«Σύνταξη στους ελαιώνες» χαρακτηρίζει την αποσυνδεδεμένη από την παραγωγή επιδότηση ελαιόλαδου, ο διευθυντής του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Ελαίας Χανίων δρ Νίκος Μιχελάκης.
Με την ορολογία αυτή, ο δρ Ν. Μιχελάκης επιχειρεί να τονίσει τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει στην ελαιοκομία της χώρας μας η «απομάκρυνση» του παραγωγού από τις παραχθείσες ποσότητες. Τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της όσο το δυνατό χαμηλότερης αποσύνδεσης της επιδότησης από την παραγωγή (είναι από τους πρώτους ανθρώπους που πρότειναν η αποσύνδεση να κινηθεί σε όσο το δυνατό χαμηλότερα επίπεδα) και μιλά για μία ιδιότυπη σύνδεση της επιδότησης με τις παραγωγές παλιότερων ετών… Αυτή ακριβώς η σύνδεση, λέει ο δρ Ν. Μιχελάκης, θα φέρει τον «εμφύλιο» μεταξύ των παραγωγών και όχι τα κριτήρια τα οποία προτείνει να καθοριστούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
ΕΡ.: Ποιοί κατά την άποψη σας είναι οι στόχοι της νέας Κοινής Οργάνωσης Αγοράς Ελαιόλαδου; Πώς τελικά η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου;
Ν. Μιχελάκης: Η «αναμόρφωση» της ΚΟΑ Ελαιολάδου, όπως ονομάστηκε λόγω των ριζικών μεταρρυθμίσεων που θα επέφερε, κρίθηκε αναγκαία γιατί όπως αναγνωρίστηκε από την ίδια την Κοινότητα περιείχε βασικά στρατηγικά λάθη αλλά και διότι οι συνθήκες σήμερα και στην παραγωγή αλλα και στην κατανάλωση ελαιολάδου έχουν αλλάξει ριζικά.
Έτσι τέθηκαν νέοι στόχοι και νέες αρχές που αρχικά φάνηκαν ότι πράγματι μπορούν να οδηγήσουν στην χάραξη μιας νέας πορείας για τον κλάδο και σε μια συνολική ορθολογική αναβάθμιση της υπάρχουσας κατάστασης. Δυστυχώς όμως, όπως διαπιστώνεται από τις εξελίξεις, ο ρόλος που απέμεινε πλέον για τους στόχους και τις αρχές αυτές είναι να διανθίζουν τις εισαγωγικές εκθέσεις των Κοινοτικών Κανονισμών και τις δηλώσεις των κοινοτικών και εθνικών αρμοδίων ενώ στην πράξη φαίνεται να εγκαταλείπονται πλήρως.
Οι κύριοι στόχοι που αρχικά τέθηκαν για την αναμόρφωση της ΚΟΑ ήταν να εγκαταλειφθεί η στήριξη της παραγωγής (επιδοτήσεις ανά κιλό) και να δρομολογηθεί η στήριξη του εισοδήματος του παραγωγού ώστε να υπάρξει κάποια προσαρμογή στους όρους του ΠΟΕ αλλά και να σταματήσει ή περιοριστεί η συνεχιζόμενη αύξηση της παραγωγής.
Επίσης να επιδιωχθεί η προώθηση της ανάπτυξης, της κοινωνικότητας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της διασφάλισης της υγείας των καταναλωτών.
Βασικά στοιχεία για την διαμόρφωση των στόχων αυτών, ήταν η εκτίμηση ότι η «επιδότηση στην παραγωγή» συνετέλεσε στην κατακόρυφη αύξησή της, εντός και εξ αντανακλάσεως εκτός της ΕΕ με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν προβλήματα διάθεσης του ελαιολάδου και ανάγκη ανάλωσης επί πλέον κοινοτικών πόρων για την διάθεση του καθώς επίσης και να υπάρξουν προβλήματα στις συμφωνίες με τον ΠΟΕ και τις ΗΠΑ για καταστρατήγηση των αρχών του ελευθέρου ανταγωνισμού.
