“ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

THE DAY AFTER TOMORROW”

Σκην.: Ρόλαντ Έμεριχ, Πρωτ.: Ντένις Κουέηντ, Τζέηκ Γκίλενχαλ, Ίαν Χολμ

Ο Ρόλαντ Έμεριχ μας έχει δώσει δύο από τα θεαματικότερα δείγματα στην κατηγορία της ταινίας καταστροφής, τη ΜΕΡΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ το ’96 και το GODZILLA το ’98.

Μετά από 6 χρόνια επιστρέφει στο είδος που ξέρει καλύτερα ίσως απ’ τον καθένα και φτιάχνει μια εξίσου εντυπωσιακή περιπέτεια με πιο ήρεμο ρυθμό και αυξημένη οικολογική συνείδηση.

Ο Τζακ Χωλ είναι ένας παλαιοκλιματολόγος που προειδοποιεί την αμερικανική κυβέρνηση για τις επερχόμενες δραστικές αλλαγές στην κλιματική συμπεριφορά του πλανήτη. Ούτε ο ίδιος ο Τζακ όμως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ότι η καταστροφική αλλαγή στην οποία αναφέρεται έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει και θα κλιμακωθεί στις αμέσως επόμενες μέρες. Φυσικά δεν αργεί να το μάθει, αλλά τότε είναι ήδη αργά για όλους μας…

Λοιπόν σ’ αυτές τις ταινίες δε μετράνε τόσο οι ερμηνείες ή η πλοκή γι’ αυτό θα ξεμπερδέψω μ’ αυτά λέγοντας ότι από το βασικό καστ είναι όλοι τους ικανοποιητικοί, χωρίς να γίνονται ιδιαιτέρως αξιομνημόνευτοι. Ο Χολμ είναι συγκινητικός, ο Κουέηντ είναι αξιόπιστος και δυναμικός καθηγητής, ενώ η εσωστρεφής ιδιοφυία του Γκίλενχαλ εύκολα περνάει για την πιο υγιή εκδοχή του Ντόνι Ντάρκο.

Όσον αφορά τα ουσιώδη της ταινίας τώρα. Αυτό που διαφοροποιεί την ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ από την ΕΠΟΜΕΝΗ είναι ότι η πρώτη ήταν μια φρενήρης, πανικόβλητη κι ενθουσιώδης ιστορία, ενώ αυτή εδώ παίζεται σε πολύ πιο χαμηλούς τόνους και παίρνει το θέμα της πολύ πιο σοβαρά (φαντάζομαι εξάλλου ότι μια οικολογική καταστροφή είναι εξ ορισμού πιο απτή και ρεαλιστική από την εισβολή εξωγήινων). Όντως, η ταινία παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά κι αυτό φαίνεται κι από την επικριτική στάση απέναντι στην αμερικανική κυβέρνηση. Όσοι είχατε ενοχληθεί από τον υπέρ-πατριωτισμό της ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ νομίζω θ’ αποζημιωθείτε, μια και στο τέλος ο Πρόεδρος ζητάει συγνώμη απ’ όλο τον πλανήτη, ενώ το σενάριο προειδοποιεί πολύ έξυπνα τις Η.Π.Α. για την κυριαρχική τους πολιτική με τον αμερικανικό πληθυσμό να μεταναστεύει για άσυλο από τον παγετό.

Προσωπικά έχω κάποιες μικρές ενστάσεις σχετικά με το χειρισμό του Έμεριχ. Το καλό είναι ότι δε χάνει χρόνο σε ανούσιες σκηνές, αλλά σε βάζει κατευθείαν στο ζητούμενο, έχοντας όμως προηγηθεί μια σύντομη κλιμάκωση που προειδοποιεί για τον επερχόμενο όλεθρο και εντείνει την αγωνία. Αυτές οι προπαρασκευαστικές σκηνές (οι σημαδούρες, η Ιαπωνία και το Νέο Δελχί) υπάρχουν φυσικά κι εδώ, αλλά νομίζω ότι θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο δραματικές και πιο καλοστημένες.

Επίσης, όπως είπα και στην αρχή, ο ρυθμός της είναι πολύ πιο ήρεμος, σχεδόν πλαδαρός. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το φιλμ γίνεται βαρετό, απλώς ότι οι σκηνές καταστροφής παρουσιάζονται διάσπαρτες κι ασύνδετες μεταξύ τους, μειώνοντας την επίδραση που θα μπορούσαν να έχουν διαφορετικά. Για παράδειγμα το παλιρροϊκό κύμα στη Νέα Υόρκη, ενώ αποτελεί την θεαματικότερη σκηνή του φιλμ, συμβαίνει σε ανύποπτο χρόνο κι ενώ κερδίζει απίστευτα σε εντυπωσιασμό, χάνει σε δραματικότητα κι ένταση.

