Του Ν. Τσαγκαράκη
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ
THE BOURNE SUPREMACY
Σκηνοθεσία: Πωλ Γκρήνγκρας
Πρωταγωνιστούν: Ματ Ντέημον, Τζόαν Άλεν, Μπράιαν Κοξ, Τζούλια Στάιλς, Φράνκα Ποτέντε
Συναρπαστική συνέχεια του THE BOURNE IDENTITY (ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ) του 2002, βασισμένο στη σειρά μυθιστορημάτων του Ρόμπερτ Λάντλαμ. Δύο χρόνια μετά το τέλος της πρώτης ταινίας, συναντάμε τον Μπορν και τη Μαρί, όχι στη Μύκονο όπου τους είχαμε αφήσει, αλλά στη Γκόα της Ινδίας. Ο Μπορν βρίσκεται και πάλι στο στόχαστρο της ίδιας του της υπηρεσίας, αυτή τη φορά ως αποδιοπομπαίος τράγος στο σχέδιο ενός διεφθαρμένου πράκτορα σε συνεργασία με τον πλουσιότερο επιχειρηματία της Ρωσίας. Πρέπει λοιπόν να ‘καθαρίσει’ τ’ όνομά του και να κάνει επιτέλους τη CIA να πάψει ν’ ασχολείται μαζί του.
Παρότι έχουν τα ίδια αρχικά, ο Τζέημς Μποντ και ο Τζέησον Μπορν είναι τα δύο άκρα του κατασκοπικού κινηματογραφικού είδους. Ο πρώτος βασίζεται στην ανεκδιήγητη υπερβολή και το τεχνολογικό θέαμα, ενώ ο δεύτερος στην εφευρετικότητα και την αυτοδυναμία του ήρωα. Όχι ότι ο Μπορν δεν έχει γκάτζετ, αλλά περιορίζονται στο ελάχιστο και δε θα ‘λεγε κανείς ότι χαρακτηρίζουν την ταινία. Εξάλλου, στον καιρό του Μποντ μπορεί τα γκάτζετ να έμοιαζαν εξωπραγματικά (εξ ου κι η μεγάλη συμβολή τους στην επιτυχία του ήρωα), αλλά στη σημερινή εποχή το περίεργο θα ήταν ένας μυστικός πράκτορας να μην είναι εφοδιασμένος με τεχνολογικό εξοπλισμό κάθε χρήσης. Επίσης, παρότι ο Μπορν δεν υστερεί σε θέαμα, οι ανάλογες σκηνές στοχεύουν στο ρεαλισμό, αντίθετα με τον Μποντ ή τις ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ που διαλέγουν τα ‘υπερ-φυσικά’ κατορθώματα. Παραδειγματική λεπτομέρεια, ένα πλάνο από το εσωτερικό του ταξί που οδηγεί ο Μπορν στη Μόσχα την ώρα της σύγκρουσης μ’ ένα άλλο αυτοκίνητο.
Μετά την επιτυχία και της δεύτερης ταινίας (πάνω απο 170 εκ. δολάρια στις Η.Π.Α.) η Universal σίγουρα θα προχωρήσει σ’ ένα τρίτο μέρος, αλλά για την εξέλιξη της σειράς ίσως είναι νωρίς να μιλήσει κανείς. Θυμηθείτε ότι κι ο Μποντ κάπως έτσι άρχισε (ΔΡ.ΝΟ, ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ), αλλά από την τρίτη κιόλας ταινία (ΧΡΥΣΟΔΑΚΤΥΛΟΣ) έκανε την εμφάνισή της η ‘μαγική’ Aston Martin DB-5.
Προς το παρόν πάντως η σειρά Μπορν διαφοροποιείται σημαντικά, στηριζόμενη περισσότερο στην αληθοφάνεια των καταστάσεων και το χαρακτήρα του ήρωα. Το παρασκήνιο της υπηρεσίας πληροφοριών, η ενημέρωση του προσωπικού, η παρακολούθηση, η μάχη σώμα με σώμα και το κυνηγητό είναι τα δικά της θέλγητρα, που στο SUPREMACY είναι περισσότερα και πλουσιότερα απ’ ό,τι στο IDENTITY.
Ο Μπορν είναι ένας πληγωμένος χαρακτήρας. Ακόμη δεν έχει καταφέρει να θυμηθεί ολόκληρο το παρελθόν του, παρά μόνο σκόρπια περιστατικά που προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά. Στην αρχή της ταινίας η ζωή του χειροτερεύει καθώς διακόπτεται η πολύτιμη απομόνωσή του κι ο ίδιος δέχεται ένα πολύ σοβαρό πλήγμα, που θα τον μετατρέψει από κυνηγημένο σε κυνηγό. Ως το τέλος της, θα έχει κλείσει ένα συναισθηματικό κύκλο, χωρίς όμως την ευκολία της ξαφνικής μετάπτωσης στην ευτυχία, για χάρη του ‘happy end’. Ο Μπορν, αν και ξέροντας πλέον το πραγματικό όνομα και την ημερομηνία γέννησής του, παραμένει μόνος, ανώνυμος, ουσιαστικά σα να μην υπάρχει, αφού τους μόνους ανθρώπους που γνωρίζουν την ύπαρξή του και την αληθινή του ταυτότητα, εκείνος εύχεται να μην τους είχε γνωρίσει ποτέ. Η τελευταία σκηνή τον δείχνει να χάνεται στην απροσωπία του νεοϋορκέζικου πλήθους, μέχρι την επόμενη φορά που θ’ αναζητηθεί.
Το φιλμ μένει πιστό στη διάθεση του ήρωα συνεχώς. Αυτή αντανακλάται κυρίως στους χώρους όπου διαδραματίζεται η πλοκή: το μόνο εξωτικό μέρος στην αρχή εγκαταλείπεται για τις ψυχρές, συννεφιασμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Όλες οι τοποθεσίες είναι πραγματικές, προσδίδοντας την απαιτούμενη κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, το σενάριο δεν κάνει καμιά χιουμοριστική παραχώρηση, η φωτογραφία είναι υπέρ-κινητική κι ατμοσφαιρική, το μοντάζ φρενήρες, αλλά περισσότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε σε ορισμένες σκηνές μάχης, όπου η κάμερα θα βοηθούσε περισσότερο αν ήταν λίγο πιο σταθερή και πιο απομακρυσμένη από τους ηθοποιούς.
Επιτέλους, μετά από καιρό σε ταινία δράσης, υπάρχει συναρπαστική μουσική για να συνοδεύσει τις καταδιώξεις, των οποίων η κορύφωση είναι η τελευταία στη Μόσχα, που είναι ένα από τα καλύτερα κυνηγητά με αυτοκίνητα στην ιστορία του σινεμά.
Ο Ντέημον είναι εξαιρετικός, η Άλεν σωστή σε ασυνήθιστο γι’ αυτήν ρόλο εξουσίας, ενώ ο Μπράιαν Κοξ έχει πλέον καθιερωθεί στη συνείδησή μας ως ένας από τους απολαυστικότερους ‘κακούς’ του Χόλιγουντ.
Προσωπικά ανυπομονώ να δω που θα πάει η σειρά από ‘δω και πέρα. Αν όντως οι τίτλοι συνεχίσουν με την αντίστοιχη σειρά των μυθιστορημάτων, θα πρέπει να δούμε το THE BOURNE ULTIMATUM κάπου στο 2006.

