Να το πούμε από την αρχή : Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν επιτυχείς για τον σκοπό που έγιναν, και προβλέπω ότι ο μεγάλος κερδισμένος θα είναι ο τουρισμός και η τουριστική Ελλάδα αν δεν γίνουν τίποτα «χοντράδες» από τους αρμόδιους που προσωπικά δεν το πιστεύω.

Όμως η τουριστική Ελλάδα δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την «μέσα Ελλάδα» και με τον ουσιώδη «λόγο» της. Αντιθέτως μάλιστα.

Αλλά, ας τα πάρουμε από την αρχή. Από την διοργάνωση των αγώνων φάνηκε στην διεθνή κοινότητα πως είμαστε ικανότατοι και ανέλπιδα οργανωτικοί και αποτελεσματικοί έστω και αν πολλά έγιναν την τελευταία στιγμή, κι’ αυτό είναι μια μεγάλη και ανέλπιδη νίκη. Συγχρόνως δημιουργήθηκε μια αρνητική παράπλευρη απώλεια για την χώρα μας από την σπίλωση με το αντιντόπινγκ των αθλητών μας (όχι πως δεν ήταν, αλλά γιατί τους Έλληνες και όχι τους Αμερικανούς ας πούμε, αφού είναι κοινό πλέον μυστικό πως όλοι οι αθλητές είναι αποτέλεσμα «χημείας», ανιχνεύσιμης ή μη...) και την βεβήλωση της αθωότητας της Ολυμπίας ως πηγή της φλόγας και της αθωότητας του φωτός του Απόλλωνα που ενεργοποιεί τους αγώνες και τον Ολυμπισμό από την επίσης στημένη καταδίκη της νικήτριας της σφαιροβολίας ως ντοπαρισμένη.

Λασπώθηκε η Ολυμπιάδα από τα προσχεδιασμένα σκάνδαλα ντόπινγκ, λασπώθηκε η Ελλάδα ως η «καθαρή» εναλλακτική λύση στη συνείδηση του διεθνούς κοινού.

Όμως το μέγα ζήτημα κατ’ εμέ προέρχεται από τις δύο τελετές, έναρξης και λήξης και τι «εικόνα» βγήκε τόσο προς τα έξω όσο και προς εμάς τους ίδιους! Και πρώτ ’απ’ όλα πρέπει να δούμε τι ήταν αυτές οι τελετές, ποια τα στοιχεία τους και κυρίως ποια η ιδεολογία τους και ποια η σημασία τους τόσο για μας όσο (και κυρίως) για τους ξένους, ποιά εικόνα της Ελλάδος προβλήθηκε.

Για να γίνει αυτό πρέπει να δούμε τι Ελλάδα εξάγαμε τα τελευταία 50 χρόνια, και τι εξήγαγαν οι ολυμπιακές τελετές έναρξης και λήξης.

Από την απελευθέρωση και μετά η Ελλάδα (ο μέσος Έλληνας) προσπαθεί να βρει το νέο Ελληνικό πρόσωπο (να σχηματίσει τον ΜΥΘΟ του) και ισορροπεί αδέξια στη μνήμη των αρχαίων προγόνων και στις συνεχείς και αδιαλείπτως εισαγόμενες μόδες που έρχονται και επιβάλλονται και που εν’ τέλει καταλήγουν σ’όλα τα επίπεδα ζημιογόνες μιμήσεις. Τα πράγματα αλλάζουν αμέσως μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως μετά την πολλαπλή συμφορά του εμφυλίου. Επίσης η μικρασιατική καταστροφή με τις στρατιές των προσφύγων που έφτασαν μεγιστοποίησε τα δεινά και ο ελληνικός μικρασιατικός πληθυσμός φέρνει πόνο αλλά και μια ανάσα ανανέωσης ανατολίτικου αρώματος και ευγένειας. Φέρνει όμως και μουσικές. Έτσι από τους περιθωριακούς της προσφυγιάς εισβάλει το μπουζούκι, ένα νόθο όργανο περσικής ουσιαστικά προέλευσης εντελώς άσχετο με τα παραδοσιακά όργανα του δημοτικού μας μουσικού ιδιώματος, που είναι άμεσος φορέας της αρχαίας μνήμης και ενωτικός κρίκος του Ελληνικού αισθήματος.

