενειών και επτά οπλαρχηγών με μεγάλη δραστηριότητα στην επανάσταση του 1866-1869. Κι εδώ υπάρχει το όνομα του Τζιτζή. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Σμπώκο, δημιουργός του τραγουδιού, ο Αλέξανδρος Καβλέντης ετών 85 (1965).



Επίλογος



Στο πέρασμα των χρόνων και των επαναστάσεων των Κρητών, για την ελευθερία και ανεξαρτησία του νησιού, αναδείχτηκαν μεγάλες μορφές αγωνιστών. Άλλοι αρχηγοί, άλλοι οπλαρχηγοί, άλλοι απλοί στρατιώτες. Ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής ανήκει στην ομάδα των απλών στρατιωτών. Στην ζωή του δεν γύρεψε αξιώματα, γνώριζε ότι αυτά δεν έχουν καμιά αξία την ώρα της μάχης. Αυτό που έπρεπε να κάνει το έκανε. Χωρίς ποτέ να λογαριάζει την ζωή του.

Οι τίτλοι για τον Τζιτζή δεν είχαν καμιά αξία. Ποτέ δεν τους αποδέχτηκε.

Οι αξίες του ήταν η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια. Ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του. Όσα γνωρίζουμε σήμερα γι’αυτόν τα γνωρίζουμε από διηγήσεις συμπολεμιστών του.

Μεγαλοβοσκός με τέσσερα μητάτα στη Νίδα. Τα Πετροδολάκια το δεύτερο σπίτι του.

Στο τέλος, κι ενώ η Κρήτη ελευθερώθηκε, βρέθηκε χωρίς καμιά περιουσία. Την είχε διαθέσει στους αγώνες. Με έξι παιδιά. Συχνή κατάληξη των πολεμιστών.

Κι έγινε θρύλος ο Τζιτζής στ’Ανώγεια. Και τα κατορθώματά του τα διηγούνταν οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Και τους λέγανε πως ο Τζιτζής κυνηγούσε με τα πόδια έναν Τούρκο καβαλάρη πάνω στη φοράδα του.

-Και τον έπιασε γιαγιά τον Τούρκο ο Τζιτζής ;

-Ναι παιδί μου, τονε πρόλαβε. Και έφταξε κι έπιασε την ουρά τση φοράδας. Και σύρνει την ουρά και πέφτει η φοράδα κάτω και πιάνει ο Τζιτζής τον Τούρκο.

Ο Ανωγειανός Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής. Ο απλός στρατιώτης. Ο αγνός αγωνιστής.

Αυτές τις γιγάντιες ψυχές, κανείς δεν μπορεί να υποτάξει, κανείς δεν μπορεί να νικήσει.

Μόνο ο Χάρος. Για να έρθει ο λαϊκός τραγουδιστής και να πει :

Τζιτζή και πως τον άφηκες το Χάρο να νικήσει

αφού δε βρέθηκε ποτέ σ’ανατολή και δύση,

Τούρκος μπροστά σου να σταθεί και να σε πολεμήσει ;