Ρεπορτάζ Μαρία Θεοδωρίδου

Συνεχίζουμε και σήμερα την παράθεση των συγκλονιστικών αφηγήσεων των ελάχιστων ακόμα επιζώντων από την ναζιστική λαίλαπα στην επαρχία Βιάννου ένας από τους επιζώντες ο Χαρίλαος Ζερβουδάκης (από το Βαχό) φέρνοντας στη θύμησή του τα γεγονότα εκείνης της εποχής μας είπε:

Ηταν Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 1943, οι Γερμανοί είχαν μαζευτεί στην επαρχία Βιάννου και στα χωριά της Ιεράπετρας.

Ηταν περίπου 10.000 για να αντιμετωπίσουν 8.000 άμαχους κατοίκους της επαρχίας μας. Η εντολή δόθηκε, το μέρος έπρεπε να εκκενωθεί τελείως μέχρι και τα ζώα.

Εγώ εκείνη την μέρα είχα πάει στα Αμιρά για να παραδώσω ένα μήνυμα. Οι Γερμανοί που είχαν διαμοιραστεί πάνω στον Αγιο Χαράλαμπο είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν προς τα κάτω. Καθώς επέστρεφα από τα Αμιρά, με είδαν οι γυναίκες της περιοχής και μου φώναζαν πως έρχονται οι Γερμανοί. Τις ρώτησα από πού;

Από το “Σελί” μου είπαν, δηλαδή από’κει που ερχόμουν και εγώ, μα δεν τους είχα δει. Μόλις έφτασα κάτω, με εντόπισαν και με συνέλαβαν και μένα. Ηταν περίπου 20. Πήγαμε στο κάτω χωριό, στη μέση της πλατείας, στην εκκλησία του “Αφέντη Χριστού”. Δεν με άφηναν να φύγω, μιλούσαν στον ασύρματο. Ηταν μεσημέρι. Μάζεψαν όλους όσους έβρισκαν στο κάτω χωριό, γυναίκες-παιδιά ακόμα και μωρά. Ολους μαζί μας πήγαν στο πλάι ενός ποταμού στο ρυάκι. Την ώρα που μας είχαν για εκτέλεση, και μιλώντας στον ασύρματο αποφάσισαν να μας χωρίσουν. Μας χώρισαν σε γυναικόπαιδα και μωρά με άντρες ανω των 16 χρονων και πάνω. Εγώ ήμουν 16 χρονών τότε (γέννηση 5 Μαΐου 1926) και ο αδερφός μου 14, ο Γερμανός τον έσπρωχνε και αυτόν αλλά τελικά γλίτωσε από έναν άλλο Γερμανό που είπε πως ήταν μικρός. Μας πήραν, ήμασταν 7 άτομα, πιο πάνω μαζεύουν το θείο μου το Μανόλη και τον Γιώργο Μπαρμπαγαδάκη και προχωράμε για εκτέλεση. Μας πήγαν στην εκκλησία μας κάνουν έρευνα και μας γυρίζουν και κοιτάμε προς την έξω μεριά. Είδα τα πυροβόλα πάνω στα σπίτια. Ηθελαν να εκτελέσουν έναν-έναν να είναι σίγουροι. Τότε αρχίσαμε να φωνάζουμε για να μας ακούσουν οι πάνω χωριανοί και φύγουν. Η πρώτη σφαίρα βρήκε εμένα, στην πλάτη κοντά στον ώμο. Το τραύμα ήταν διαμπερές αλλά με δύναμη με έριξε κάτω. Κι ευτυχώς γιατί τη δεύτερη την έφαγα στο μάτι καθώς έπεφτα αλλιώς θα μου είχε ανοίξει το κεφάλι στα 2. Ενας-ένας πέφταμε κάτω, έπεσα πάνω στα πόδια του θείου μου Ζερβοδημήτρη τραυματισμένος και αυτός όπως και ο Αγγελάκης που ήταν δάσκαλος. Αυτοί λιποθυμούν, εγώ δεν χάνω τις αισθήσεις μου. Την στιγμή που σκέφτομαι να σηκωθώ, ο Γερμανός με πατάει στην πλάτη θεωρώντας με νεκρό και δίνει τη χαριστική βολή στον άλλο.

Από τον τρόμο μένω ακίνητος, οι Γερμανοί φεύγουν. Πάνε στο πάνω χωριό, στο δρόμο συναντούν τον Πετροδημήτρη και τον σφάζουν. Στην άκρη του χωριού σταμάτησαν και εκτέλεσαν και τους υπόλοιπους.

Εγώ είχα μείνει περίπου 4 ώρες αγκαλιά με τους νεκρούς. Η γυναίκα του Γιαν. Σταυρακάκη, στέλνει το παιδί τον Βαλεντίνο να φωνάξει τη θεία του για να μεταφέρουν τον τραυματισμένο πατέρα του στο σπίτι. Σηκώνομαι και φωνάζω στο Βαλεντίνο να πάει και στο δικό μας σπίτι. Μετά από λίγο ακούω τα κλάματα της μάνας μου και σηκώνομαι και πάω προς αυτή. Στα 50 μέτρα τη συναντώ, δε με γνωρίζει από τα αίματα που είχα πάνω μου και με προσπερνά. Φωνάζω “ε μητέρα, εγώ είμαι, που πάς!!!”. Γυρνάει με κοιτάει με αγκαλιάζει και τότε με μετέφερε στο σπίτι μας.

Ετσι από τύχη σώθηκα!