Ο μεταεμφυλιακός Έλληνας είναι ένας ηττημένος και πικραμένος Έλληνας. Έτσι το ρεμπέτικο που είναι το «παράπονο» (και όχι η ανάταση του ξεριζωμού της Μικράς Ασίας) γίνεται η καλλιτεχνική καταφυγή των λαϊκών στρωμάτων. Σ’ αυτό συνέβαλε καθοριστικά η λεγόμενη πνευματική γενιά του 60’ που προσπαθώντας να οργανώσει ένα νέο πρόσωπο του Ελληνισμού (το μύθο του) γοητεύεται από την «σφριγηλή λαϊκότητα» των περιθωριακών ρεμπέτικων και με βασικό μεσολαβητή τον ιδιοφυή Μάνο Χατζιδάκη, το μπουζούκι μπαίνει στα σαλόνια. Συγχρόνως δημιουργείται ένα ολόκληρο κίνημα που στη θέση του σοφού προτύπου των αρχαίων καιρών που είναι ο διανοητικός άνθρωπος που ξέρει να χαίρεται την ζωή (Απολλώνιο και Διονυσιακό στοιχείο ΜΑΖΙ) μπαίνει ως κέντρο ο λαϊκός άνθρωπος ... με τα μπουζούκια του...

Το μπουζούκι, αποενοχοποιημένο από τα χασίσια και την υποκοσμική του διάσταση γίνεται μόδα στην Ελλάδα από τους δημιουργούς που ορίζουν τα γούστα της εποχής (οι καλλιτέχνες έχουν την δύναμη –και την ευθύνη- να φτιάχνουν μόδες): Χατζιδάκης, Κουν, Τσαρούχης, Κακογιάννης κλπ., όλοι με ένα θαυμασμό για τον λαϊκό άνθρωπο (δεν είναι άσχετος αυτός ο θαυμασμός από τις ερωτικές τους ιδιαιτερότητες).

Σε συνδυασμό με το πέρασμα του μπουζουκιού από τον Θεοδωράκη στο αντιστασιακό και πολιτικό τραγούδι ο μετεμφυλιακός Έλληνας αλλάζει τα μουσικά του γούστα και γενικότερα τον τρόπο διασκέδασης του. Από το, επί αιώνες ριζωμένο δημοτικό περνάμε στο ανατολίζων και ουσιαστικά ξενόφερτο ρεμπέτικο και έτσι ο νεοέλληνας αποκτά τη βάση της ψυχαγωγίας του μ’ ένα νόθο όργανο, το μπουζούκι, με νόθα ακούσματα εξ’ ανατολής, το ρεμπέτικο.

Το ρεμπέτικο βεβαίως ενσωμάτωσε μέσα του το ζεϊμπέκικο που είναι παραφθαρμένη μνήμη αρχαίων τελετουργιών – γι’αυτό και η λαοφιλία του – αλλά κυρίως ανέδειξε το τσιφτετέλι, που είναι το υπόλειμμα της τουρκικής επικυριαρχίας.

Όμως καθοριστικό ρόλο για την επιβολή της μόδας του μπουζουκιού και της «κλάψας» του (που εμφανίζεται ως μεγαλείο), έπαιξε ότι η εξαγωγή του ως έκφραση της σύγχρονης ελληνικότητας αφού επανήλθε από το εξωτερικό ως μόδα (να!... αυτοί είστε!!!) και έτσι έδεσε η «σούπα». Πως έγινε αυτό; (έχει ενδιαφέρον γιατί συνδέεται άμεσα με την εικόνα που εξήχθηκε από τις τελετές της Ολυμπιάδας). Από την δύναμη που είχε (και έχει) ο κινηματογράφος!! (τώρα και η τηλεόραση).

