Ανεπιφύλακτα υπέρ της μερικής αποσύνδεσης της επιδότησης από την παραγωγή λαδιού, τάσσεται ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Μεσσηνίας, γνωστός στη χώρα μας και το εξωτερικό κυρίως από το θεσμό «Οι δρόμοι του ελαιόλαδου» κ. Γιώργος Καραμπάτος, που θέλησε να μετέχει στο διάλογο τον οποίο έχει ξεκινήσει η «Π» με θέμα τη νέα Κοινή Οργάνωση Αγοράς για το προϊόν. Αναλυτικά, ο κ. Καραμπάτος έστειλε στην «Π» την παρακάτω επιστολή:
«Στις 22 Απριλίου 2004, στο Λουξεμβούργο το Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξε σε συμφωνία για μια δεύτερη φάση μεταρρύθμισης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής ιδίως στους τομείς των μεσογειακών προϊόντων. Συμφώνησαν στη γενική φιλοσοφία της μεταρρύθμισης του Ιουνίου του 2003 συμπεριλαμβάνοντας τη δημιουργία μακροπροθέσμων προοπτικών για όλα τα μεσογειακά προϊόντα μεταξύ των άλλων και για το ελαιόλαδο, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, τον καλύτερο προσανατολισμό προς την αγορά, την προστασία του περιβάλλοντος, τη σταθεροποίηση των εισοδημάτων και τη μεγαλύτερη μέριμνα για την κατάσταση των παραγωγών στις μειονεκτικές περιοχές και σε άλλες ευαίσθητες περιοχές.
Ένα μεγάλο μέρος των συζητήσεων επικεντρώθηκε στη περιβαλλοντική αειφορία της ΕΕ και την παγκόσμια στρατηγική αειφορίας.
Συμφώνησαν ότι η γεωργία συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση καθαρού και ευχάριστου αγροτικού περιβάλλοντος, αλλά μπορεί επίσης να καταστεί η αιτία για την ρύπανση του περιβάλλοντος, που σημαίνει ότι με τη νέα ΚΑΠ είναι απαραίτητο να θεσπιστούν μία σειρά από μέτρα και κανονισμούς που θα βοηθήσουν την ΕΕ στην επίτευξη παγκόσμιων στόχων περιβαλλοντικής αειφορίας. όπως για παράδειγμα η πολλαπλή συμμόρφωση και ορθές γεωργικές πρακτικές, οι κανόνες για την μόλυνση των εδαφών, των υδάτων, η δασική πολιτική, τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης, τα γεωργικοπεριβαλλοντικά καθεστώτα, η βιοποικιλότητα και θέματα για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.
ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Είναι πλέον φανερό ότι με την νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) στην ΕΕ διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση που θα αλλάξει σημαντικά ή τελείως την κατάσταση στην ύπαιθρο. Και έρχεται η δική μας σειρά να εκτιμήσουμε εάν πραγματικά μας ευνοεί το νέο περιβάλλον, ιδιαίτερα του μικρούς και μεσαίους αγρότες στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές ή τέλος πάντων πως θα επωφεληθούμε από την γενικότερη πολιτισμική και κοινωνική ανάπτυξη της υπαίθρου.
Τα μεγάλα ερωτήματα στα οποία πρέπει να σταθούμε και ο καθένας από εμάς να απαντήσει στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού για την νέα ΚΑΠ και των επιπτώσεων στην αγροτική μας κοινωνία είναι:
1. Η γεωργία μας έχει την δυνατότητα ή την πολυτέλεια να αγνοήσει την Κοινή Αγροτική Πολιτική και τις επιδοτήσεις της Ε.Ε.;
2. Υπάρχει Εθνική Αγροτική Πολιτική που εξασφαλίζει συνθήκες βιωσιμότητας των ελληνικών αγροτικών προϊόντων σε ένα περιβάλλον ανοικτών αγορών;
3. Υπάρχει δυνατότητα ενός σχεδίου για την εξασφάλιση του εισοδήματος και της ποιότητας ζωής των αγροτών στις προβληματικές περιοχές;
4. Υπάρχει σχέδιο για την βελτίωση στην οργάνωση της παραγωγής και της εμπορίας αγροτικών προϊόντων έξω από τις διαρθρωτικές ενισχύσεις και τους κανονισμούς της ΕΕ;
5. Υπάρχει σχέδιο που να μας εξασφαλίζει εναλλακτικά συστήματα γεωργίας ή εναλλακτικές χρήσεις αγροτικής γης ή την αναδιοργάνωση της διαρθρωτικής ενίσχυσης στη γεωργία έξω από τις αντίστοιχες πολιτικές της ΕΕ;
Η προσωπική μου άποψη είναι, πως όχι!!!