Ωστόσο, με τις προτάσεις που γίνονται και δυστυχώς ψηφίζονται στα Συμβούλια Υπουργών, αυτά που φαίνεται να επιτυγχάνονται είναι μόνο η προσαρμογή στους όρους του ΠΟΕ και η μείωση της παραγωγής μέσω της εγκατάλειψης η παραμέλησης της καλλιέργειας.
Οι αρχές και οι στόχοι για ανάπτυξη, κοινωνικότητα, προστασία του περιβάλλοντος και διασφάλιση της υγείας των καταναλωτών παραπέμπονται στις καλένδες και στην μεγαλοψυχία των ελαιοπαραγωγών !
Κι αυτό γιατί με τα μέτρα για «συνταξιοδότηση των ελαιώνων», με βάση μαλιστα την παραγωγή τους των 4 τελευταίων χρόνων, όπως γίνεται και με τους υπάλληλους (ανεξάρτητα αν το ποσοστό είναι 60%, 80% η 100%) ουσιαστικά δρομολογείται η αργή αλλα σταθερή έξοδός τους από την παραγωγική διαδικασία και η κατάληξή τους σε προβληματικά δάση που θα εγκυμονούν και κινδύνους πυρκαγιών!
ΕΡ.: Είναι γνωστή η άποψη σας για όσο το δυνατόν χαμηλότερο ποσοστό αποσυνδεδεμένης επιδότησης από την παραγωγή, στην προκειμένη περίπτωση 60%.
Έτσι όμως όπως έχει διαμορφωθεί η Κ.Ο.Α. ελαιόλαδου, μήπως ουσιαστικά πρόκειται για πλήρη αποδέσμευση, αφού ούτως ή άλλως δεν συνδέεται η ενίσχυση με την ανά κιλό παραγωγή;
Ν. Μιχελάκης: Βεβαίως, είναι φανερό ότι ούτως ή άλλως θα έχουμε πλήρη αποδέσμευση από την μελλοντική παραγωγή. Εκείνο όμως που δεν φαίνεται να γίνεται κατανοητό είναι ότι με υψηλά ποσοστά «αποσυνδεμένης» - όπως την ονομάζουν - θα έχουμε και πλήρη αποδέσμευση από την υποχρέωση για καλλιέργεια! Δυστυχώς οι όροι για «αποσυνδεμένη» ή «συνδεδεμένη» επιδότηση, είναι πλήρως συγκεχυμένοι και εν πολλοίς αντιφατικοί. Έτσι το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να θολώνουν την ατμόσφαιρα και στην πράξη να βοηθούν κάποιους να στηρίξουν τα προσωρινά ή μελλοντικά συμφέροντα διαφόρων ατόμων ή και φορέων.
Γιατί ο όρος «αποσύνδεση» των Κοινοτικών Κανονισμών, όπως διευκρινίζεται από την περιγραφή του, σημαινει αποσύνδεση από την ποσότητα της παραγωγής, δηλαδή τα κιλά μόνο από τώρα και στο εξής, δηλαδή στο μέλλον. Παράλληλα όμως σημαινει και σύνδεση και μαλιστα άρρηκτη με την παραγωγή του παρελθόντος αφού συνδέεται με τον μέσο όρο της παραγωγής των 4 τελευταίων ετών. Έτσι η επιδότηση της λεγόμενης «αποσυνδεδεμένης» θα αποτελεί πλέον μια ιδιότυπη σύνταξη των ελαιώνων και μάλιστα μεταβιβάσιμη (με αγοραπωλησίες, κληρονομιές, δωρεές κ.λπ.) με επισφαλή όμως κριτήρια, αφού θα στηρίζεται στα στοιχεία του Ελαιοκομικού Μητρώου που συντάχθηκε με βάση απλές δηλώσεις καλλιέργειας και όχι τίτλους ιδιοκτησίας.
