Του Ν. Τσαγκαράκη
ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…
Την Πέμπτη 8 Ιουλίου είχε προγραμματιστεί από το αθηναϊκό τηλεοπτικό κανάλι Star να μεταδοθεί η ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ (1988), διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη. Τελικά η προβολή ματαιώθηκε εξαιτίας διαμαρτυριών από τηλεθεατές, που προφανώς γνώριζαν το περιεχόμενο της ταινίας και τη θεώρησαν προσβολή για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Λέγεται μάλιστα πως παρενέβη προσωπικά ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, γεγονός που ο εκπρόσωπός του, αρχιμανδρίτης Επιφάνιος, αρνείται. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι επικοινώνησε ο ίδιος με το γενικό διευθυντή ειδήσεων κι ενημέρωσης του σταθμού, κ. Μαλέλη, απλώς για να του μεταφέρει τις διαμαρτυρίες πολιτών που είχαν φτάσει στην Αρχιεπισκοπή, χωρίς να του ζητήσει να ματαιωθεί η μετάδοση (βλ. ‘Ελευθεροτυπία’, 9-7-04, σελ.40).
Προσωπικά, δε γνώριζα το θέμα μέχρι μετά την επιστροφή μου από ταξίδι διακοπών κι αυτός είναι λόγος που το αναφέρω σήμερα, αρκετές μέρες αργότερα.
Σημασία δεν έχει τόσο αν όντως παρενέβη ο Αρχιεπίσκοπος και ποιος τελικά επηρέασε το κανάλι στην απόφασή του, οι τηλεθεατές ή η Εκκλησία. Σημασία έχει ότι το επηρέασαν με ανησυχητική ευκολία ως προς τα μέσα που χρησιμοποίησαν για να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους. Το να διαμαρτύρεται κανείς για οποιοδήποτε λόγο, πόσο μάλλον όταν θίγεται προσωπικά, είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, όπως επίσης η ελευθερία να εκφράζεται κανείς και να επιλέγει τον τρόπο ζωής και καλλιέργειάς του. Από πού κι ως πού ένας θρησκευτικός ηγέτης (αλήθεια, το αν είναι ο ‘επίσημος’ της χώρας δε με απασχολεί ούτε στο ελάχιστο) ή μια ομάδα πολιτών (πλειοψηφία ή μειοψηφία επίσης δεν έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση) στερούν την προβολή μιας ταινίας από χιλιάδες άλλους, απλώς με τηλεφωνήματα κι επιστολές διαμαρτυρίας, αντί για νομική προσφυγή; Τώρα θα μου πείτε, αν δηλαδή
παρόμοια απόφαση επιβαλλόταν από εισαγγελέα θα ήταν πιο δίκαιη; Όχι βέβαια. Μεταξύ αυθαίρετης και θεσμοθετημένης λογοκρισίας, η μία είναι χειρότερη απ’ την άλλη. Εξάλλου δε μπορεί να ξέρει κανείς αν οι δυσαρεστημένοι τηλεθεατές θα κέρδιζαν τις μηνύσεις τους, αλλά τουλάχιστον η νομότυπη διαδικασία θα καθιστούσε τη ματαίωση της προβολής λιγότερο επιπόλαιη.
Μήπως θα πρέπει να ‘κρεμόμαστε’ απ’ τα χείλη της θρησκευτικής ηγεσίας και ν’ αγωνιούμε αν μια καινούρια ταινία θ’ ανταποκριθεί στα γούστα της; Άραγε να αισθανόμαστε τυχεροί ή ακόμα και να ευχαριστήσουμε τον Αρχιεπίσκοπο που με τα θετικά σχόλιά του ‘επέτρεψε’ την προβολή των ΠΑΘΩΝ του Γκίμπσον; Ε όχι δα.
Πάντως το κανάλι έλαμψε δια της υποκρισίας του. Στο κάτω-κάτω μιλάμε για το σταθμό για τον οποίο τα καλοκαιρινά μπάνια αποτελούν είδηση, ενώ όταν πρόκειται για ρεπορτάζ παραλίας, όχι μόνο δεν αντιστέκεται στον… πειρασμό, αλλά υποκύπτει με όλη τη δυνατή χυδαιότητα.
