Της Αργυρώς Κλημαθιανάκη

Η συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού αποτελεί πραγματικότητα εδώ και δεκαετίες. Η ερημοποίηση της υπαίθρου ξεκίνησε πρώτα με την εσωτερική μετανάστευση στο τέλος του β΄ παγκόσμιου πολέμου, και συνεχίστηκε με την εξωτερική μετανάστευση τις δεκαετίες του 50’ και του 60’.

Τις τελευταίες ωστόσο δεκαετίες παρατηρείται ένα άλλο είδος εσωτερικής μετανάστευσης προς τα μεγαλύτερα επαρχιακά κέντρα, με αποτέλεσμα τα χωριά της υπαίθρου, ορεινά και πεδινά να μην μπορούν να ανανεώσουν τον πληθυσμό τους και να σβήνουν σιγά-σιγά.

Τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία κατά ποσοστό 6,8%, ενόσω στην περιφέρεια έχει κρατηθεί περίπου στα ίδια επίπεδα. Αν δούμε αναλυτικά τα στοιχεία που αφορούν την Κρήτη και συγκεκριμένα το Ν. Ηρακλείου, πέρα από την δημογραφική έκρηξη στα βόρεια προάστια, στην ενδοχώρα παρατηρούνται 3 τάσεις:

α) Οι δήμοι παρουσιάζουν σταθερή μείωση του πληθυσμού τους

β) Ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στις έδρες των δήμων, και

γ) Η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στους ορεινούς δήμους. (πινακας)

Ο Δ. Αστερουσίων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ορεινού δήμου όπου ο συνολικός πληθυσμός παρουσιάζει μείωση (-8%) ενώ ο Πύργος που είναι η έδρα του δήμου παρουσιάζει αύξηση (+9%). Εντούτοις τα υπόλοιπα χωριά του δήμου παρουσιάζουν σημαντική μείωση του πληθυσμού τους. Μικρή ποσοστιαία μεταβολή παρουσιάζουν και οι έδρες των δήμων Ζαρού και Ρούβα που σημαίνει ότι συγκρατούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους.

Ο Δ. Μοιρών, σε αντίθεση με το Τυμπάκι και το Αρκαλοχώρι που επίσης θεωρούνται κέντρα ανάπτυξης με μεγάλο αριθμό κατοίκων συγκεντρωμένο στις έδρες, έχει αυξήσει τον συνολικό πληθυσμό του που συρρέει προς τις Μοίρες με ρυθμό 28%.

Ο Δ. Αγ. Βαρβάρας αποτελεί σημαντική εξαίρεση γιατί είναι ο μοναδικός ορεινός δήμος του Ν. Ηρακλείου που έχει αυξήσει τον πληθυσμό του. Η αύξηση αυτή όμως παρατηρείται στην έδρα του δήμου ενώ τα χωριά παρουσιάζουν μείωση του πληθυσμού τους.

ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ

Οι αγροτικές περιοχές της χώρας χαρακτηρίζονται από χαμηλούς ρυθμούς αύξησης του πληθυσμού, γεγονός που οφείλεται στις γενικότερες προβληματικές συνθήκες παραγωγής και διαβίωσης, στην απομάκρυνση των κατοίκων - κυρίως των νέων - από τις περιοχές αυτές, στα χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας και στη γήρανση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας, το γεωργικό ανθρώπινο δυναμικό είναι μεγάλης ηλικίας, το 60% δηλαδή των αρχηγών γεωργικών εκμεταλλεύσεων είναι πάνω από 56 χρόνων. Το δημογραφικό πρόβλημα αντανακλάται και στη διάθρωση κατά ομάδες ηλικίας των απασχολουμένων στον πρωτογενή τομέα, όπου το 62,65% είναι πάνω από 45 χρόνων, με συνέπεια να υπάρχουν δυσκολίες στον εκσυγχρονισμό του τομέα, ιδίως όταν πρόκειται να υιοθετηθούν νέες αντιλήψεις και δυνατότητες συνεργασίας με τους κοινωνικούς φορείς, νέα τεχνολογία, κλπ. Με τα σημερινά δεδομένα υπάρχει δυνατότητα αναστροφής της κατάστασης;

ΤΙ ΜΕΛΛΕΙ ΓΕΝΕΣΘΑΙ

Ο κ. Ασκοξυλάκης πρόεδρος της ΕΑΣ Μεσαράς, αναφέρεται στη συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος που δεν ενθαρρύνει τον αγροτικό πληθυσμό να παραμείνει και να δημιουργήσει στην ύπαιθρο. « Σε παγκόσμια συνάντηση που είχε γίνει πριν αρκετά χρόνια, ευρωπαϊκή επιτροπή επισκέφτηκε τη Φαιστό. Στόχος που έχει βάλει η ΕΕ στο πλαίσιο της GATT και του ΠΟΕ ( Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) σήμερα, είναι η συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού στο 6%. Αυτό για την Ελλάδα που έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων χωρών είναι καταστροφικό. Τα χωριά ολοένα ερημώνουν, οι νέοι φεύγουν αφήνοντας πίσω τους γέρους. Σήμερα έχουμε θα έλεγα μια μικρογραφία της αστυφιλίας με χωριά να ερημώνουν όπως ο Λίσταρος, και να πηγαίνουν στις Μοίρες. Τα ποσοστά ανεργίας είναι υψηλά και οι νέοι δεν βρίσκουν εύκολα δουλειά.