ΕΡ.: Μήπως είναι εξαιρετικά απαισιόδοξος ο όρος που χρησιμοποιείτε «σύνταξη στους ελαιώνες»…
Ν. Μιχελάκης: Είναι φανερό ότι το μέτρο της καταβολής ποσοστού άνω του 60% του μέσου όρου των επιδοτήσεων των 4 τελευταίων εσοδειών, ως σταθερής ετήσιας ενίσχυσης δηλαδή σύνταξης στους ελαιώνες χωρίς μάλιστα ιδιαίτερες καλλιεργητικές υποχρεώσεις, ασφαλώς θα αποτελέσει πρώτα και κύρια νομιμοποίηση και μονιμοποίηση των πανωγραψιμάτων αφού κάποιοι επιτήδειοι θα καταφέρουν να βγάλουν μια παχυλή σύνταξη στους υπαρκτούς ή και ανύπαρκτους ελαιώνες τους με αφαίρεση σημαντικών ποσών από τα δικαιώματα των ειλικρινών παραγωγών. Επίσης, αδικία σε βάρος των ελαιοκαλλιεργητων των οποίων οι ελαιώνες τα τελευταία 4 χρόνια είτε υπέστησαν ζημίες από θεομηνίες (χιονοπτώσεις, παγετούς, σχινοκαρπία κλπ) είτε ατύχησαν να έχουν κανονική παραγωγή λόγω της παρενιαυτοφορίας ή και ανώμαλης καρποφορίας εξαιτίας δυσμενών καιρικών ή και οικογενειακών συνθηκών. Κι ακόμα αιτία για αδιαφορία και εγκατάλειψη της ελαιοκαλλιέργειας αφού μέχρι στιγμής τουλάχιστο, δεν έχουν καθοριστεί κάποιες ιδιαίτερες υποχρεώσεις για την καταβολή του !
Από την άλλη πλευρά, η καταβολή του υπόλοιπου ποσοστού, κάτω του 40%, σε σχέση με κριτήρια περιβαλλοντικά, κοινωνικά, αγρό-διατροφικά κλπ είναι φανερό ότι δεν συνδέεται με την ποσότητα της παραγωγής , συνδέεται όμως με την υπαρξη, την μορφή, την ένταση και γενικά τον τρόπο της καλλιέργειας. Κι αυτό σημαίνει ότι αποτελεί κίνητρο για την διατήρηση και τον εξορθολογισμό της καλλιεργειας και επομενως θα αποτελεί δυνατότητα της Πολιτείας για την εφαρμογή συγκεκριμένης πολιτικής και των στόχων που κάθε φορά οι περιστάσεις θα επιβάλλουν.
Όμως γεννάται το ερώτημα αν το ποσοστό αυτό, όταν γίνει πολύ μικρό, θα μπορεί να άραγε να αποτελεί κίνητρο με αξιόλογη αποτελεσματικότητα. Για παράδειγμα αν για ένα στρέμμα ο μέσος όρος της παραγωγής των 4 τελευταίων ετών ηταν π.χ. 60 κιλά, τοτε ο μέσος όρος της επιδότησης που αντιστοιχεί σ’ αυτό θα είναι περίπου 60Χ400δρχ =24.000 δρχ. Από το ποσό αυτό η επιδότηση (σύνταξη) που θα παίρνει ο καλλιεργητής του στρέμματος αυτού κάθε χρόνο, (με βάση ποσοστό αποσύνδεσης 60%) θα είναι: 24.000 Χ 60% = 14.500 δρχ., ενώ το ποσό που θα μπορεί να πάρει αν εφαρμόσει τους κώδικες ορθής πρακτικής κλπ που θα θεσπιστούν για κάθε κατηγορία ελαιώνων (περιβαλλοντικά, αγρό-διατροφικά κριτήρια κλπ) θα είναι μόλις 10.000 δρχ. ποσό που κρίνεται ήδη αρκετα μικρό και επομενως όχι ελκυστικό.
Είναι, επομένως φανερό ότι εάν το ποσό αυτό μειωθεί ακόμη περισσότερο (π.χ. με αποσύνδεση 80% θα γίνει μόλις 5.600 δρχ/στρ) δεν θα μπορεί να προσελκύσει κανένα για εφαρμογή κωδίκων κλπ.. Πολύ περισσοτερο όταν από αυτό θα αφαιρείται και σημαντικό ποσοστό για τα προγράμματα των ελαιουργικών οργανώσεων και θα γίνει ακόμη μικρότερο.
Οι επισημάνσεις αυτές βέβαια έγιναν με υπόμνημα του ΣΕΔΗΚ και του ΓΕΩΤΕΕ αλλά δεν φαίνεται να εκτιμήθηκαν ούτε από του αρμόδιους του κράτους αλλά ούτε δυστυχώς και από τους παράγοντες αρκετών Αγροτικών Οργανώσεων.
