Του Ν. Τσαγκαράκη

ΦΑΡΕΝΑΪΤ 9/11

FAHRENHEIT 9/11

Σκηνοθεσία: Μάικλ Μουρ



5η σκηνοθετική δουλειά του Μουρ, η οποία βραβεύθηκε με το Χρυσό Φοίνικα στο περασμένο φεστιβάλ Κανών κι οι εισπράξεις της ξεπέρασαν τα 200 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, κάνοντάς τη το πιο εμπορικό ντοκιμαντέρ στην ιστορία του σινεμά. Σ’ αντίθεση με την προηγούμενη ταινία του, εδώ ο Μουρ δε δείχνει κάτι καινούριο. Αν είχατε παρακολουθήσει έστω και μία από τις περυσινές εκπομπές του Στέλιου Κούλογλου, τότε η ταινία δε θα σας πληροφορήσει για τίποτα καινούριο. Αλλά αν πρόκειται να αισθανθείτε κάτι, αυτό σίγουρα δε θα είναι βαρεμάρα.

Η απέχθεια του Μουρ για το Μπους και την κυβέρνησή του έχει γίνει εδώ και πολύ καιρό γνωστή, με δυναμικότερη εκδήλωσή της, το ξέσπασμα του σκηνοθέτη κατά την παραλαβή του Όσκαρ για τον ΑΚΗΡΥΧΤΟ ΠΟΛΕΜΟ. Εκεί παρουσιαζόταν η ‘στρατηγική’ της κυβέρνησης και των Μ.Μ.Ε. να κρατούν τον κόσμο τρομοκρατημένο προκειμένου να δικαιολογούν επεμβάσεις και πολέμους σε ξένες χώρες. Εδώ το επίκεντρο είναι οι ίδιοι οι πόλεμοι και συγκεκριμένα αυτός του 2003 στο Ιράκ, που είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Μουρ επιτίθεται στην υποκρισία του Μπους, ο οποίος ενώ ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε πόλεμο για την ασφάλεια των Η.Π.Α., στην πραγματικότητα προστάτευε τα συμφέροντα των εταιρειών στις οποίες συμμετείχε ή διατηρούσε επιχειρηματικές σχέσεις η οικογένειά του.

Ο Μουρ αρχικά δείχνει τον εξωφρενικό τρόπο με τον οποίο η οικογένεια Μπους άρπαξε τη νίκη στις εκλογές του 2000 μέσα από τα χέρια του Γκορ. Περιγράφει το Μπους ως έναν καθ’ όλα ανάρμοστο άνθρωπο για τη δουλειά του Προέδρου. Αποτυχημένος επαγγελματικά, αδιάφορος και αναίσθητος προς τα προβλήματα της χώρας, ο ίδιος δηλώνει ότι δε χρειάζεται να είσαι στο Λευκό Οίκο για να διοικήσεις την Αμερική, γιατί δόξα τω Θεώ, υπάρχουν και τα τηλέφωνα! Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τηλεοπτικό υλικό, αλλά και έρευνα με συνεντεύξεις που πραγματοποίησε ο ίδιος για να δείξει τις διασυνδέσεις των Μπους με Σαουδάραβες επιχειρηματίες. Βλέπουμε μέλη του Κονγκρέσου να ομολογούν ότι ενέκριναν τον “Πατριωτικό Νόμο” χωρίς καν να τον διαβάσουν, δυσαρεστημένους στρατιώτες στο Ιράκ, καθώς και δύο στρατολόγους Πεζοναυτών επί το έργον στο Φλιντ, μια από τις φτωχότερες πόλεις των Η.Π.Α., όπου πλησιάζουν κυρίως νεαρούς Αφρο-αμερικανούς. Στο τελευταίο μέρος, παρακολουθούμε μια μητέρα που ‘έχασε’ το γιο της στον πόλεμο του Ιράκ. Ομολογεί πώς από υποστηρίκτρια του πόλεμου κι υπερήφανη για τη συμμετοχή των παιδιών της στον αμερικανικό στρατό, συνειδητοποίησε τον παραλογισμό και τη θρασύτητα της κυβερνητικής πολιτικής.

Η ταινία θα σας κάνει να γελάσετε, να θυμώσετε και να συγκινηθείτε. Περισσότερο όμως θα οργιστείτε, με το πώς μπορεί μια ομάδα ανθρώπων να ξεφεύγει από τόσο προφανή και τερατώδη εγκλήματα. Πώς γίνεται ένας τόσο ανεύθυνος και ανόητος άνθρωπος, που υποστηρίζει ένα πολεμοχαρές κι αδίστακτο καθεστώς να παραμένει στην κυβέρνηση των Η.Π.Α. με όλη τη συνεπαγόμενη επιρροή στην παγκόσμια κοινότητα.



