KILL BILL VOL.2

Σκην.: Κουέντιν Ταραντίνο

Πρωτ.: Ούμα Θέρμαν, Ντέηβιντ Καραντάιν, Μάικλ Μάντσεν, Ντάριλ Χάνα

Το δεύτερο μέρος της 4ης ταινίας του διάσημου σκηνοθέτη, όπου η Νύφη συνεχίζει την αναζήτηση των δολοφόνων της και του αρχηγού τους, Μπιλ.

Καταρχάς να διευκρινιστεί ότι αυτό δεν είναι απλώς το «Νο2» του KILL BILL. Εξαρχής ο Ταραντίνο είχε σκηνοθετήσει μία ταινία, την οποία όμως οι παραγωγοί αποφάσισαν να τμήσουν σε δύο μέρη εξαιτίας της, καθ’ αυτούς αντιεμπορικής, μεγάλης συνολικής διάρκειάς της. Ο Ταραντίνο μάλιστα πρόκειται να παρουσιάσει μια ενιαία εκδοχή του φιλμ στο φεστιβάλ των Κανών που αρχίζει την Τετάρτη, 12 του μήνα.

Ο Ταραντίνο είναι ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της εποχής νομίζω γιατί πάνω απ’ όλα αγαπάει και γνωρίζει το αντικείμενό του όσο λίγοι. Αρχικά έγινε γνωστός εξαιτίας της ακατάσχετης βίας που περιελάμβαναν οι δύο πρώτες του ταινίες, RESERVOIR DOGS και PULP FICTION. Αυτές γέννησαν ένα κύκλο από κακέκτυπα που προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τη δημοτικότητα του σκηνοθέτη, αλλά δεν τα κατάφεραν, γιατί η βία δεν ήταν ο πραγματικός λόγος που οι ταινίες του Ταραντίνο τραβούσαν την προσοχή. Όχι για τους θεατές που ‘ήξεραν’ τουλαχιστον.

Ο Ταραντίνο κατάφερε ν’ αποφύγει την τυποποίηση και ν’ αποδείξει το δραματουργικό ταλέντο του (κατασκευή ιστοριών και χαρακτήρων) με το JACKIE BROWN, όπου η βία είχε μειωθεί, ενώ οι χαρακτήρες είχαν σοβαρέψει.

Ποτέ δεν έχει κάνει ταινία επί παραγγελία κάποιου στούντιο ή παραγωγού. Ετοιμάζει τις ταινίες που εκείνος θέλει με τον τρόπο που προτιμά, χωρίς χρονικά όρια και προθεσμίες. Είναι ένας δημιουργός που ενώ η δουλειά του βρίθει δανείων κι αναφορών από περασμένα είδη και σκηνοθέτες, καταφέρνει να τα μεταπλάσει σε κάτι εντελώς δικό του και ξεχωριστό. Το γύρισμά του είναι γεμάτο ενέργεια και αυτοπεποίθηση, δεν κόβει άσκοπα, τα σενάριά του έχουν ξεκάθαρο κι απαρέκβατο στόχο κι η μουσική που διαλέγει πρωταγωνιστεί εξίσου με τους ηθοποιούς.

ΤοVOL.2 θυμίζει περισσότερο τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη εξαιτίας των εκτεταμένων διαλογικών μερών. Το λέω αυτό για να προειδοποιήσω εκείνους που περιμένουν την ίδια ή περισσότερη δράση με το VOL.1, ότι ίσως απογοητευτούν. Αλλά και για να ενθαρρύνω αυτούς που βρήκαν το πρώτο μέρος αταίριαστο με την προηγούμενη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, ότι αυτό εδώ θα τους αποζημιώσει.

Οι σκηνές μάχης δε λείπουν βέβαια. Η μάχη ανάμεσα στη Νύφη και την Ελ είναι το ίδιο καταστροφική με αυτή στο σπίτι της Βερνίτα στο VOL.1, ενώ περιστασιακά άνθρωποι εξοντώνονται με διάφορους συναρπαστικούς τρόπους.

