Του Ν. Τσαγκαράκη
ΠΛΑΓΙΩΣ
SIDEWAYS
Σκην.: Αλεξάντερ Πέιν
Πρωτ.: Πολ Τζιαμάτι, Τόμας Χέιντεν Τσερτς, Βιρτζίνια Μάντσεν
Ο Μάιλς είναι ένας καθηγητής αγγλικής φιλολογίας και μανιώδης γευσιγνώστης κρασιών, που φεύγει με τον καλύτερο του φίλο για μια τελευταία εβδομάδα διασκέδασης πριν το γάμο του δεύτερου. Στη διάρκεια του ταξιδιού, ο Μάιλς θα ξεπεράσει το χωρισμό με την πρώτη του γυναίκα και θα ερωτευτεί ξανά, έστω κι αν η υπερβολική επιφυλακτικότητά του διακινδυνεύει τη νέα του ζωή.
Χωρίς να αγνοείται η συμβολή του σκηνοθέτη, αυτή εδώ μάλλον θα μείνει περισσότερο γνωστή ως μια από τις ταινίες που θα κατηγοριοποιούνται ως ‘ταινίες Τζιαμάτι’. Κι αυτό γιατί ο ταλαντούχος ηθοποιός έχει ήδη καθιερώσει τη δική του κινηματογραφική προσωπικότητα, η οποία τυχαίνει να είναι ιδιαίτερα απολαυστική. Ο χαρακτήρας που ερμηνεύει εδώ είναι μια πιο ρεαλιστική παραλλαγή του ‘κομικ-ού’ μηδενιστή τύπου από το AMERICAN SPLENDOR. Είναι ένας ηττοπαθής, ορθολογιστής καθηγητής γυμνασίου που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον αισιόδοξο, γλεντζέ φίλο του, τον οποίο προσπαθεί ν’ αποτρέψει από τις συνεχείς ερωτικές του περιπέτειες.
Ο Μάιλς δεν αλλάζει ως δια μαγείας, ούτε μαθαίνει να χαίρεται τη ζωή βλέποντας το φίλο του ν’ απατάει την αρραβωνιαστικιά του. Τα περιστατικά που ζει με το φίλο του περνάνε χωρίς να τον αγγίζουν, τουλάχιστον επιφανειακά. Γιατί ουσιαστικά χάρη στην παρότρυνση του φίλου του αρχίζει να φλερτάρει τη Μάγια, παρόλο που την ξέρει ήδη πολύ καιρό. Ο Μάιλς συνειδητοποιεί ότι δεν ωφελεί να ζει μέσα στον αρνητισμό συνεχώς, ότι πρέπει ν’ αποκολληθεί από το παρελθόν του και να ερωτευθεί ξανά. Αλλά όχι οποιαδήποτε και όχι απλώς για χάρη του έρωτα. Η Μάγια είναι η ιδανική σύντροφος με την οποία μπορεί να μοιραστεί το πάθος και τις γνώσεις του για το κρασί, αλλά και κοινά βιώματα, αφού κι εκείνη έχει περάσει έναν αποτυχημένο γάμο. Ανοίγει το καλύτερο του κρασί σ’ ένα φαστφουντάδικο τρώγοντας μοναχός του κοτόπουλο πανέ. Μία από τις καλύτερες στιγμές ης ταινίας, με την οποία ο Μάιλς φτάνει στον πάτο της μοναξιάς και της εσωστρέφειάς του ενώ παράλληλα αρχίζει την επάνοδο για την πόρτα της Μάγιας.
Απαλή τζαζ για συνοδεία, οι αμπελώνες της Καλιφόρνιας για τοπίο και δυο υπέροχοι χαρακτήρες συνδυάζονται σε μια από τις πιο ευχάριστες φετινές ταινίες.
THE KID STAYS IN THE PICTURE
Σκην.: Μπρετ Μόργκεν, Νανέτ Μπέρστιν
Αφηγητής: Ρόμπερτ Έβανς
Ντοκιμαντέρ για τη ζωή και την καριέρα του Ρόμπερτ Έβανς, ενός από τους διασημότερους κινηματογραφικούς παραγωγούς του Χόλιγουντ.
Ο Έβανς άρχισε ως ηθοποιός τη δεκαετία του ’50, αλλά η υποκριτική σταδιοδρομία του δε διήρκεσε πολύ, καθώς έκρινε ότι ήταν μάλλον ατάλαντος κι έτσι αποφάσισε ότι αν δε μπορεί να τα καταφέρει μπροστά απ’ την κάμερα, θα καθιερωνόταν πίσω απ’ αυτή, ως παραγωγός. Πρότυπό του ήταν ο Ντάριλ Ζάνουκ, αφεντικό της Fox, χάρη στον οποίο ο Έβανς εξασφάλισε τη συμμετοχή του σε μια από τις ταινίες του.
Ο Ζάνουκ βροντοφώναξε ‘the kid stays in the picture’, ατάκα με την οποία αργότερα ο Έβανς τιτλοφόρησε τη βιογραφία του, διασκευή της οποίας είναι το φιλμ.
Σ’ αυτό δίνεται η σταδιοδρομία του μεγαλο-παραγωγού στη βιομηχανία του θεάματος, η φιλία του με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του επαγγέλματος όπως ο Τζακ Νίκολσον κι ο Ντάστιν Χόφμαν, οι σχέσεις του με το μισό γυναικείο πληθυσμό του Λος Άντζελες κι η συμμετοχή του στην παραγωγή μερικών από τις εμπορικότερες και σημαντικότερες ταινίες της δεκαετίας του ’70, όπως ΤΟ ΜΩΡΟ ΤΗΣ ΡΟΖΜΑΡΙ και ο ΝΟΝΟΣ.
Αφηγητής είναι ο ίδιος ο Έβανς τον οποίο ακούμε να καυχιέται πως έσωσε την Paramount από τη χρεοκοπία και να αποδίδει στον προσωπικό του οραματισμό την ανάπτυξη σχεδίων όπως η ΤΣΑΪΝΑΤΑΟΥΝ και ο ΝΟΝΟΣ. Έχει όμως το θάρρος να παραδεχτεί ότι όντως ήταν εντελώς ατάλαντος ως ηθοποιός και να χρεωθεί το χωρισμό του με την Άλι ΜακΓκρο. Μπορεί να μην είχε ταλέντο, αλλά είχε σίγουρα αποφασιστικότητα και δυναμισμό, χαρακτηριστικά που ίσως δεν είναι απαραίτητα για καλή υποκριτική, αλλά σίγουρα αποτελουν τα βασικότερα προσόντα ενός καλού επιχειρηματία.
Η στροφή του προς την διοικητική πλευρά της βιομηχανίας τον ‘απογείωσε’ μέχρι τις αρχές του’80, οπότε άρχισε η πτώση, επανακάμπτοντας στις αρχές του ’90, αν και ποτέ δεν επανήλθε στις επιτυχίες του ’70.
Στους τίτλους τέλους υπάρχει ένα ξεκαρδιστικό φιλμάκι που είχε τραβηχτεί στα γυρίσματα του MARATHON ΜΑΝ το 1976, στο οποίο ο Χόφμαν μιμείται – προφητικά - τον Έβανς όπως θα ήταν 20 χρόνια αργότερα.