Τρεις ταινίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νεοελληνικού αισθήματος εντός και κυρίως εκτός Ελλάδος :

1) «Ζορμπάς» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, σε μουσική Θεοδωράκη

2) «Στέλλα» του ίδιου σκηνοθέτη με την Μελίνα Μερκούρη και τον Γιώργο Φούντα σε μουσική Μάνου Χατζιδάκη

3) «Ποτέ την Κυριακή» του Ζύλ Ντασσέν, επίσης με την Μελίνα Μερκούρη και σε μουσική επίσης Μάνου Χατζιδάκη.

Όπως είναι γνωστό στο κινηματογράφο ή βάση του αισθήματος ορίζεται κατά βάση από την μουσική, επειδή επενεργεί μ’ ένα πολύ ειδικό τρόπο στα κέντρα της ανθρώπινης ευαισθησίας. Και στις τρεις παραπάνω ταινίες η μουσική στηρίζεται στο μπουζούκι (στη Στέλλα μάλιστα η πρωταγωνίστρια είναι τραγουδίστρια στα μπουζούκια).

Το κοινό επίσης στοιχείο και των τριών ταινιών είναι ότι κεντρικό τους πρόσωπο είναι ο λαϊκός Έλληνας που εξιδανικεύεται. Στο «Ζορμπά» ο απλοποιημένος ήρωας του μεγίστου Καζαντζάκη, (εντελώς αφυδατωμένος στη ταινία σε σχέση με τους χυμούς και τις ρίζες, που πλημμύριζαν το βιβλίο) που γίνεται πρότυπο του Νεοέλληνα, που ο χορός του ενώ κατάγεται από το μουσικό ιδίωμα του νησιού μας, δεν παίζεται από όργανα της παράδοσής μας, αλλά από το ανατολίτικο μπουζούκι που ως συρτάκι, γίνεται μόδα εντός και εκτός Ελλάδας με πολλαπλές επιδράσεις – θετικές αλλά κυρίως αρνητικές.

Στη ταινία «Ποτέ την Κυριακή», ο αμερικάνος ερευνητής (τον παίζει ο ίδιος ο Ντασσέν) που έρχεται στη χώρα των αρχαίων σοφών, αντί αυτών βρίσκει μια πόρνη του λιμανιού (την Ελλάδα) και κάτι λαϊκούς ανθρώπους, από λιμενεργάτες έως γκαρσόνια που αρκουδίζουν χορεύοντας ελληνικούς χορούς που όμως είναι επίσης με τον ήχο του μπουζουκιού.

Αυτό ήταν. Η νεότερη Ελλάδα τόσο για μας τους Έλληνες όσο και κυρίως για τους ξένους είναι πλέον λαϊκοί άνθρωποι (στη θέση των σοφών) και μια χώρα που ακούει ή χορεύει με τους ήχους του μπουζουκιού. Δίπλα στο μπουζούκι προστέθηκε και η βαριά γεύση από το μουσακά, και η κρεατομένη μυρωδιά από το σουβλάκι με κρεμμύδι και τζατζίκι, και στη συνείδησή τους πλέον η Ελλάδα κατατάσσεται στην Ανατολή και όχι στο κέντρο της Ευρώπης και βεβαίως μακριά πλέον από την Αρχαία Ελληνική παράδοση.

Κανείς βεβαίως δεν παραγνωρίζει πως μέσα σ’αυτά τα τραγούδια υπάρχουν αριστουργήματα, αλλά είναι άλλο θέμα η αισθητική ποιότητα κι’άλλο η ιδεολογία που τα «φορτίζουν».