ΕΓΩ, ΤΟ ΡΟΜΠΟΤ I, ROBOT

Σκηνοθεσία: Άλεξ Πρόγιας

Πρωταγωνιστούν: Γουίλ Σμιθ, Μπρίτζετ Μόιναχαν, Άλαν Τάντικ, Τζέημς Κρόμγουελ



Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Ισαάκ Ασίμοφ, η ταινία εκτυλίσσεται στο Σικάγο του 2035, οπότε τα ρομπότ έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας. Είναι ευγενικά, εξυπηρετικά, και χωρίς ποτέ να έχουν διαπράξει το παραμικρό έγκλημα, καθώς ο προγραμματισμός τους περιέχει τους απαράβατους ‘Τρεις Νόμους της Ρομποτικής’. Ώσπου μια μέρα ο δημιουργός των ρομπότ αυτοκτονεί, κι ο αστυνομικός Ντελ Σπούνερ έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι υπεύθυνο είναι ένα καινούριο μοντέλο της σειράς NS-5, με τ’ όνομα Σόνυ. Ο Σπούνερ πρέπει να μάθει γιατί αυτοκτόνησε ο καθηγητής και το ρόλο του Σόνυ στο θάνατό του.

Ο Πρόγιας είναι ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες επιστημονικής φαντασίας, χαρακτηρισμό που νομίζω ότι δικαιούται μετά το ΚΟΡΑΚΙ (1994) και κυρίως τη ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΟΛΗ (1998). Εδώ κλήθηκε να φτιάξει κάτι πολύ πιο προσιτό στο ευρύ κοινό, φωτεινότερο, μ’ ένα γνωστό πρωταγωνιστή και πολύ περισσότερη δράση.

Παρότι λοιπόν η ταινία δε φτάνει τις προηγούμενές του, παραμένει εντυπωσιακή και συναρπαστική, με θεαματικά εφέ κι ένα Γουίλ Σμιθ που μπαίνει στον κόπο να παρουσιάσει κάτι παραπάνω από τo συνηθισμένο τύπο του ‘bad boy’.

Υποδύεται έναν αστυνομικό που δεν εμπιστεύεται την τεχνολογία κι είναι καχύποπτος προς τα ρομπότ, τα οποία κατηγορεί ότι δρουν αποκλειστικά με την ‘ψυχρή’ λογική, που εσφαλμένα πιστεύεται ότι οδηγεί πάντα στη σωστή λύση.

Η ταινία χειρίζεται ώριμα τη σχέση τεχνολογίας κι ανθρώπου, υποστηρίζοντας ότι παρά τους μεγάλους κινδύνους της πρώτης, η συνύπαρξή της με τον δεύτερο είναι εφικτή. Η προσωπική εμπειρία του Σπούνερ, δικαιολογεί απόλυτα την επιφυλακτικότητά του, αλλά ο ίδιος φέρει πάνω του τα οφέλη της τεχνολογίας, γεγονός που δέχεται με αμηχανία, ίσως και κάποια ντροπή. Σα μια παραχώρηση στις αρχές του από προσωπικό συμφέρον, που αποτελεί συνειδησιακό βάρος και για την οποία δεν του αρέσει να μιλάει. Η εξέλιξη της ιστορίας τον οδηγεί σε μια πιο ισορροπημένη οπτική, μετακινώντας τον από το ένα άκρο κάπου στη μέση.

Νομίζω ότι, παρότι επαρκής ως έχει, η επικείμενη απειλή ίσως θα μπορούσε να ήταν πιο ισχυρή στην απεικόνιση και το ρόλο της. Επίσης, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, έτσι κι εδώ τα ψηφιακά εφέ μπορεί να είναι καλοφτιαγμένα, αλλά χρησιμοποιούνται ασύδοτα, με αποτέλεσμα να μειώνουν την αληθοφάνεια των σκηνών δράσης (το κυνηγητό στο τούνελ), ενώ θα ‘γεράσουν’ γρήγορα την ταινία. Εκτός βέβαια από τα ρομπότ, που σχεδίασε η Digital Domain κι ο Πάτρικ Τατόπουλος (υπεύθυνος για τα εφέ των GODZILLA και INDEPENDENCE DAY), με το Σόνυ ως ολοζώντανο χαρακτήρα, αντάξιο συμπρωταγωνιστή των ανθρώπων και τα υπόλοιπα ανθρωποειδή φτιαγμένα στην εντέλεια, ισάξια της δουλειάς που είχε κάνει η ILM στη ΜΟΥΜΙΑ του Σόμερς.