Δεν υπάρχει ούτε εθνική πολιτική, ούτε σχέδιο που θα έδινε λύσεις στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αγροτικός μας τομέας.
Τι φταίει γι’ αυτό ;
Φταίει το γεγονός ότι είμαστε μια μικρή μεσογειακή χώρα, με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, με γερασμένους στη μεγάλη πλειοψηφία αγρότες, σε περιβάλλον κρατικού προστατευτισμού, που βρήκε «κερκόπορτα», πρώτα μέσω της αμφισβήτησης των οργανώσεων εκπροσώπων των αγροτικών συμφερόντων και στη συνέχεια με την πολιτικοποίηση των αγροτών που εξαντλείται στις προσωπαγείς πελατειακές σχέσεις.
ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΕΧΟΥΝ «ΕΘΙΣΤΕΙ» ΣΤΙΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ
Και φτάνουμε στην εποχή των μεγάλων αλλαγών με την νέα ΚΑΠ, σε μία περίοδο όμως που οι αγρότες μας έχουν «εθιστεί» στις επιδοτήσεις, ξεχνώντας πώς να παράγουν για την αγορά. Κύριο μέλημα τους είναι η ποσότητα που παράγουν, την οποία «οι περισσότεροι εξ’ αυτών» ενισχύουν με το «πανωγράψιμο» ενώ δίνουν ελάχιστη σημασία στην ποιότητα. Γιατί μεθοδικά τους απέκρυψαν ότι το αγροτικό εισόδημα διαμορφώνεται από την αγορά και συμπληρώνεται από τις επιδοτήσεις και τις άλλες δραστηριότητες του αγροτοτουρισμού, του οικοτουρισμού κ.α.
Χάθηκε πολύτιμος χρόνος με την φιλοαγροτική πολιτική ενίσχυσης των αγροτικών εισοδημάτων πέρα των δυνατοτήτων της εθνικής οικονομίας, που είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση του θεσμικού και διαρθρωτικού εκσυγχρονισμού της ελληνικής γεωργίας με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στο εξής δίλημμα:
Εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα τον γεωργικό τομέα η πλήρης αποσύνδεση των επιδοτήσεων από την παραγωγή; ή αντίθετα είναι προτιμότερη η μερική αποσύνδεση ;
Το Επιμελητήριο Μεσσηνίας με τη συνεργασία ειδικών επιστημόνων μελέτησε με προσοχή τις ιδιαιτερότητες της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής όπως επίσης τις χρόνιες αδυναμίες του αγροτικού μας τομέα, ιδιαίτερα στο σημερινό ανταγωνιστικό περιβάλλον των ανοικτών αγορών και την είσοδο των 10 νέων χωρών στην Ε.Ε., (χώρες που στην πλειοψηφία τους είναι αγροτικές), και αφού συνεκτίμησε την πίεση που ασκεί η Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου για τη μείωση όλων των επιδοτήσεων μέχρι την πλήρη κατάργησή τους, πολιτικές που βρίσκουν συμμάχους τον τρίτο κόσμο, θεωρεί ότι:
ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ
ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙΤΑΙ ΤΟ «ΠΑΝΩΓΡΑΨΙΜΟ»
Εάν επιλέξουμε την «πλήρη αποσύνδεση» δεν εξυπηρετούμε το συμφέρον του παραγωγού αντίθετα επιβραβεύουμε το «πανωγράψιμο» και καταδικάζουμε μακροπρόθεσμα τον αγροτικό τομέα και κατ’ επέκταση την εθνική μας οικονομία.
Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση εξασφαλίζουμε την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων που ανταποκρίνεται σε διεθνείς προδιαγραφές με ελεγχόμενο κόστος παραγωγής ικανό να παράγει προστιθέμενη αξία στο τόπο καλλιέργειάς του και κέρδος για τον παραγωγό αλλά τον τυποποιητή – βιομήχανο. Εξασφαλίζουμε ακόμη τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του αγροτοτουρισμού, του οικοτουρισμού και άλλων μορφών θεματικού τουρισμού, ενισχύουμε τις ομάδες παραγωγών, την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα, την πολύ - απασχόληση στον αγροτικό χώρο και το κυριότερο ενισχύουμε την τοπική οικονομία.
Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, ιδιαίτερα για τα φτωχά κράτη μέλη, όπως η περίπτωσή μας, δίνει μεγάλα περιθώρια χειρισμών, ενθαρρύνοντας σειρά μέτρων που τελικά εξυπηρετούν εθνικές πολιτικές, στο πλαίσιο φυσικά των γενικών αρχών της ΚΑΠ και της κοινοτικής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδος, με την νέα ΚΑΠ οι αγρότες μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις και πολύ περισσότερο να εφαρμόσουν στις καλλιέργειες σωστές πρακτικές ή και οικολογικές μεθόδους, να αποκτήσουν συμπληρωματικά εισοδήματα καθώς και να επωφεληθούν από τις νέες ρυθμίσεις αρκεί να προετοιμαστούν μέχρι τον Ιανουάριο του 2006 που θα μπορούσε να ξεκινήσει η εφαρμογή της νέας ΚΑΠ σύμφωνα με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Σάββα Τσιτουρίδη.
ΝΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΤΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ
Στο μεσοδιάστημα αυτό η πολιτεία, οι συνεταιριστικές οργανώσεις, οι ομάδες παραγωγών, οι Δ/νσεις Γεωργίας πρέπει να προετοιμάσουν τους παραγωγούς πρώτα για να κατανοήσουν ότι η νέα ΚΑΠ είναι μονόδρομος και στη συνέχεια για να μάθουν για τις δυσκολίες αλλά και τα πλεονεκτήματα αυτού του συστήματος, όπως για παράδειγμα ότι:
• Τα δικαιώματα στην επιδότηση καθίστανται περιουσιακά στοιχεία και μπορούν να πωληθούν, κληρονομηθούν και ενοικιαστούν υπό προϋποθέσεις που θα καθοριστούν από την πολιτεία και θα ελέγχονται από μηχανισμό που θα στηθεί και θα παρακολουθεί τις μεταβιβάσεις δικαιωμάτων από δικαιούχο σε νέο δικαιούχο μόνιμο ή ενοικιαστή.
• Σε ατομικό επίπεδο (του παραγωγού) διασφαλίζει σταθερές επιδοτήσεις,
• Εξασφαλίζει στους δικαιούχους ελευθερία παραγωγικών και επιχειρηματικών επιλογών, δηλαδή χωρίς κανένα πρόβλημα θα μπορούν μικροί παραγωγοί να συστήσουν «Ομάδα Παραγωγών» (όπως για παράδειγμα η ομάδα του «ΝΗΛΕΑ» στους Γαργαλιάνους της Μεσσηνίας) εξασφαλίζοντας οικονομία της κλίμακας αλλά και εύκολη εφαρμογή των καλών πρακτικών καλλιέργειας και διαχείρισης της παραγωγής όπως αυτές ορίζονται από τους σχετικούς Κανονισμούς.
