Του Ν. Τσαγκαράκη
Στάση στο Ηράκλειο έκαναν το σαββατοκύριακο οι μίνι-‘Νύχτες Πρεμιέρας’ και σας παρουσιάζουμε δύο από τις ταινίες που είδαμε.
GARDEN STATE
Σκην.: Ζακ Μπραφ
Πρωτ.: Ζακ Μπραφ, Νάταλι Πόρτμαν, Τζορτζ Γουλφ
Ο Άντριου είναι ηθοποιός, εργάζεται ως σερβιτόρος και μένει μόνος του στο Λος Άντζελες. Έχει να μιλήσει χρόνια με την οικογένειά του, αλλά αναγκάζεται να επιστρέψει όταν η παραπληγική μητέρα του πεθαίνει. Ο Άντριου φτάνει στην πόλη που μεγάλωσε, μοιάζοντας να έχει χάσει κάθε συναισθηματική επαφή με τη ζωή, ‘μουδιασμένος’ όπως λέει κι ο ίδιος. Εκεί θα συναντήσει παλιούς του συμμαθητές, θα ξεκαθαρίσει τη σχέση με τον πατέρα του και θα ερωτευθεί ένα από τα πιο αξιαγάπητα κορίτσια που έχουν βγει στην οθόνη τα τελευταία χρόνια.
Είναι η πρώτη ταινία του Μπραφ και είναι μια χαρά. Ο Άντριου είναι ένας 26χονος που προκάλεσε την αναπηρία της μητέρας του όταν ήταν παιδί. Αντιδρώντας υπερβολικά, ο ψυχίατρος πατέρας του τον έστειλε σε οικοτροφείο υποβάλλοντάς τον ταυτόχρονα σε εξαντλητική φαρμακευτική αγωγή την οποία συνεχίζει ως σήμερα. Όλ’ αυτά τα χρόνια οι τύψεις για τη μητέρα του συνυπήρχαν με την οργή για τον πατέρα του, οδηγώντας τον μακριά τους, γεωγραφικά και συναισθηματικά. Ο Άντριου ζει μια κενή, ‘αποστειρωμένη’, χωρίς να τον αγγίζει ο κόσμος γύρω του (οι εναρκτήριες σκηνές). Κρίνει ότι οικογένεια γι’ αυτόν δεν υφίσταται, αλλά με την επιστροφή του θ’ ανακαλύψει ότι αυτή δε συγκροτείται πάντα με την παραδοσιακή της μορφή.
Αρχικά θα τον υποδεχθούν δύο παλιοί του συμμαθητές και θα τον προσκαλέσουν σ’ ένα πάρτι, χωρίς όμως να βρίσκει κάτι που να τον ικανοποιεί. Αυτό τον περιμένει ένα πρωί στο ιατρείο που πάει για εξέταση. Τη λένε Σαμ κι η Πόρτμαν την ενσαρκώνει υπέροχα σε μια από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας της. Η εξέλιξή τους δεν έχει τίποτα το απρόβλεπτο, αλλά τουλάχιστον προχωράει με χιούμορ και ενδιαφέροντα περιστατικά: ο ενοχλητικός loser συμμαθητής, ο θάνατος του Μαρμελάδα, ο αδερφός της Σαμ και κάποια μικρά αγγίγματα στη σκηνοθεσία (ο τοίχος με τα διπλώματα του γιατρού, το πουκάμισο/ ταπετσαρία, το καράβι στο χείλος της αβύσσου). Αυτά, με την ήπια ατμόσφαιρα, το χαλαρό ρυθμό και τις καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς, τυλιγμένα με όμορφο μελαγχολικό σάουντρακ φτιάχνουν μια πολύ ευχάριστη κομεντί για το σχηματισμό υποκατάστατων οικογενειών, όταν η δική μας νιώθουμε ότι έχει πάψει να υπάρχει.
FESTIVAL EXPRESS
Σκην.: Μπομπ Σμίτον
Εμφανιζονται: Τζάνις Τζόπλιν, Μπάντι Γκάι, Τζέρι Γκαρσία, ‘The Grateful Dead’, ‘The Band’ κ.α.
Το καλοκαίρι του 1970, δύο μάνατζερ συγκέντρωσαν πολλά από τα μεγαλύτερα ονόματα του ροκ κι οργάνωσαν ένα περιοδεύον φεστιβάλ με σταθμούς το Τορόντο, το Γουίνιπεγκ και το Κάλγκαρι. Το φεστιβάλ δε συνάντησε την απήχηση του Γούντστοκ, ενώ έμεινε στη μνήμη όχι τόσο του κοινού όσο των ίδιων των μουσικών που συμμετείχαν.
Οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ είχαν επιλέξει ως μέσο μετακίνησης των τραγουδιστών ένα τρένο το οποίο βάφτισαν ‘Festival Express 1970’. Μ’ αυτό διέσχισαν τον Καναδά για να δώσουν 3 συναυλίες εκείνο το καλοκαίρι, που σκιάστηκαν από επεισόδια και δεν απέδωσαν εμπορικά. Οι ταραχές ξεκίνησαν στο Τορόντο όταν μια μερίδα μαθητών κατηγόρησε τους διοργανωτές ότι τα εισιτήρια ήταν υπερβολικά ακριβά. Αυτό προκάλεσε τη δυσφήμιση της περιοδείας, η οποία δεν πήγε και τόσο καλά παρά το ότι απαρτιζόταν από πολύ γνωστά ονόματα.
Τα πλάνα είχαν γυριστεί από το κινηματογραφικό συνεργείο που ακολουθούσε το φεστιβάλ και μόλις το 2003 μπήκαν στην αίθουσα του μοντάζ για ν’ αποκαταστήσουν την υστεροφημία του. Η ταινία δεν κρύβει την εμπορική αποτυχία της τουρνέ, ούτε τις διαμαρτυρίες. Δέχεται ότι έγιναν κά ποια οργανωτικά λάθη, αλλά έστω κι έτσι, ήταν μια μοναδική εμπειρία που έπρεπε να έχει καλύτερη τύχη.
Το κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει στην ίδια σκηνή μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα της εποχής, κι αυτό είναι το κύριο θέλγητρο του φιλμ. Ο σκηνοθέτης αφήνει να παίζουν ολόκληρες ερμηνείες από συγκροτήματα όπως οι ‘Grateful Dead’, ‘The Band’ και φυσικά δύο τραγούδια από τη Τζόπλιν, η οποία θεωρείται (δικαίως ίσως) το αποκορύφωμα της ταινίας.
Αυτοί όμως που πραγματικά απόλαυσαν την περιοδεία ήταν οι μουσικοί. Το τρένο ήταν γι’ αυτούς ο παράδεισος όπως τον είχαν ονειρευτεί: ασταμάτητη μουσική, ποτά, ναρκωτικά και περιποίηση από τους μάνατζερ, οι οποίοι παρότι ήξεραν ότι η διοργάνωση δε θα ήταν όσο κερδοφόρα ήλπιζαν αρχικά, συνέχιζαν να παρέχουν στους καλλιτέχνες κάθε δυνατή εξυπηρέτηση. Εκτός από τις εμφανίσεις των τραγουδιστών, βλέπουμε και πολλά πλάνα από τη ζωή τους μέσα στο τρένο, αν κι όσα παρουσιάζονται πρέπει να είναι μόνο μια μικρή νύξη για όσα συνέβαιναν πραγματικά.
Ύμνος στο ροκ και τον τρόπο ζωής του ’70, εμβληματικό για τους οπαδούς του είδους.