Πρέπει σα χώρα να στρέψουμε το βλέμμα προς την περιφέρεια. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το αγροτικό επάγγελμα είναι σημαντικό ώστε να θεσπιστούν μέτρα και κίνητρα για να παραμείνει ο αγρότης στην ύπαιθρο. Πρέπει να γίνουν έργα υποδομής, αλλά και τα προϊόντα να τύχουν αποδοχής με καλύτερες τιμές. Ύπαιθρος χωρίς αγρότες δεν λογαριάζεται ύπαιθρος..

Τα χρήματα των επιδοτήσεων θα μπορούσαν να είχαν αποτέλεσμα αλλά δόθηκαν ανεξέλεγκτα. Αυτό που πέτυχαν ήταν να εξυγιάνουν τα χαρτοφυλάκια των Τραπεζών, ενώ θα μπορούσαν μέσα από προγράμματα να εκσυγχρονισθεί ο αγροτικός τομέας και να εκπαιδευτεί ο αγρότης. Επίσης οι κτηνοτρόφοι θέλουν ενίσχυση και διαφορετική αντιμετώπιση. Δεν είναι δυνατόν το γάλα της τάδε φίρμας, να φτάνει στα ορεινά χωριά και το δικό μας πρόβειο και κατσικίσιο να μένουν πίσω στην προώθηση και εμπορία».

Διαφορετική είναι η προσέγγιση του κ. Α. Στεφανάκη, κτηνίατρου, συνεργάτη του ΕΘΙΑΓΕ. Ο κ. Στεφανάκης αναφέρει ότι στόχος της Ε.Ε. είναι η ανάπτυξη της υπαίθρου μέσω διαρθρωτικών προγραμμάτων και αυτός επιχειρήθηκε μέσα από το Γ΄ ΚΠΣ ενώ στους σχεδιασμούς της ΕΕ είναι και η αποσυμφόρηση των μεγάλων αστικών κέντρων: « Το πώς αξιοποιεί η Ελλάδα και η Κρήτη αυτά τα προγράμματα είναι ένα θέμα διαφορετικό. Δεν έχουμε επενδύσει στον πρωτογενή τομέα και στην ενημέρωση του κόσμου. Ο αγρότης όπως και ο κτηνοτρόφος δεν είναι ενημερωμένος. Η “λευκή βίβλος” έρχεται να ανατρέψει τα πάντα ως προς την παραγωγή που γίνεται ποιοτικότερη και ζητά να απασχολήσει περισσότερο προσωπικό τόσο προς όφελος του παραγωγού όσο και του καταναλωτή. Πιστεύω ότι θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούν όλοι οι φορείς και να αρχίσουμε από τα κάτω προς τα πάνω. Από τους Δήμους που πρέπει να ενδιαφερθούν για τον κόσμο τους, και στη συνέχεια η Ν.Α. και η Περιφέρεια».

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ…

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τους εναπομείναντες κατοίκους αλλά και τα χωριά τους. Καθημερινά βιώνουν την αποξένωση. Οι οικογενειακοί δεσμοί αλλά και οι πιο απλοί δεσμοί φιλίας στα χωριά έχουν χαλαρώσει. Οι περιουσίες των κατοίκων, κατά το πλείστον αμπέλια και ελιές, έχουν γίνει εκμεταλλεύσεις που τις χειρίζονται οι ξένοι εργάτες. Η εργασία του αγρότη έχει αποσυνδεθεί από την αξία και την αγάπη προς τη γη και τη φύση και έχει συνδεθεί με το χρήμα.

Μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα παραμονής των νέων της υπαίθρου. Οι νέοι αν στο σύνολό τους τις τελευταίες δεκαετίες έφευγαν ως εργάτες, σήμερα φεύγουν αρχικά για να σπουδάσουν χωρίς να επιστρέψουν πραγματοποιώντας την ευχή- κατάρα των γονιών τους να μη γίνουν αγρότες.

