Να παραμείνει στην Α1-ιδιαίτερα τώρα που θα συνενωθεί με τον ΟΦΗ-επιδιώκει το “Ηράκλειο” μέσω διαφορετικής ερμηνείας που δίνει σε άρθρο της ειδικής προκήρυξης του πρωταθλήματος για τις ισοβαθμίες των ομάδων.

Χθες η ΚΑΕ, με αφορμή τη σημερινή συνεδρίαση του Δ.Σ. του ΕΣΑΚΕ για την επικύρωση της βαθμολογίας του πρωταθλήματος, έστειλε επιστολή στο Δ.Σ. καταθέτοντας την ένσταση της για τον τρόπο ερμηνείας του άρθρου των ισοβαθμιών και ζητά την παραμονή της ομάδας στην Α1 και τον υποβιβασμό του Ιωνικού.

“Η διαφορά πόντων μεταξύ ομάδων που ισοβάθμησαν θα πρέπει να καθορίζεται επί τη βάσει ομοίας χρονικά περιόδου (σ.σ. το “Ηράκλειο” δεν αναγνωρίζει την παράταση για τη διαφορά των πόντων) έτσι ώστε να στηρίζεται επ’ ομοίων προϋποθέσεων και συνθηκών διεξαγωγής των αγώνων”, εξηγεί στην επιστολή του το “Ηράκλειο” και περιμένει την απόφαση του Δ.Σ. του ΕΣΑΚΕ. Η επιστολή αναφέρει τα εξής:

“Κύριε πρόεδρε

Επί του πρώτου θέματος ημερησίας διατάξεως που αφορά την επικύρωση της τελικής βαθμολογικής κατάταξης των ομάδων και συνακόλουθα τις ομάδες που υποβιβάζονται στην Α2 Εθνική Κατηγορία, θέτουμε υπ’ όψιν του Σώματος τα ακόλουθα:

Κατά το σχετικό άρθρο της ειδικής προκηρύξεως Πρωταθλήματος Α1 Εθνικής Κατηγορίας αγωνιστικής περιόδου 2003-2004, όπου και καθορίζεται το σύστημα διεξαγωγής του πρωταθλήματος και ειδικότερα το ζήτημα των ισοβαθμιών, προβλέπεται ότι σε περίπτωση ισοβαθμίας δύο ομάδων οι οποίες έχουν πραγματοποιήσει από μια νίκη στους μεταξύ τους αγώνες, η ομάδα η οποία θα έχει επιτύχει την καλύτερη διαφορά πόντων στους μεταξύ τους αγώνες θα καταταγεί σε υψηλότερη θέση στο βαθμολογικό πίνακα.

Θεσπίζεται, έτσι, ένα κριτήριο αξιολογήσεως των ομάδων που ισοβαθμούν, το οποίο όμως, προκειμένου να υπηρετεί την ισονομία, πρέπει να στηρίζεται επί ίσων προϋποθέσεων και να κρίνει όμοιες περιπτώσεις.

Πρόδηλο είναι ότι στην περίπτωση που ένας εκ των δυο αγώνων των ομάδων που ισοβαθμούν κρίθηκε στην παράταση, τότε η διαφορά πόντων και το goal average θα πρέπει να υπολογιστούν με βάση το αποτέλεσμα της κανονικής περιόδου του αγώνα αυτού, αφού έτσι διασφαλίζεται η ισότιμη αντιμετώπιση της αγωνιστικής αποδόσεως των δύο ομάδων και η αξιολόγησή τους επί ακριβώς ομοίου χρονικού διαστήματος, όπως είναι η κανονική διάρκεια του αγώνος.

Και όχι κατά συνυπολογισμό του τελικού αποτελέσματος που προκύπτει μετά την παράταση, η οποία αναγκαστικώς επέρχεται προκειμένου “να σπάσει η ισοπαλία”, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στους κανονισμούς παιδιάς της FIBA και της ΕΟΚ και να απονεμηθούν οι βαθμοί της νίκης στη μια εκ των δυο ομάδων.

Είναι σαφές ότι η εναντίωση μας ως προς την ερμηνεία της διατάξεως δεν αφορά τον τελικό νικητή και την απονομή των βαθμών της νίκης, αλλά τον ορθό υπολογισμό της διαφοράς πόντων στους αγώνες μεταξύ των τελικά ισοβαθμεισών ομάδων, η οποία διαφορά θα πρέπει να καθορίζεται επί τη βάσει ομοίας χρονικά περιόδου, έτσι ώστε να στηρίζεται επ’ ομοίων προϋποθέσεων και συνθηκών διεξαγωγής των αγώνων και να λειτουργεί το κριτήριο αυτό εντελώς αξιοκρατικά και αντικειμενικά.

Στην αντίθετη περίπτωση, προκύπτει αλλοίωση του κριτηρίου, αφού λαμβάνεται υπ’ όψιν διάφορη χρονική περίοδος για την αξιολόγηση των δύο ομάδων και συγκεκριμένα στον πρώτο αγώνα η κανονική διάρκεια και στον άλλο μακρότερη περίοδος που περιλαμβάνει και την πεντάλεπτη παράταση.

Εν προκειμένω και στους μεταξύ μας αγώνες με την ισοβαθμούσα ομάδα της ΚΑΕ ΙΩΝΙΚΟΣ Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ, ο μεν πρώτος αγώνας (εντός έδρας) και η τελική διαφορά κρίθηκε στην κανονική διάρκεια, για τον δε δεύτερο αγώνα χρειάσθηκε πεντάλεπτη παράταση για την ανάδειξη του τελικού νικητού (ισόπαλο αποτέλεσμα κανονικής περιόδου).

Η ορθή εφαρμογή του κριτηρίου της διαφοράς των πόντων, κατά τα ανωτέρω, ευθέως κατατάσσει την ομάδα μας σε υψηλότερη βαθμολογική θέση από την ΚΑΕ ΙΩΝΙΚΟΣ Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ και συνεπώς πρέπει να συμμετέχει αυτή στο πρωτάθλημα της Α2 Εθνικής Κατηγορίας κατά την επομένη αγωνιστική περίοδο και όχι η δική μας.

Κατ’ άρθρο 47 του Κανονισμού του Πρωταθλήματος, για κάθε θέμα που δεν προβλέπεται από τους Κανονισμούς αυτούς και δεν καθορίζεται από την ειδική προκήρυξη του Πρωταθλήματος, αλλά και για την αποσαφήνιση και συμπλήρωση ασαφειών και κενών που τυχόν θα εμφανισθούν κατά την εφαρμογή των διατάξεων τους, η αρμοδιότητα της ρύθμισης ανήκει στο Δ.Σ. του ΕΣΑΚΕ.

Μετά ταύτα, προσφεύγουμε ενώπιον του Δ.Σ. της Ενώσεως εξαιτούμενοι την απόφαση του επί του ζητήματος αυτού κατά τον Κανονισμό και τη σύννομη διευθέτηση του.

Με εκτίμηση

Παναγιώτης Κασαμπαλής

Πρόεδρος”.