ΕΡ.: Πολλοί μιλούν για κίνδυνο να ξεσπάσει «εμφύλιος πόλεμος» με αντικείμενο τα κριτήρια μεταξύ των ελαιοπαραγωγικών περιοχών της χώρας, ακόμα και στον ίδιο Νομό, αν επιλεγεί η λύση της μερικής αποδέσμευσης. Εσείς τι λέτε;
Ν. Μιχελάκης: Κατ αρχήν πρέπει να διευκρινιστει ότι η καλύτερη ποιότητα και η υψηλότερη παραγωγικότητα δεν εχει αναφερθεί πουθενά ότι θα αποτελούν κριτήρια για υψηλότερες επιδοτήσεις. Τα κριτήρια που υπονοούνται είναι μόνο κοινωνικά, περιβαλλοντικά και ενδεχόμενα αγροδιατροφικά.
Βέβαια το να προσδιοριστούν κριτήρια ορθά που να βρουν όλους σύμφωνους δεν είναι κάτι το εύκολο. Δεν θα πρέπει όμως κάποιοι, προκειμένου να αποτρέψουν την εφαρμογή τους να μιλούν για «εμφύλιο πόλεμο» , όταν αυτός με το παρόν σύστημα είναι ήδη δεδομένος και όταν υπάρχει η βεβαιότητα ότι θα γίνει ακόμα εντονότερος, όταν με το 80% και 100% θα αποκαλυφθούν οι κραυγαλέες διαφορές των πανωγραφών, επικυρωμένες μαλιστα με το Ελαιοκομικό Μητρώο! Όταν δηλαδή κάποιοι ειλικρινείς παραγωγοί θα δουν κάποιους συγχωριανούς τους που έχουν ίδιους η και λιγότερους από αυτούς ελαιώνες να εισπράττουν τριπλάσιες και πενταπλάσιες επιδοτήσεις ασφαλώς θα βρεθούμε μπροστά σε συνεχείς και δικαιολογημένες αντιδράσεις το κόστος των οποίων ασφαλώς θα επιρριφθεί σ’ εκείνους που παίρνουν τις τελικές αποφάσεις.
ΕΡ.: Ποιά κριτήρια προτείνετε εσείς για την καταβολή του 40% της ενίσχυσης; Είναι δυνατόν να υπάρξουν κριτήρια που αφορούν στην ποιότητα και την παραγωγικότητα, βάσει του πλαισίου των κριτηρίων (κοινωνικά - περιβαλλοντικά) που δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση;
Ν. Μιχελάκης: Τα κριτήρια, κατά την άποψή μου, θα πρέπει κατ αρχήν να καθοριστούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι από τα κράτη μέλη. Κι αυτό γιατί, τοτε μόνο θα υπάρχει ενιαία Ευρωπαϊκή Ελαϊκή Πολιτική και μαλιστα δύσκολα αμφισβητούμενη. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από τους αρμόδιους και να το επιδιώξουν. Διαφορετικά «η καυτή πατάτα» θα μεταφερθεί στα χέρια τους. Οπωσδήποτε τα κριτήρια θα πρέπει να αφορούν ελαιώνες και όχι περιοχές η ζώνες, αφού είναι γνωστό ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές από ελαιώνα σε ελαιώνα. Για παράδειγμα εάν ως μειονεκτικοί ελαιώνες (που η ΕΕ εχει ήδη αναφέρει την πρόθεση της να ενισχυθούν) καθοριστούν εκείνοι που βρισκονται σε θέσεις πάνω από ένα συγκεκριμένο υψόμετρο, που βρισκονται σε εκτάσεις με κλίσεις μεγαλύτερες από κάποιο όριο, που δεν έχουν δυνατότητα άρδευσης, που δέχονται βροχοπτώσεις κατώτερες από κάποιο όριο και που η παραγωγικότητα τους (κιλά ανά στρ) είναι κάτω από κάποιο όριο (με βαση τις επιδοτήσεις του παρελθόντος) κλπ , ασφαλώς δεν θα προκληθεί εμφύλιος πόλεμος, αφού θα υπάρξουν παραγωγοί που θα έχουν και μειονεκτικούς και μη. Επί πλέον αυτό θα διορθώνει κάπως και τις αδικίες των πανωγραφών.
