Του Ν. Τσαγκαράκη
ΣΤΑΡΣΚΙ ΚΑΙ ΧΑΤΣ
STARSKY AND HUTCH
Σκην.: Τοντ Φίλιπς
Πρωτ.: Μπεν Στίλερ, Όουεν Γουίλσον, Σνουπ Ντογκ, Βινς Βον, Κάρμεν Ηλέκτρα
Ακόμη μια μεταφορά τηλεοπτικής σειράς στον κινηματογράφο, αυτή τη φορά από τη δεκαετία του ’70. Οι ντετέκτιβ της αστυνομίας του Bay City Κεν Χάτσινσον και Ντέηβιντ Στάρσκι είναι δύο φαινομενικά αταίριαστοι συνεργάτες που αποτελούν ένα μάλλον αδέξιο, αλλά αποτελεσματικό δίδυμο όταν αναλαμβάνουν ν’ αποκαλύψουν τις δραστηριότητες ενός εμπόρου ναρκωτικών.
Ο Στίλερ είναι από τους αγαπημένους μου κωμικούς και νομίζω ότι σ’ όλες του τις ταινίες έχει κάνει εξαιρετικά ευχάριστες εμφανίσεις, αυτή εδώ όμως πρέπει να είναι από τις λιγότερο διασκεδαστικές. Για παράδειγμα, το γκαγκ με την κοκαΐνη παραμένει ανεκμετάλλευτο, ενώ τα καλύτερα γέλια γίνονται με τις μεταμφιέσεις, η μία Χόπερ-Φόντα του EASY RIDER κι η άλλη στο τέλος όπου ο Στίλερ προσποιείται ξεκαρδιστικά ένα μεγιστάνα του φιστικιού!
Ο Γουίλσον εν τω μεταξύ παρότι επίσης ταλαντούχος, εξακολουθεί να μην μπορεί να βρει ένα ρόλο που θα τον ‘απογειώσει’. Αυτή είναι η δεύτερη συνεργασία του με τον Στίλερ μετά το ZOOLANDER, όπου ήταν πολύ καλύτερος.
Στα highlights του φιλμ ένας μικρός ρόλος από τον Γουίλ Φέρελ, παλιό κωμικό που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός εκτός Η.Π.Α., ως διεστραμμένος κρατούμενος Βig Earl.
Γενικά πολύ χρώμα, μουσική-το θέμα της σειράς- εντυπωσιακοί ελιγμοί με το κατακόκκινο Ford Torino και μια εμφάνιση-δώρο από τους ‘ορίτζιναλ’ Στάρσκι και Χατς, Πωλ Μάικλ Γκλέηζερ και Ντέηβιντ Σόουλ αντιστοίχως.
Μπορεί να μη γίνει κλασική, αλλά βλέπεται ευχάριστα.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ
CONFIDENCES TROP INTIMES
Σκηνοθεσία: Πατρίς Λεκόντ
Πρωταγωνιστούν: Σαντρίν Μπονέρ, Φαμπρίτσε Λουκίνι, Ανν Μπροσέ
Η Άννα πηγαίνοντας στον ψυχαναλυτή της μπερδεύει τις πόρτες και μπαίνει στο γραφείο ενός φοροτεχνικού, στον οποίο αρχίζει ν’ αφηγείται τα προβλήματά της.
Δυστυχώς αυτή είναι η δεύτερη φλύαρη γαλλική ταινία που βλέπουμε μέσα σε δύο εβδομάδες κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό. Συνήθως κατηγορείται το Χόλιγουντ ότι παράγει αντι-κινηματογραφικές ταινίες (στηριγμένες στο λόγο αντί στην εικόνα), αλλά φαίνεται ότι οι Γάλλοι δεν πάνε πίσω. Οι μακροσκελείς διάλογοι δεν προσθέτουν πολλά στην εξέλιξη, ενώ η ίδια η εξέλιξη δεν οδηγεί σε ιδιαίτερα σημαντικές αλλαγές στους ήρωες. Τουλάχιστον όχι σε τέτοιες που δεν προβλέπονται από το θεατή πολύ νωρίτερα, κι αυτό επειδή το σενάριο στηρίζεται πάνω σε δύο κλισέ: γυναίκα-προσπαθεί-να κάνει-συντηρητικό-άντρα-αυθόρμητο και ανίκανος-σύζυγος-παροτρύνει-σύζυγο-σε-ερωτική-σχεση-με-άλλον. Το πρώτο το έχουμε ήδη δει πολλές φορές, ώστε η διακύβευση του φιλμ να μην είναι τόσο συναρπαστική, ενώ το δεύτερο, αν και λιγότερο συχνό, παραμένει ανεκμετάλλευτο (το είδαμε μόλις την προηγούμενη εβδομάδα παραλλαγμένο στο NATHALIE). Το μόνο εύρημα της ταινίας (η εξομολόγηση στο λάθος άνθρωπο) αποκαλύπτεται στο πρώτο τέταρτο κι η ταινία χάνει το σεναριακό της θέλγητρο.
Πάντως αυτό που επισήμανα για τα εσωτερικά στο NATHALIE ισχύει κι εδώ. Ο Λεκόντ καταφέρνει να δώσει το χαρακτήρα του φοροτεχνικού με πολύ εύστοχη κατασκευή του περιβάλλοντός του. Το υποφωτισμένο (ακόμη κι όταν στον προθάλαμο έχει φως) σπίτι-γραφείο του χαρακτήρα με τα σκούρα, υποτονικά γήινα χρώματα και τα παλιά έπιπλα, προσδιορίζουν ακριβώς την ατολμία και τη συντηρητικότητα με την οποία ζει τη ζωή του. Ο Λουκίνι είναι πολύ καλός με το ήρεμο παίξιμό του. Προσέξτε πώς γουρλώνει τα μάτια του όταν καταλαβαίνει ότι η Άννα τον νομίζει για ψυχαναλυτή. Κι η Μπονέρ είναι γλυκύτατη και πειστική ως μια γυναίκα “χαμένη”, μπερδεμένη. Ο Λεκόντ πάντως μας έχει δώσει και καλύτερα.