Είναι καιρός να ακολουθήσουμε τα πετυχημένα παραδείγματα στην Ελλάδα και τον κόσμο όπου απλοί αγρότες εντάσσονται σε «ομάδες παραγωγών» και μετατρέπονται σε σύγχρονους επιχειρηματίες που φροντίζουν για την ποιότητα του προϊόντος, την σωστή διανομή και τοποθέτηση των προϊόντων τους στην αγορά, αξιοποιώντας τοπικά και διεθνή δίκτυα διανομής και ακολουθώντας τακτικές ενός σύγχρονου Μάρκετινγκ, δηλαδή «ένα σύνολο από τεχνικές και μεθόδους που έχουν ως αντικείμενο την εμπορική στρατηγική σε όλες τις μορφές της και ειδικότερα τη μελέτη των εμπορικών αγορών», την ενημέρωση των καταναλωτών μέσα από εκδηλώσεις επιπέδου με σκοπό ανάδειξη της διατροφικής αξίας των τοπικών παραδοσιακών προϊόντων για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα των μεγάλων πόλεων, δηλαδή τακτικές που τους εξασφαλίζουν την «πώληση της διαφοράς» στις μεγάλες αγορές όπου ο καταναλωτής είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού.
ΧΑΘΗΚΕ ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ…
Έπ’ ουδενί επομένως δεν γίνεται να απουσιάζουν από αυτή την προσπάθεια οι τυποποιητές και οι εξαγωγείς, γεγονός που επιβάλλει μία σχέση αμοιβαίας κατανόησης και αλληλοεκτίμησης. Δυστυχώς, διάφοροι πολιτικοί και συνεταιριστές ωθούμενοι από το προσωπικό τους συμφέρον και αδιάφοροι για το μακροπρόθεσμο συμφέρον του αγροτικού τομέα και κατ’ επέκταση της εθνικής μας οικονομίας, προσπαθώντας να κερδίσουν την συμπάθεια (και την ψήφο) των αγροτών, υπονόμευσαν αυτή την σχέση παραπληροφορώντας τους παραγωγούς ότι δήθεν θα μπορούσαν να γίνουν και καλοί βιομήχανοι, και τυποποιητές, και πωλητές με αποτέλεσμα να χαθεί χρόνος πολύτιμος για τα δικά μας αγροτικά παραδοσιακά προϊόντα (ελαιόλαδο, ξερά σύκα, κορινθιακή σταφίδα κ.α) να χάσουν το προβάδισμα και άλλα ξένα (κατώτερης ενδεχομένως ποιότητας) να προωθηθούν αποτελεσματικότερα στις διεθνείς αγορές και να εξασφαλίσουν τη θέση τους στα ράφια των μεγάλων αγορών της Ευρώπης και του κόσμου.
Για όλους τους λόγους, το Επιμελητήριο Μεσσηνίας έχει την άποψη ότι δεν πρέπει να επαναλάβουμε τα παλιά μας λάθη και να πέσουμε στην παγίδα των υποσχέσεων περί δυνατότητας επιστροφής στην «φιλοαγροτική πολιτική» του παρελθόντος, όπου η ιδεολογία του αγροτικού λαϊκισμού εγκατέστησε νοοτροπίες και συμπεριφορές αντίθετες με την ανάγκη θεσμικών και διαρθρωτικών παρεμβάσεων στην ελληνική γεωργία.
Με τη νέα ΚΑΠ έχουμε την δυνατότητα για ένα νέο ξεκίνημα, όπου οι επιχορηγήσεις θα επενδύονται για την δημιουργία ενός ανταγωνιστικού προϊόντος ικανού να σταθεί στις ανοικτές αγορές, και να εξασφαλίσει το εισόδημα του παραγωγού.
Γι’αυτό, πρέπει όλοι μας με τις δηλώσεις και τα γραφόμενά μας να βοηθήσουμε τους αγρότες μας να κατανοήσουν ότι η εποχή που η μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών επεδίωκε την αύξηση της ποσότητας της παραγωγής – με λίγο πανωγράψιμο – πέρασε, όπως επίσης και η εποχή της «διαχείρισης της γεωργικής εκμετάλλευσης από μακριά».
Πρέπει επίσης να βοηθήσουμε τους αγρότες να κατανοήσουν ότι στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται με την νέα ΚΑΠ, ρόλο παίζει η ολοκληρωμένη διαχείριση του προϊόντος από καλά εκπαιδευμένους αγρότες με επιχειρηματικές γνώσεις, ικανούς να εφαρμόσουν τις θεσμοθετημένες απαιτήσεις που απορρέουν από την εφαρμογή μιας σειράς οδηγιών, κανόνων και καλών πρακτικών. Πρακτικές που η πιστή εφαρμογή τους θα αποδεικνύεται με αριθμοδείκτες, οι οποίοι με τη σειρά τους θα ενσωματώνουν περιβαλλοντικούς προβληματισμούς τους οποίους καλείται να αξιοποιήσει η πολιτεία για την επόμενη τροποποίηση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής.
ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ ΚΑΤΑ 60%
Με βάση όσα προείπαμε το Επιμελητήριο Μεσσηνίας, προτείνει την αποσύνδεση του 60 %, με το υπόλοιπο 40 % να είναι συνδεδεμένο με την «πολλαπλή συμμόρφωση» δηλαδή την τήρηση των Κανόνων Ορθής Γεωργικής Πρακτικής και των διαφόρων φιλοπεριβαλλοντικών μέτρων.
Σε ό,τι αφορά στα κριτήρια που θα καθοριστούν για την «πολλαπλή συμμόρφωση», την διαχείρηση των πόρων από τις μειώσεις των ενισχύσεων, το σύστημα παροχής συμβουλών στο πλαίσιο της αναθεωρημένης ΚΑΠ και γενικά στη διαχείριση του εθνικού φακέλου είναι ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και είναι αναγκαίο στις συναντήσεις αυτές να συμμετέχουν όχι μόνο οι παραγωγοί και εκπρόσωποί τους αλλά και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς με τα αγροτικά προϊόντα και γιατί όχι και όσοι ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη του αγροτικού χώρου.
Πρέπει τέλος οι αγρότες να πληροφορηθούν ότι στη νέα εποχή της διευρυμένης ΕΕ ο αριθμός των γεωργών της ΕΕ αυξήθηκε κατά 57% (περίπου 11 εκατ.) για τους οποίους εξασφαλίστηκαν πόροι ύψους 5,8 δις. ευρώ για την τήρηση των προτύπων της ΕΕ, δηλαδή στην ουσία τη δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων που ενδεχόμενα να πάρουν τη θέση του δικού μας προϊόντος στις μεγάλες αγορές.
ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΦΥΛΑΚΤΙΚΟΙ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΣΕΙΡΗΝΕΣ
Κάνω την ευχή οι παραγωγοί μας να είναι επιφυλακτικοί στις «σύγχρονες σειρήνες» που τους υπόσχονται «περασμένα μεγαλεία», γιατί το συμφέρον τους είναι η κατανόηση της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η ένταξή τους σε «Ομάδες Παραγωγών», η ολοκληρωμένη διαχείριση του προϊόντος που θα τους εξασφαλίσει ποιότητα αλλά και χαμηλότερο κόστος παραγωγής, δηλαδή ανταγωνιστικότητα με όρους ποιότητας και υγιεινής, απαραίτητη προϋπόθεση για την σίγουρη εξασφάλιση αγορών, τιμής και εισοδήματος.
Σ’ αυτή την προσπάθεια καθοριστικός παράγων θα είναι το επίπεδο συνεργασίας με τους επιχειρηματίες του κλάδου, οι οποίοι καλούνται με την σειρά τους να διαφυλάξουν και να σεβαστούν αυτή την συνεργασία με κάθε τρόπο, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουν και αυτοί με την σειρά τους να εξασφαλίσουν κερδοφορία στις επιχειρήσεις τους και κατ’ επέκταση προστιθέμενη αξία στη χώρα μας, δηλαδή κοινωνική ευημερία.
Και επειδή θεωρούμε ότι δεν θα υπάρξουν άλλες ευκαιρίες για την ελληνική γεωργία, τα πολιτικά κόμματα που έχουν την κύρια ευθύνη γιατί μέχρι σήμερα δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που δόθηκαν από την Ε.Ε. για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, τη βελτίωση των υποδομών και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής γεωργίας, ιδιαίτερα των προβληματικών περιοχών όπως η Μεσσηνία, οφείλουν να έχουν διακριτική θέση και να ενισχύσουν τη δημιουργία διεπαγγελματικών οργανώσεων κατά προϊόν σε τοπικό επίπεδο. Γιατί μόνο έτσι θα προσφέρουν στον αγροτικό τομέα και στην οικονομία μας γενικότερα.