Τα δικά του αίτια για την εγκατάλειψη ωστόσο δίνει ο κ. Δημήτρης Μακρυγιαννάκης 89 ετών κάτοικος Βαγιονιάς. «Στους νέους δεν αρέσει η αγροτική ζωή και ψάχνουν για μια καλύτερη ζωή. Κάποτε το χωριό έσφυζε από ζωή. Στο σχολείο φοιτούσαν έως και 130 παιδιά. Οι νοικοκυραίοι είχαν περιουσίες και βιος που απ’ αυτό ζούσαν οι ίδιοι και τα παιδιά τους… όμως τα χρόνια άλλαξαν. Οι καιροί άλλαξαν. Τώρα λιγοστοί είναι οι νέοι στα χωριά μας. Οι περισσότεροι έχουν φύγει και τις περιουσίες μας τις δουλεύουν οι ξένοι»

Η κ. Ελευθερία Μενεγάκη αναφέρει: «Τα παιδιά και τα εγγόνια μου δεν ζουν εδώ. Σπούδασαν και έφυγαν… Εγώ ένιωσα τη ζεστασιά ενός ευρέος οικογενειακού περιβάλλοντος με τις εξαδέλφες μου και τις Θείες μου, τους παππούδες μου. Κάθε βράδυ βεγγερίζαμε μαζί, κουβεντιάζαμε…. και τώρα τα εγγόνια μας, ούτε για δείγμα δεν μπορούν να ζήσουν αυτή την εμπειρία.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Όμορφα γραφικά χωριά, ωστόσο με λιγοστούς κατοίκους, χωρίς παιδιά να φωνάζουν, να παίζουν στους δρόμους, χωριά δίχως να έχουν ζωή. Αυτή είναι η εικόνα των περισσότερων απομακρυσμένων χωριών από τα κέντρα ανάπτυξης. Το ολοκαίνουριο δημοτικό σχολείο της Παναγιάς, που κάποτε φιλοξενούσε πάνω από 40 παιδιά, τώρα είναι κλειστό. Τα 12 παιδιά που μένουν στο χωριό πηγαίνουν και παρακολουθούν μαθήματα στο δημοτικό σχολείο Ασημίου.

Η κ. Χ. Χριστοφοράκη πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Παναγιάς αναφέρεται στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το χωριό. «Οι νέοι άνθρωποι που παραμένουν εδώ, είναι ελάχιστοι και όχι κορίτσια. Τα κορίτσια φεύγουν προς αναζήτηση μίας καλύτερης μοίρας στην πόλη. Το χωριό φυλλορροεί. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε που μπορεί να φτάσει αυτή η κατάσταση»

Ο οικισμός Παναγιάς Δ. Κόφινα βρίσκεται ωστόσο σε πολύ καλύτερη θέση από πολλούς άλλους οικισμούς, που διαθέτουν οι Δήμοι κάτω των 50 κατοίκων και πληθυσμό ηλικιακά παρηκμασμένο που οδεύουν σιγά-σιγά προς εξαφάνιση.

ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΠΡΟΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ

Οι εγκαταλελειμμένοι οικισμοί, αποτελούν απομεινάρια μιας κοινωνίας που άλλοτε έσφυζε από ζωή. Τώρα κείτονται ερειπωμένοι σχεδόν σαν φαντάσματα. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι ο ακόμα πανέμορφος οικισμός στην Απόλυχνο ή ο οικισμός του Ράπτη. Μόνη ελπίδα η αξιοποίησή τους ως τουριστικά θέρετρα, κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει μία εναλλακτική μορφή ανάπτυξης για την ύπαιθρο.

Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Παναγιά στο Δ. Ζαρού. Είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά σύνολα της Κρήτης. Ο οικισμός αυτός, σχεδόν εγκαταλείφθηκε και από τα μέσα της δεκαετίας του 80΄ παραμένει με 10 κατοίκους. Τώρα αναγεννιάται από την ιδιωτική πρωτοβουλία με την ανακαίνιση των παλαιών πετρόκτιστων αρχοντικών, δίνοντας άλλη όψη και χαρακτήρα όχι μόνο για την αισθητική αλλά και την ουσιαστική αναβάθμιση της υπαίθρου. Το ίδιο συμβαίνει και στον εγκαταλελειμμένο οικισμό του Βρέλη με προσπάθειες που γίνονται και πάλι από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Όμως και οι Δήμοι έχουν μπει στο παιχνίδι των αναπλάσεων και συντηρήσεων παραδοσιακών και εγκαταλελειμμένων οικισμών καθώς αρκετοί απ’ αυτούς διαθέτουν μελέτες αξιοποίησης, περιμένοντας τις κατάλληλες χρηματοδοτήσεις από ανάλογα προγράμματα. Μεταξύ αυτών και ο Δ. Ζαρού που διαθέτει και τους περισσότερους εγκαταλελειμμένους οικισμούς: Κούρτες, Μεσίσκλι, Φραδιώ, Παλιάμα, Φαρί, Παναγιά, Καλαθιανά, Κυρμουσί και Λαλουμάς.