Τι είναι λοιπόν αυτό που έγινε στις Ολυμπιακές τελετές έναρξης και λήξης που απέσπασαν τα εγκωμιαστικότατα σχόλια της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων αλλά και των ξένων Μ.Μ.Ε. ; (Υπήρξε βεβαίως μια έξοχη μειοψηφία που γνωρίζει, αισθάνεται και συνομιλεί με το παρελθόν άρα και με το μέλλον, που σιώπησε. Αλλά τι είναι και τι πρεσβεύει αυτή η μικρή-μεγάλη μειοψηφία δεν είναι της στιγμής).

Τούτες οι τελετές λοιπόν επαναβεβαίωσαν την Ελλάδα του μπουζουκιού και του λαϊκού Έλληνα τραβώντας μάλιστα στα άκρα τούτη την κλωστή με τα καρπούζια, τους γύφτους, τις πλαστικές καρέκλες, την μπουζουκοπαρέλαση, την τσιφτετελιάδα και τα συναφή. Μόνο που πρόσθεσαν και την μουσική τέκνο και την Ισλανδή Μπιόρκ. Κι’ όλα τούτα, μαζί με τ’ αγάλματα, τους ιπτάμενους έρωτες, την παρέλαση του αρχαίου πολιτισμού μας σε καρούλια, τους κομήτες που ανάβουν κύκλους (είναι και παντελώς άσχετοι με την προϊστορία μας αφού όλα ΔΟΘΗΚΑΝ, εδώ, στη Κρήτη στο ιερό βουνό της ΙΔΗΣ, γλώσσα, μουσική, Ολυμπιακό πνεύμα, μέτρο, ανθρωπιά) και όλα αυτά δοσμένα με μια αισθητική λίγο «ερμαφρόδιτη» - (με μερικά ευρήματα όντως πολύ όμορφα) ένα τουρλού – τουρλού κι’απ’όλα έχει ο μπαξές εκτός από την ΚΑΘΑΡΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.

Αυτό έγινε, δίκην του λεγόμενου μεταμοντερνισμού της αισθητική τάσης (μόδας) των καιρών μας που είναι όλα μαζί εδώδιμα και διεθνή ανώτερα και κατώτερα, Μινωικός πολιτισμός και γύφτοι, μπουζούκια και λύρες, όμορφο και κιτς στην ίδια ακριβώς μαρμίτα. Και το σοβαρότερο : τα μπουζούκια αφού κατέβηκαν στην παραλιακή και τα σκυλάδικα, (στα λεγόμενα και πολιτιστικά κέντρα από τον ανεκδιήγητο - μακαρίτη πλέον - Υπουργό Γιαννόπουλο) κατέληξαν θριαμβικά στο τσιφτετελικό και εξευτελιστικό φινάλε της τελετής λήξης.

Και όλα αυτά μέσα σ’ ένα αισθητικό περιτύλιγμα υψηλού επιπέδου, γιατί ο Παπαϊωάννου δεν είναι ατάλαντος, απλά είναι δυτικόπληκτος και είδε τις τελετές σαν δυτικοευρωπαίος φιλέλληνας και με μια πινελιά «αρχαίου» γούστου. Και όλο αυτό ΕΠΡΕΠΕ οπωσδήποτε να μας αρέσει!!! ΣΕ ΟΛΟΥΣ...

Το κλίμα βεβαίως να μας αρέσει η τελετή έναρξης άρχισε να φτιάχνεται από πολύ νωρίς, Όμως τον τελευταίο μήνα τα ΜΜΕ ξεσάλωσαν και άπαντες έγραφαν και ξανάγραφαν «Μαγική βραδιά» χωρίς να έχουν δει βεβαίως τίποτα. Τα ίδια και απαράλλακτα ξανάγραφαν όπως ήταν φυσικό και μετά την τελετή. Ας τολμούσαν να μην έγραφαν.

