Η νέα ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ δεν έχει έρθει ακόμη στο Ηράκλειο, που μοιάζει να ζει στο δικό του –κινηματογραφικό- κόσμο. Εδώ σας δίνουμε τη δική μας πρώτη εντύπωση, καθώς και για το ενδιαφέρον θρίλερ που εκτυλίσσεται στη μέση του υγρού πουθενά.

Kακή εκπαίδευση La Mala Educacion

Σκην.: Πέδρο Αλμοδόβαρ

Πρωτ.: Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Φέλε Μαρτίνεζ, Ντανιέλ Γκιμένεζ Κάτσο

Δύο παλιοί συμμαθητές σε Καθολικό σχολείο συναντιούνται έπειτα από πολλά χρόνια, όταν ο ένας είναι επιτυχημένος σκηνοθέτης κι ο άλλος ανερχόμενος ηθοποιός, ο οποίος ζητάει από τον πρώτο να γυρίσει ένα σενάριο που του φέρνει σχετικά με τα παιδικά τους χρόνια.

Τα δυνατότερα στοιχεία της ταινίας είναι η πλοκή κι οι ερμηνείες της. Η πρώτη καταφερνει να πλέξει τα πολλαπλά μέρη της ιστορίας, μεταπηδώντας στο χρόνο και στο μυαλό των ηρώων, χωρίς να μπερδεύει, καταλήγοντας σ’ ένα συναισθηματικά ισχυρό αποτέλεσμα.

Υπάρχει μια γενική (για μένα κάπως υπερβολική) αντίληψη που θέλει το σινεμά του Αλμοδόβαρ φιλοσοφημένο και βαθυστόχαστο, χαρακτηριστικά που δε θα ‘θελα να απορρίψω, αλλά τουλάχιστον να ισορροπήσω λέγοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται πρωτίστως για ένα εξαιρετικά ‘σφιχτό’ σινεφιλικό ερωτικό –ομοφυλοφιλικό- δράμα. Τα αυξημένα εγκληματικά στοιχεία του σεναρίου τού προσδίδουν περισσότερο το χαρακτήρα του νουαρ, επικαλύπτοντας το μελοδραματισμό του.

Ο έρωτας του Ενρίκε για τον Ιγκνάθιο, ο αριβισμός του Ανχέλ, οι προβληματικές προτιμήσεις του πατέρα Μανόλο, γίνονται παράδειγμα για το εύθραυστο της σεξουαλικότητας, την ποικιλότητα των εκφάνσεων και τη ρευστότητά της. Είναι κρίμα που οι διάλογοι δεν είναι επάξιοι της πλοκής, αλλά αποζημιωνόμαστε από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Ο Μαρτίνεζ είναι ο ευαίσθητος, ισορροπημένος Ενρίκε, ο Μπερνάλ ως Ανχέλ δε νοιάζεται για κανένα παρά για τον εαυτό του, ενώ ο Κάτσο ως πατέρας Μανόλο βρίσκεται ανήμπορος, ολοκληρωτικά παραδομένος στο πάθος του που ρυθμίζει τη ζωή του, αξιολύπητος γιατί πάντα καταπίεζε τον εαυτό του.

Χωρίς κηρύγματα κατά της Καθολικής εκκλησίας, χωρίς στόμφο, αλλά όπως πάντα εξαιρετικά ευαίσθητος, ο Αλμοδόβαρ υπογράφει ένα ώριμο δράμα όπου η αγάπη εμποδίζεται από το ψέμα και τον αρρωστημένο ψυχισμό.



Aγριος ωκεανός Open water



Σκην.: Κρις Κέντις

Πρωτ.: Ντάνιελ Τράβις, Μπλάνσαρντ Ράιαν

Ένα ζευγάρι που κάνει διακοπές σε εξωτικό νησί, αφήνεται κατά λάθος στη μέση του ωκεανού, κατά τη διάρκεια εκδρομής για κατάδυση.

Ο Κέντις φτιάχνει μια αληθοφανή, αλλά όχι τόσο τρομακτική ιστορία όσο θα περίμενε κανείς. Γυρισμένο σε βίντεο, σε πραγματικές τοποθεσίες, με φυσικό ήχο κι ελάχιστη μουσική, το φιλμ κερδίζει σε πειστικότητα, αλλά δεν προσφέρει όσα τρομακτικά περιστατικά θα περίμενε κανείς. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας παραμένουμε μαζί με το ξεχασμένο ζευγάρι στη μέση της θάλασσας, παρακολουθώντας τη σταδιακή τους εξάντληση και τον αυξανόμενο φόβο για τους κίνδυνους που κρύβει το νερό. Το σενάριο είναι καλογραμμένο, βασισμένο σ’ ένα από τους μεγαλύτερους ανθρώπινους φόβους (μόνος στη θάλασσα χωρίς ίχνος στεριάς γύρω σου) με ρεαλιστικούς διαλόγους, χωρίς ηρωισμούς ή συμπτώσεις της τελευταίας στιγμής, αν και δεν καταλαβαίνω γιατί οι χαρακτήρες δεν απαλλάσσονται από τον καταδυτικό εξοπλισμό πολύ νωρίτερα.

Η ιστορία παρουσιάζει περιστασιακά διάφορες απειλές (τσούχτρες, μπαρακούντα) κι επικεντρώνεται στη μεγαλύτερη, τους καρχαρίες, με τους οποίους η κάμερα ‘παίζει’ εξαιρετικά. Το φιλμ όμως πάσχει από κλιμάκωση, καθώς έχοντας αναλωθεί σε τρομάγματα από καρχαρίες και στο δράμα των χαρακτήρων, όταν τελικά συμβαίνει κάτι πραγματικά τρομαχτικό, αυτό είναι και το μοναδικό γεγονός που προσφέρει η ταινία.

Aποτελεί τον αντίποδα της ΒΑΘΙΑΣ ΑΓΡΙΑΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ και θα μπορούσε να είναι μια από τις καλύτερες ταινίες τις χρονιάς αν αφιέρωνε λίγο περισσότερο χρόνο σε τρομακτικές σκηνές. Ως έχει, παραμένει ένα ενδιαφέρον δράμα με καλές ερμηνείες και εύστοχη μουσική υπόκρουση από τον έμπειρο σύνθετη δράσης Γκρέημ Ρεβέλ.