Χαρακτηριστικό του κλίματος είναι η εισβολή ενός παρασυρμένου απ’ το κύμα τάνκερ στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Η σκηνή ξανά σ’ αφήνει με το στόμα ανοιχτό αλλά μόλις που ακούγονται κάποια τζάμια να σπάνε. Δηλαδή λείπει η φασαρία. Λείπουν οι εκρήξεις, οι καταστροφές των κτιρίων, οι πρωταγωνιστές δεν κινδυνεύουν στο ελάχιστο από το περιστατικό, τη στιγμή που το πλοίο εισέρχεται στο δρόμο ακριβώς μπροστά από τη βιβλιοθήκη όπου έχουν καταφύγει. Δεν είναι θέμα ρεαλισμού, αλλά αναποτελεσματικής αφήγησης. Λείπουν τα πλήθη, που είναι τόσο βασικά σε μια περιπέτεια καταστροφής. Τυφώνες σαρώνουν το Λος Άντζελες, η Νέα Υόρκη πλημμυρίζει κι όμως ο σκηνοθέτης αρκείται σε μεμονωμένες αντιδράσεις, κρατώντας τη μαζική υστερία περιορισμένη σε ελάχιστες σκηνές. Δε νομίζω ο Έμεριχ να ξέχασε τη ‘συνταγή’, αλλά μάλλον παρέλειψε τέτοιες σκηνές ακριβώς για να κατεβάσει τους τόνους λιγάκι.

Να ξεκαθαρίσω ότι όλα τα παραπάνω στην πραγματικότητα δεν στερούν όσα ίσως φαίνεται από την ταινία. Ο ρυθμός μπορεί να μην είναι εξοντωτικός, αλλά παραμένει σταθερός, με αρκετά περιστατικά για να προχωρήσει η υπόθεση. Ο Έμεριχ καταφέρνει να φτιάξει και να διατηρήσει μια απαισιόδοξη αίσθηση του μοιραίου και αναπόφευκτου τέλους, την οποία βοηθάει η σχεδόν παντελής έλλειψη χιουμοριστικών στοιχείων. Όσο για τα εφέ, θ’ αφήσω τις εικόνες να μιλήσουν μόνες τους.

“ΟΣΑΜΑ

OSAMA”

Σκην.: Σιντίκ Μπαρμάκ, Πρωτ.: Μαρίνα Γκολμπαχάρι, Αρίφ Χεράτι, Ζουμπάιντα Σάχαρ

Ελλείψει δεύτερης καινούριας ταινίας στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα, σκέφτηκα να σας προτείνω μία από τις καλύτερες νέες κυκλοφορίες σε DVD. Αναφέρομαι στην πρώτη ταινία του σκηνοθέτη Σιντίκ Μπαρμάκ, την οποία επίσης έγραψε και μόνταρε ο ίδιος. Εκτυλίσσεται στο Αφγανιστάν επί καθεστώτος Ταλιμπάν και αναφέρεται στην εξοντωτική καταπίεση του πληθυσμού, ιδιαίτερα του γυναικείου φύλου. Η ιστορία αφορά ένα ορφανό από πατέρα κορίτσι που κουρεύεται και ντύνεται σαν αγόρι από τη μητέρα του προκειμένου να μπορέσει να δουλέψει για να επιβιώσει μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά της.

Το μοτίβο της μεταμόρφωσης από κορίτσι σε αγόρι εξαιτίας της ανάγκης για δουλειά το είχαμε δει και στη ΒΡΟΧΗ του Μαγίντ Μαγίντι, τοποθετημένο στο εξίσου τυραννικό Ιράν.

Εδώ, ο Μπαρμάκ μεταφέρει ακριβώς τις άθλιες συνθήκες ζωής των Αφγανών (το Βενιζέλειο μοιάζει Ωνάσειο μπροστά στο νοσοκομείο που διαθέτει η περιοχή στην ταινία), την αγωνία του μικρού κοριτσιού να μην αποκαλυφτεί η πραγματική του ταυτότητα, τον τρόπο με τον οποίο φανάτιζε το καθεστώς τα μικρά παιδιά, αλλά και την εξωφρενική απόδοση δικαιοσύνης από έναν αποκαλούμενο ‘δικαστή’.

Ένα εξαιρετικό φιλμ, για να μην επαναπαυόμαστε στη δική μας ελευθερία. Θα διαπιστώσετε πόσο ασύλληπτα διαφορετικά λειτουργεί ο κόσμος σε άλλες περιοχές του πλανήτη κι ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι κάθε άλλο παρά κεκτημένη και καθολικά εξασφαλισμένη.