Επίσης εάν ως κοινωνικό κριτήριο τεθεί για παράδειγμα το εισόδημα των παραγωγών, ασφαλώς είναι εύκολο να προσδιοριστεί το ύψος κάτω από το οποίο θα πρέπει να υπάρξει κοινωνική ενίσχυση με βάση το ύψος του εισοδήματος που είχαν ή των επιδοτήσεων που ελάμβαναν.
Για τις ορθές γεωργικές πρακτικές δεν υπάρχει θέμα αφού ήδη υπάρχουν συστήματα έλέγχου, όπως αυτά που εφαρμόζονται στα συστήματα των βιολογικών, ολοκληρωμένων ή πιστοποιημένων καλλιεργειών κλπ . Απλά χρειάζονται μηχανισμοί για την εφαρμογή τους. Και γι’ αυτούς δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόβλεψη μέχρι στιγμής.
ΕΡ.: Τελικά, κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι το μέλλον της ελληνικής ελαιοκομίας;
Ν. Μιχελάκης: Το μέλλον της ελαιοκομίας, οπωσδήποτε θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές που θα εφαρμοστούν. Η μέχρι τώρα ιστορία της ελαιοκομίας δείχνει ότι πέρασε περιόδους ακμής και παρακμής σε όλα τα κράτη και ιδιαίτερα στην Κρήτη.
Είναι γνωστή η ακμή της Ελαιοκομίας στην Μινωική περίοδο όταν το δέντρο και το προϊόν του αποτελούσαν σημαντικά στοιχεία, της θρησκείας, του πολιτισμού και της οικονομίας των κατοίκων. Είναι όμως γνωστή και η παρακμή της επί Ενετοκρατίας όταν οι τοτε κρατούντες εφάρμοσαν αυστηρά μέτρα για την παραγωγή και θέλησαν να ελέγξουν πλήρως την διάθεση.
Είναι επίσης γνωστό ότι η ΚΟΑ που απέρχεται, παρά τα λάθη της, άφησε κάποια αρνητικά αλλα και σημαντικά θετικά στοιχεία
Έτσι, αρνητικό της ήταν ότι συνέβαλε στην αλλοτρίωση και τον αμοραλισμό αρκετών εκατομμυρίων ελαιοπαραγωγών της Μεσογείου.
Αρνητικό της ηταν επίσης το ότι , επιδοτώντας την ποσότητα της παραγωγής, εδραίωσε την εσφαλμένη κοινωνική αντίληψη, ότι είναι σωστό να παρέχονται στους μεγάλους παραγωγούς περισσότερα και στους μικρούς λιγότερα.
Θετικό όμως της απερχόμενης ΚΟΑ ήταν το ότι τελικά συνέβαλε στο να εξαπλωθούν οι ελαιώνες και να αποτελέσουν το φυσικό δάσος των μεσογειακών χωρών και η ελαιοκαλλιέργεια να καθιερωθεί σαν τρόπος ζωής και απασχόλησης σε εκατομμύρια κατοίκους της Μεσογείου.
Στα θετικά του συστήματος θα πρέπει επίσης να καταγραφεί και το ότι με τις, έρευνες, τις εκστρατείες και τα προγράμματα προβολής το ελαιόλαδο αναδείχτηκε και καθιερώθηκε παγκοσμίως, ως ένα πολύτιμο προϊόν με αναμφισβήτητη διατροφική και πολιτιστική αξία.
Παραβλέποντας τα αρνητικά, ελπίζω ότι τα θετικά της ΚΟΑ που απέρχεται αποτελούν μια επένδυση που, παρά τις προβλήματα που θα υπάρξουν, μπορεί να στηρίξει και να κρατήσει σταθερή μια ανοδική πορεία της στο μέλλον. Η έντονη παρουσία και ο συμβολισμός της ελιάς στους Ολυμπιακούς Αγώνες «Αθήνα 2004», δείχνει την πολλαπλή δυναμική που περικλείει αυτό το δέντρο και δίδει την βεβαιότητα ότι η πολιτιστική, υγιεινή και διατροφική αξία του προϊόντος του θα το κρατήσουν αρκετά ψηλά στα επόμενα χρόνια.