Ποιοι βγήκαν κερδισμένοι ; ο τελετάρχης Παπαϊωάννου που πήρε μισό δισεκατομμύριο ως αμοιβή και η παρέα του, θαυμαστές όχι της Ελλάδας αλλά της Ελλαδίτσας. Ποιος έχασε ; η πατρίδα. Αλλά κυρίως έχασε, άλλη μια φορά ο Έλληνας που είχε την μεγαλύτερη ευκαιρία να αισθανθεί αλλά και να δείξει ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΞΩ; τι είναι αυτό που αντιπροσωπεύει η Ελλάδα, τι είναι η Ελληνική Ιδεολογία και τι είναι αυτό που αναγκαστικά θα επανεύρει η ανθρωπότητα στους μέλλοντες καιρούς το «πάντων μέτρο Άνθρωπος» την Ελλάδα του παρελθόντος που θα είναι η οικουμενική Ελλάδα του αύριο.

Χωρίς μπουζούκια, γύφτους και σκυλοτσιφτετέλια.

Πράγματι ο κόσμος χειροκρότησε και επιδοκίμασε αυτό το πολτό των τελετών. Γιατί, το ίδιο δεν έγινε και με το «Ποτέ την Κυριακή» αλλά και με τον «Ζορμπά»; Χειροκροτήθηκαν μέσα κι’ έξω, εκτός της κρητικής «αντίστασης» για την ταινία «Ζορμπάς». Κι’αυτό γιατί, οι υγιείς συμπατριώτες μας διαισθητικά συνέλαβαν την μεγάλη ζημιά που μας περίμενε πράγμα που έγινε, τότε κι’αυτοί θεωρήθηκαν γραφικοί ή επαγγελματίες γκρινιάρηδες. Έτσι δεν έγινε και τώρα; Όποιος δεν ακολουθεί το γενικό ρεύμα, σπιλώνεται.

Συμπέρασμα: Η Ελλάδα μ’αυτούς τους Ολυμπιακούς αγώνες και τις τελετές έναρξης και λήξης που είχαν 4 δις θεατές (ποιος ξέρει πότε θα ξανασυμβεί), έχασε την ευκαιρία να δείξει και να προβάλει την «μέσα Ελλάδα», και την ιδεολογία της.

Γιατί και Ελληνική ιδεολογία υπάρχει και Έλληνες δημιουργοί να την αναδείξουν στην οικουμενική της διάσταση, υπάρχουν. Θα γίνουν μόδα αλλά μετά από πολλά χρόνια ως μια δυναμική του Ελληνικού αισθήματος που σιγοκαίει αλλά δεν έσβησε… Στους αιώνες.

ΥΓ1. Μπαίνω στο πειρασμό να καταγράψω τα πρόσωπα που κέρδισαν ή έχασαν και ποιοι οι μεγάλοι απόντες από αυτούς τους αγώνες. Από τους αθλητές κερδισμένη ήταν η εμποδίστρια Φανή Χαλκιά που αυθορμήτως δήλωσε πως από κύτταρο (και μοίρα) είμαστε καμωμένοι για τα μεγάλα, ο σεμνός γίγαντας Πύρρος Δήμας που αποθεώθηκε και ο Κεντέρης που είτε είναι είτε όχι ευφυώς εμφανίστηκε ως θύμα... και πήρε με το μέρος του, τους καλοπροαίρετους Έλληνες. Κερδισμένη και η Δανηϊλίδου και βεβαίως η ανέλπιδη ποιότητα των εθελοντών.

Το κυρίαρχο πρόσωπο βεβαίως ήταν η συμπατριώτισσα μας Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη. Κέρδισε. Την ίδια στιγμή που υποθήκευσε τις μελλοντικές σχέσεις της με τους Έλληνες, από δύο σοβαρά επικοινωνιακά λάθη. Την ακούσια πυρπόληση και το θριαμβικό τσιφτετέλι του τέλους. Για να αλλάξει το δυσοίωνο μέλλον της, (για να πλησιάσει κοντύτερα στην ευτυχία, θα έλεγα) οι επόμενες κινήσεις της πρέπει να είναι πρωτοβουλίες ανιδιοτελούς αγάπης και ανθρωπιάς χωρίς ανταπόδοση, έξω από την περιοχή των Ολυμπιακών αγώνων αλλά και της πολιτικής, και κυρίως πρέπει να βρει ένα τρόπο να εμφανιστεί ως θύμα!!! για να την «πονέσουν» οι Έλληνες. Να την αισθανθούν ταπεινή γιατί αυτό το «σιδερένιο» που εμφανίζει, την κάνει απόμακρη (ή απωθητική) στους Έλληνες, που κατανοούν και παρηγορούν τον ηττημένο (βλέπε Κεντέρη) και λοιδορούν (ή και φθονούν) τους αλύγιστους νικητές (που δεν έχουν ανθρώπινο πρόσωπο) όπως φαίνεται να συμβαίνει αυτή τη στιγμή με την Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη.

