του Απόστολου Κατσιρντάκη

“Έως της παρούσης ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και ραπιζόμεθα και περιπλανώμεθα και κοπιώμεν εργαζόμενοι με τας ιδίας ημών χείρας. Λοιδορούμενοι ευλογούμεν. Ως περικαθάρματα του κόσμου εγίναμεν, σκύβαλα πάντων έως της σήμερον” (Α’ Κορ. δ’ 11-13).



Ως ένα υπόδειγμα και απόδειξη αλλαγής του χαρακτήρα και της ζωής του αμαρτωλού ανθρώπου, όταν ειλικρινά και με όλη του την ψυχή πιστέψει στον Ιησού Χριστό, παρουσιάζει ο Απόστολος Παύλος στην περικοπή αυτής της προς Κορινθίους επιστολής του, τον εαυτόν του και τους συνεργάτες του.

Προτού γνωρίσει τον Χριστό υπήρξε διώκτης της Εκκλησίας, ήτο πιστός τηρητής του Μωσαϊκού νόμου και αρκετά μορφωμένος όπως ήταν, είχε εξασφαλίσει ένα λαμπρό μέλλον μεταξύ των συμπατριωτών του. Επί πλέον, είχε υψηλή κοινωνική θέση, διότι όπως ομολογεί, ήταν Φαρισαίος. Ακόμη είχε ρωμαϊκή πολιτογράφηση, ιδιότητα που ήταν πολύ δύσκολο να αποκτήσει κανείς.

Όταν όμως εγνώρισε το Χριστό, κατά την πορεία του προς τη Δαμασκό, τα πάντα άλλαξαν στη ζωή του. Όλα αυτά τα πέταξε και όπως λέει, τα θεώρησε σκύβαλα, δηλαδή πράγματα χωρίς αξία, για να αφοσιωθεί στο έργο του Ευαγγελίου του Χριστού, στον οποίο παρέδωσε ολοκληρωτικά τον εαυτό του. Τόσο πολύ αγάπησε τον Κύριό του, ώστε αφήκε κάθε τι που αφορούσε στο δικό του συμφέρον, σε σημείο ώστε να μαρτυρεί ότι “Μετά του Χριστού συνεσταυρώθην. Ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλ’ ο Χριστός ζει εν εμοί” (Γαλάτας β’ 20). Και “Διότι εις εμέ το ζην είναι ο Χριστός και το αποθανείς κέρδος” (Φιλ. α’ 21). Τόσο πολύ αγάπησε τον Κύριο επειδή εγνώρισε ότι και Εκείνος τον αγάπησε και τον έταξε κήρυκα του Ευαγγελίου του μεταξύ των Εθνικών.

Από το έργο αυτό, στο οποίο αφιερώθηκε ολοκληρωτικά μήπως απεκόμησε τιμές και δόξες, ή χρήματα και περιουσίες; Ασφαλώς όχι, αλλά όπως γράφει και παραπάνω, η συντήρηση και του ίδιου και των συνεργατών του εγίνετο με προσωπική του εργασία. Από όπου επέρασε, μόνο αποδοκιμασίες, χλευασμούς, διωγμούς και λιθοβολισμούς εισέπραξε.

Στην Β’ προς Κορινθίους επιστολή του, επειδή εσυκοφαντείτο υπό των ομοεθνών του ότι δεν είναι Απόστολος του Χριστού επειδή κατά την επίγειο ζωή του Κυρίου δεν τον είχε γνωρίσει, αναγκάζεται να αναφέρει μερικά από όσα υπέφερε κατά την εκπλήρωση της αποστολής του μεταξύ των Εθνών και γράφει: “Εις κόπους περισσότερον, εις πληγάς καθ’ υπερβολήν, εις φυλακάς περισσότερον, εις θανάτους πολλάκις. Υπό των Ιουδαίων πεντάκις έλαβον πληγάς τεσσαράκοντα παρά μίαν. Τρις ερραβδίσθην. Άπαξ ελιθοβολίθην. Τρις εναυάγησα, εν ημερονύκτιον εν τω βυθώ έκαμον. Εις οδηπορίας πολλάκις, εις κινδύνους ποταμών, κινδύνους ληστών” και ο κατάλογος των όσων υπέφερε κατά την μακράν υπηρεσίαν του Ευαγγελίου, εξακολουθεί μακρότατος.

Αυτό θα πει αληθινή αγάπη και ολοκληρωτική αφιέρωση προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Εγνώριζε ότι θα βαδίζει σ’ ένα δρόμο, όχι ανθόσπαρτον, αλλά γεμάτο από κινδύνους, διωγμούς και στερήσεις, όμως τίποτε από όλα δεν στάθηκε ικανό να κάμψει την απόφασή του να βαδίσει το δρόμο μέχρι τέλους, μέχρι του μαρτυρικού θανάτου του. Η φωτοβόλος προσωπικότητα του Κυρίου του, και η συνεχής παρουσία του στην ζωή του, εξουδετέρωνε κάθε εμπόδιο και προχωρούσε με χαρά, αποβλέπων όχι στα βλεπόμενα που είναι φθαρτά και μάταια, αλλά εις τα μη βλεπόμενα τα οποία είναι άφθαρτα και αιώνια.

Με τη ζωή του αυτή ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, εδόξασε τον Σωτήρα και Κύριό του, και έγινε υπόδειγμα πίστης και αφιέρωσης για τον κάθε πιστό που έχει επίγνωση του καθήκοντος και της αποστολής του ως ακολούθου του Κυρίου Ιησού.