Ξανάλεω, λιγότερο με ενδιαφέρει το γιατί, όσο το ότι. Θυμηθείτε τι έγινε πέρυσι στην έκθεση Outlook, όταν η θρησκοληψία κι η πολιτική σκοπιμότητα κατέβασαν τον πίνακα του Τιερί ντε Κορντιέ, ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε εγκαινιάσει επισήμως την έκθεση ενάμιση μήνα πριν κι έπειτα από χιλιάδες επισκεπτών.
Απεύχομαι ειλικρινά την επανεμφάνιση του φαινομένου αν κι είναι δύσκολο ν’ αλλάξουν τα πράγματα αφού οι αιτίες του είναι βαθιές κι εκτός της εμβέλειας αυτού
του κειμένου. Να ‘χουνε μόνο υπόψη τους ότι, σ’ αντίθεση με το διάβολο, η τέχνη
δεν εξορκίζεται.
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΣΤΕΠΦΟΡΝΤ
THE STEPFORD WIVES
Σκην.: Φρανκ Οζ
Πρωτ.: Νικόλ Κίντμαν, Γκλεν Κλόουζ, Μπέτι Μίντλερ, Μάθιου Μπρόντερικ, Κρίστοφερ Γουόκεν
Η Τζοάνα Έμπερχαρτ είναι μια δυναμική, επιτυχημένη γυναίκα- διευθυντικό στέλεχος μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού. Μέχρι που απολύεται. Ο σύζυγός της, αντί-πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του σταθμού, παραιτείται, παίρνει τη Τζοάνα με τα παιδιά και μετακομίζουν στο ειδυλλιακό, απομονωμένο συγκρότημα κατοικιών Στέπφορντ. Σύντομα όμως η Τζοάνα θα συνειδητοποιήσει το φοβερό μυστικό που συντηρεί την κοινωνία του ονειρικού οικισμού.
Καλοφτιαγμένη κωμωδία με πλούσιο καστ κι εντυπωσιακό καλλιτεχνικό σχεδιασμό. Το φιλμ καταπιάνεται με την πάλη για εξουσία μεταξύ των δύο φύλων, καθώς οι άντρες του Στέπφορντ μετατρέπουν τις δυναμικές γυναίκες τους σε ρομπότ (μην ανησυχείτε δε σας χάλασα τίποτα, η αποκάλυψη γίνεται νωρίς) από κόμπλεξ κατωτερότητας. Όλες οι γυναίκες του Στέπφορντ είναι κορυφαίες επαγγελματίες, αναγνωρισμένες στον τομέα τους, επισκιάζοντας τους άντρες τους. Εκείνοι, σε μια προσπάθεια να βάλουν τη γυναίκα ‘στη θέση της’ (στο σπίτι) με τη βοήθεια ενός επιστήμονα τις μετατρέπουν σε πειθήνια, υποτακτικά ρομπότ.
Στα χέρια του Οζ (IN & OUT, BOWFINGER) το φιλμ γίνεται μια ευχάριστη κωμωδία με το γέλιο να πηγάζει κυρίως από τους χαρακτήρες της Μίντλερ και του ομοφυλόφιλου Ρότζερ. Κατά τ’ άλλα το φιλμ παρουσιάζει ένα μικρό ενδιαφέρον προκειμένου ν’ αποκαλυφθούν οι λεπτομέρειες του σχεδίου των αντρών, αλλά όλη την ώρα που άκουγα τη μουσική του Ντέηβιντ Άρνολντ, μου έφερνε στο μυαλό τον Ντάνι Έλφμαν και δε μπορούσα παρά να σκεφτώ πως το όλο σχέδιο θα ήταν ιδανικό για το σκηνοθετικό ‘αφεντικό’ του, τον Τιμ Μπάρτον. Κι αυτό γιατί το ρομποτικό θέμα έχει μια σκοτεινή, παρανοϊκή πλευρά, που ο σκηνοθέτης αφήνει ανεκμετάλλευτη, στηριζόμενος μόνο στην κωμική δυναμική της ταινίας.
Παρολαυτά, η αναπαράσταση της τέλειας κοινωνίας είναι εκθαμβωτική, με ιδιαίτερα εύσημα στην ενδυματολόγο Αν Ροθ και το σχεδιαστή παραγωγής Τζάκσον Ντε Γκόβια. Ο ρυθμός δεν πέφτει ποτέ και τα αστεία μεταξύ των φύλων είναι αρκετά για να διατηρήσουν το ενδιαφέρον.