Από την πολιτική, κερδισμένος είναι ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής γιατί, ορθώς νομίζω, δεν «άγγιζε την μηχανή» των αγώνων και τους ανθρώπους της ...

Κερδισμένη και η οικοδέσποινα – δήμαρχος Ντόρα Μπακογιάννη που ομόρφυνε την Αθήνα. Χαμένος ο Ορφανός που στα κρίσιμα, ήταν αμήχανος. Από το ΠΑΣΟΚ χαμένος ο Γιώργος Παπανδρέου (πέρα βρέχει...), χαμένος και ο Βενιζέλος με τις φωνασκίες του, χαμένος και ο Λιάνης (φωνάζει για να κρύψει, τι ;;;) κι’από τους εμπλεκόμενους μόνος κερδισμένος είναι ο Γιάννης Κουράκης που μέσα στον «ορυμαγδό» κέρδισε το τίτλο του ειλικρινούς και εντίμου, που δεν είναι λίγο, αλλά και ο Λαλιώτης που ευφυώς σιώπησε ενώ του ανήκει η πατρότητα μεγάλου μέρους των ολυμπιακών εγκαταστάσεων.

Οι μεγάλοι απόντες κατά τη γνώμη μου ήταν: ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, Ολύμπιος σαν αρχαίος θεός, νηφάλιος παρακολούθησε τα τεκταινόμενα όπως θα έπρεπε σαν ένας πολύ σοβαρός Έλληνας και ευχόταν να έχουν θετικό αποτέλεσμα οι Ολυμπιακοί, προσευχόμενος για την ΜΕΣΑ ΠΑΤΡΙΔΑ να μην ηττηθεί, τώρα αλλά και στους μέλλοντες καιρούς. Μεγάλη και ασυγχώρητη επίσης απουσία ήταν ο Ψαραντώνης, που είναι απευθείας απόγονος των Κουρητών και του αρχαίου μουσικού αισθήματος του τόπου μας. Αυτές οι παραλήψεις δεν σημαίνουν πολλά; Αλλά πως να χωρέσουν μέσα στα μπουζούκια;

ΥΓ. 2 Το πιο σημαντικό στην τελετή λήξης, έγινε έξω ακριβώς από το Ολυμπιακό στάδιο. Αφού έστειλαν εκτός σταδίου τους Πόντιους και τους Κρητικούς, για να αρχίσουν εντός σταδίου την παρέλαση των λαϊκών ειδώλων της παραλιακής με τροχονόμο δυστυχώς τον φίλο Σαββόπουλο και ενώ ο κόσμος άρχισε να εγκαταλείπει το στάδιο πριν τελειώσουν οι σκυλάδες, εκτός σταδίου οι εθελοντές έστησαν με τους Κρητικούς και τους Πόντιους ένα κανονικό πανηγύρι με λύρες κρητικές και ποντιακές έως τις 6 το πρωί. Αλλά αυτό ούτε το έδειξαν ούτε το είπαν τα Μ.Μ.Ε., ούτε βεβαίως το είδαν οι ξένοι, για να δουν πως πραγματικά γλεντάνε οι «ριζωμένοι» Έλληνες. Αυτοί δηλαδή που έχουν παρελθόν άρα έχουν και μέλλον.