“ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ”

Αλκυόνη Παπαδάκη

Εκδόσεις Καλέντης

σελ. 381

Είναι κάτι νύχτες που τ’ αστέρια κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου... Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα και οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. Ξερό κλαδί και ο Ραράς (Παρασκευάς το κανονικό του), αποφάσισε να παντρευτεί την Φροφρώ (Αφροδίτη το βαπτιστικό της).

Είκοσι οκτώ χρονών ο Ραράς. Νέος, ωραίος, μάγκας, και προπαντός φανατικός του κρασιού και του ποδόγυρου, λούκουμος σωστός. Ολες τον ορέγονταν, αλλά καμία δεν αποφάσιζε να τον κουκουλωθεί.

Βάρκα τρύπια και χωρίς κουπιά... Πού να ονειρεύεσαι να σε βγάλει... Το επίθετό του ήταν Κολάκης. Αλλά επειδή δεν του άρεσε - είχε πάντα την αίσθηση του ωραίου - αποφάσισε κάποια στιγμή να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες και να του προσθέσει ένα “κο”. Κοκολάκης.

Θηρίο ανήμερο έγινε ο πατέρας του Ραρά, μ’ αυτή την πρωτοβουλία. Του ‘ κοψε και την καλημέρα και το χειρότερο, τον αποκλήρωσε. Εδωσε όλη του την περιουσία στον άλλο γιό του, που δεν είχε ποτέ την αίσθηση του ωραίου και δεν τον απασχολούσε το επίθετό του.

Εφερε βαρέως την περιφρόνησή του γονέα ο Ραράς. Παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειές του όμως, ο πατέρας του πέθανε δίχως να του δώσει άφεση αμαρτιών. Μπροστά στο αδιέξοδο της ζωής, ο Ραράς άρχισε να γλυκοκοιτάζει την Φροφρώ, που έμενε δίπλα στο σπίτι του και που ως τότε την έβλεπε μάλλον σαν σκιάχτρο.

Κάτι έπρεπε να κάνει. Κάπου έπρεπε να αγκυροβολήσει. Και η Φροφρώ ήταν ό,τι έπρεπε. Τίμια, καθαρή, είχε το σπιτάκι της, έβγαζε και τον επιούσιο μόνη της. Μαμή ήταν τότε η Φροφρώ. Είχε μάθει την τέχνη από την γιαγιά της. Οι γονείς της είχαν εκλείψει όταν αυτή ήταν δώδεκα χρονών. Τους έκαψε και τους δυο ένας κεραυνός.

Μόνο η γιαγιά της είχε απομείνει, που δεν ήταν μόνο μαμή, αλλά ήταν και μάγισσα και κομπογιανίτισσα και ό,τι θέλεις, προκειμένου να βγάλει λίγα χρήματα να τρώει εκείνη, να ταΐζει και την ορφανή.

Εμαθε πολλά από την γιαγιά της η Φροφρώ. Παρόλο που δεν είχε κληρονομήσει την πανουργία της, ούτε τ’ άλλα χαρίσματά της, τα κατάφερνε καλά. Ξεγεννούσε όλες τις γυναίκες κι όλα τα ζώα στο Αγιοβότανο, το χωριό της.

Τα χρόνια περνούσαν και η Φροφρώκα έμενε απάντρευτη. Ασκημη εκ γεννησημιού της, έβαλε και ο χρόνος την “πινελιά” του και άντε να βρει γαμπρό η “μαμή”.

Οταν ο Ραράς την επισκέφθηκε με λίγες βιολέτες κομμμένες από τον κήπο και της έκανε την πρότασή του, η Φροφρώ έκανε κάποιες ανεμικές προσπάθειες αντίστασης, αλλά πολύ γρήγορα υπέκυψε. Λούκουμος ο Ραράς. Μια άψητη μυρωδάτη ψυχούλα χωμένη κάτω από τα μπάζα της ύπαρξής της. Μόνο τα κερατάκια της έβγαζε πότε- πότε και τα κουνούσε, μπας και τα δει κανείς και φοβηθεί. Μπας και κάνει κάποιος στην άκρη. Ο γάμος έγινε αρχές Φθινοπώρου.

Μελαγχολικός ακόμα και ο καιρός για το αταίριαστο ζευγάρι. Και όμως ο γάμος έγινε. Ο Ραράς έλυσε το πρόβλημα επιβίωσης που είχε. Η Φροφρώ για πρώτη φορά γνώρισε την ανδρική αγκαλιά.

Συνέχισε την δουλειά που ήξερε. Ο,τι έβγαζε τα “ακουμπούσε” στον Ραρά, στον “άνδρα” του σπιτιού της. Οταν γέννησε την κόρη τους, πίστεψε πως ο Ραράς επιτέλους θα αναλάβει τις ευθύνες του. Η Ελλη, το κοριτσάκι τους (Ελλάς ήταν το βαπτιστικό της) ήταν ένα κακομαθημένο παιδί. Αχάριστο και ατίθασο, προϊδέαζε τους γονείς για το τί θα ακολουθούσε...

Είναι κάποιες νύχτες που τ’ άστρα κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν. Είναι αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.

Ιδια ακριβώς όπως οι στάχτες από τα όνειρα. Μια τέτοια νύχτα ο Ραράς που πάντα είχε στα χέρια του ένα κλειδί μα που ποτέ δεν βρήκε την δική του πόρτα για να την ανοίξει, άστεγος ο Ραράς, κάτω από τον ίσκιο των πουλιών, δεν άντεξε την μοναξιά του... δεν άντεξε αυτόν τον κόσμο και ΕΦΥΓΕ...



Η Αλκυόνη Παπαδάκη γεννήθηκε στα Χανιά. Τελείωσε τη Γαλλική Σχολή και ασχολήθηκε με το γράψιμο. Εργα της είναι: “Η μπόρα”, “Το κόκκινο σπίτι”, “Το χρώμα του φεγγαριού”, “Σκισμένο ψαθάκι”, “Αμάν- αμάν”, “Οι κάργιες”, “Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα”, “Το τετράδιο της Αλκυόνης”, “Βαρκάρισσα της Χίμαιρας”.



H BIBΛIOΠAPOYΣIAΣH ΓINETAI ΣE ΣYNEPΓAΣIA ME TO BIBΛIOΠΩΛEIO ΓEΩPΓANTΩNAKH