
Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε δουλεύοντας με τη φωτιά και το σίδερο. Με φαντασία και μεράκι για τη δουλειά του κατάφερε να ξεχωρίσει και να γίνουν περιζήτητα τα εργαλεία που έφτιαχνε στο χαλκιδιό του.
Ο Κώστας Καπετανάκης για πενήντα ολόκληρα χρόνια είχε σιδηρουργείο στο Μοχό. Το 1990 το έκλεισε για να ξεκουραστεί, όμως δε μπορούσε να ζήσει χωρίς να εξασκεί την τέχνη του και πρόσφατα, σε ηλικία 84 ετών, αποφάσισε να επιστρέψει στη δουλειά!
Στη δουλειά δεν επέστρεψε για βιοποριστικούς λόγους. Εκείνο που θέλει είναι να βλέπει τα εργαλεία του στο σιδηρουργείο και όταν έχει διάθεση να φτιάχνει εργαλεία. «Δε μπορώ να κάθομαι» λέει ο κ.Καπετανάκης «Θα τρελαθώ αν δε δουλεύω. Πήγα και άνοιξα το μαγαζί για να βλέπω τα εργαλεία μου στελιωμένα, να ανάβω το καμίνι, να μουτζουρώνω τα χέρια μου». Ο 84χρονος σιδηρουργός άνοιξε το εργαστήριό του για να περνάει η ώρα του, να επιδιορθώνει εργαλεία και να εξυπηρετεί τους συγχωριανούς του. «Αν θέλει κανείς να τον εξυπηρετήσω, να του κάνω μια κόλληση, έρχομαι και φτιάχνω το εργαλείο, μου λέει “ευχαριστώ” και φεύγει» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παρά τις δεκαετίες που του βαραίνουν την πλάτη, είναι τόσο δραστήριος που εκπλήσσει όσους τον βλέπουν ν’ ανοίγει το εργαστήρι του και να δουλεύει. Η αγάπη για την τέχνη του και η διάθεση για δουλειά δεν τον άφησαν ποτέ. Από το καμίνι, το αμόνι και τα εργαλεία του παίρνει δύναμη και νιώθει δυνατός.
Πάντα είχε ιδέες για νέες τεχνικές και κατασκεύαζε πρωτότυπα εργαλεία. Κάποτε κατασκεύασε ένα μηχάνημα που δούλευε με ελατήρια και αντίβαρα. Αυτό το συζητάνε ακόμα οι συγχωριανοί του, οι οποίοι εκπλήσσονται ακόμα και σήμερα με τις ιδέες και τη φαντασία του κ.Καπετανάκη.
ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΜΕΡΑΚΙ
Ο κ.Καπετανάκης δεν έμαθε την τέχνη του από άλλο μάστορα. Σε νεαρή ηλικία και ενώ είχε διαπιστώσει ότι έχει κλίση στη σιδηρουργία, βρέθηκε κοντά σε τεχνίτες για να μάθει τη δουλειά. Όμως τα πράγματα δεν ήταν όπως τα περίμενε… «Μόνος μου έμαθα τη δουλειά. Πήγα στο Ηράκλειο κοντά σε ένα μάστορα και από εκεί που ήμουν μαθητευόμενος, του έδινα οδηγίες, τον αρμήνευα. Εγώ είχα θεϊκή φώτιση, αυτός δεν έκανε σωστά τη δουλειά και τελικά έδειχνα διάφορες τεχνικές στο μάστορα. Έχω βγάλει μαστοράκια, όμως εγώ μάστορα δεν έχω ποιον να πω» λέει.
Το 1941 είχε γίνει γνωστός σιδηρουργός και όπως τονίζει “δεν υπήρχε κανείς που να τον φτάνει σ’ αυτή τη δουλειά”. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, οι Γερμανοί είχαν επιτάξει το εργαστήριο και τον ανάγκαζαν να φτιάχνει εργαλεία, με τα οποία άνοιγαν το δρόμο. Εννοείται ότι δεν τον πλήρωναν. Η αμοιβή του ήταν κονσέρβες για να μπορέσει να ζήσει την οικογένειά του…
Όταν πια έφυγαν οι Γερμανοί, άρχισε να δουλεύει στο σιδηρουργείο του και, όπως διηγείται, ποτέ δε βρέθηκε χωρίς πελάτες. Μάλιστα λέει «Έφτιαχνα από σίδερο ό,τι υπήρχε στον κόσμο, γεωργικά εργαλεία, άροτρα, τα πάντα. Όποια ανάγκη είχε το χωριό, ήμουν ο πρώτος που ανακατευόμουν. Δεν υπήρχε κανείς που να με φτάνει. Είχα κλίση πάνω σ’ αυτή την τέχνη. Είχα πάντα πελάτες με τη δύναμη του Θεού. Εργαζόμουν και έκανα ό,τι μπορούσα. Δε μπορούσε ο κόσμος να βρει καλύτερα εργαλεία».
Δουλεύοντας στο εργαστήριό του ακόμα και 18 ώρες τη μέρα, έζησε την οικογένειά του και έγινε γνωστός στην ευρύτερη περιοχή του Μοχού. Το 1990 αναγκάστηκε να κλείσει το σιδηρουργείο, γιατί οι γιατροί του απαγόρευσαν την πολύωρη ορθοστασία. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν μάλλον τα πιο δύσκολα της ζωής του, γιατί πρόκειται για έναν ανήσυχο και αεικίνητο άνθρωπο, που δε μπορεί να μείνει στο σπίτι. «Πήγαινα στο καφενείο για να μη σκέφτομαι» λέει ο κ.Καπετανάκης, ο οποίος πριν από λίγο καιρό πήρε την απόφαση να ανοίξει και πάλι το σιδηρουργείο του. Όποτε αισθάνεται την ανάγκη ξεκινά από τη Σταλίδα, όπου μένει με την οικογένειά του, και πηγαίνει στο Μοχό για να ανάψει το καμίνι και να φτιάξει ό,τι μπορεί. Εκεί ηρεμεί και αισθάνεται χρήσιμος, όπως αναφέρει. Ακόμα προσθέτει «Άνοιξα το χαλκιδιό για να περνάω την ώρα μου. Θέλω να βλέπω τα εργαλεία μου στο μαγαζί. Από το 1930 που ήμουν μικρός μου άρεσε αυτή η δουλειά. Δε μπορούσα να την αφήσω τώρα. Την αγαπούσα αυτή τη δουλειά. Την καλλιέργησα μόνος μου».
Ο κ.Καπετανάκης, πέρα από τη σιδηρουργία, καταπιανόταν με κάθε δουλειά που χρειαζόταν να κάνει, ενώ οι συγχωριανοί του θυμούνται ότι έπαιζε βιολί και ήταν η ψυχή του γλεντιού.