Μαθαίνουμε επίσης πώς έχασε το μάτι της η Ελ καθώς και το πραγματικό όνομα της Νύφης. Η συνέπεια του χαρακτήρα της ηρωίδας φαίνεται στο τελευταίο κεφάλαιο όπου συναντά το Μπιλ κι η εικόνα της συμπληρώνεται αφού μαθαίνουμε πλέον ολοκληρωμένα τα κίνητρα και τις πράξεις της. Το KILL BILL καταλήγει να είναι μια ταινία (ή δυο) όχι απλώς για την εκδίκηση, αλλά και για τη μητρότητα. Η Νύφη δεν είναι απλώς δολοφόνος. Πάνω ακόμη κι απ’ αυτό είναι μητέρα. Ενώ για μιάμιση ταινία ο Ταραντίνο παρουσιάζει ως επί το πλείστον την εκδικητική διάσταση της χαρακτήρα του, στο τέλος υπενθυμίζει τα κίνητρα και το σκοπό της, περικλείοντας μέσα τους όσα προηγήθηκαν κι ανάγοντάς την από οργισμένη Νύφη σε ευτυχισμένη Μαμά (προσέξτε στους τίτλους του τέλους ότι της αποδίδεται ως δεύτερο ψευδώνυμο). Και το γεγονός ότι η ηρωίδα παραμένει τόσο αληθοφανής μετά απ’ όλο αυτό το μακελειό, οφείλεται στη σεναριογραφική και σκηνοθετική δεξιότητα του Ταραντίνο, που αποσπά από τη Θέρμαν ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της.

Εξαιρετικές εμφανίσεις κι από το υπόλοιπο καστ, με τον Καραντάιν ιδιαίτερα απολαυστικό, όπως κι η μουσική που περιλαμβάνει πολλές αναφορές στα ακούσματα των ασιατικών ταινιών με πολεμικές τέχνες των περιόδων ’60-’70.

Μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΦΡΙΝΤΜΑΝ

CAPTURING THE FRIEDMANS

Σκην.: Άντριου Τζάρεκι

Πρωτ.: Η οικογένεια Φρίντμαν

Πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ γύρω απ΄ την υπόθεση Φρίντμαν, κατά την οποία το 1988 ένας ευυπόληπτος οικογενειάρχης κι ο μικρός του γιος κατηγορήθηκαν για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών.

Η ταινία είναι ο παράδεισος του ντοκιμαντερίστα. Κι αυτό γιατί η βιντεο-κάμερα ήταν προσφιλέστατη στους Φρίντμαν και τη χρησιμοποιούσαν για να καταγράφουν πολλές από τις οικογενειακές τους στιγμές. Έτσι, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο δεν υπήρξε προβληματισμός ή διστακτικότητα από μέρους τους στο να αποτυπωθεί η ενδο-οικογενειακή κρίση στο φακό. Ο σκηνοθέτης Τζάρεκι είχε στη διάθεσή του την ‘πρώτη ύλη’ της διαμάχης και είναι αυτή περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο που κάνει την ταινία συναρπαστική.

Η εξιστόρηση δεν είναι ούτε προκατειλημμένη, αλλά ούτε αφελής. Εξετάζει τα επιχειρήματα και τη στάση της αστυνομίας, του Φρίντμαν και διάφορων άλλων (ερευνητών, δικηγορών κ.α.) που ασχολήθηκαν με την υπόθεση και καταλήγει σ’ ένα σαφές κι ισορροπημένο συμπέρασμα, χωρίς να ισχυρίζεται ότι αυτό είναι η μοναδική ή απολύτως αληθινή εκδοχή.

Η προσωπογραφία του οικογενειάρχη Άρνολντ δεν γίνεται ποτέ σκανδαλοθηρική, αλλά περιλαμβάνει όλες τις πτυχές της προσωπικότητάς του, από τις πιο ταλαντούχες και καταξιωμένες ως τις πιο απόκρυφες κι αποτροπιαστικές. Η ταινία διαμορφώνεται ως είναι ένα θαυμάσιο σχόλιο πάνω στην περίπλοκη κι ευμετάβλητη ανάπτυξη της σεξουαλικότητας και την επίδραση του περίγυρου στην ιδιωτική ζωή, με τη μορφή της κλειστής τοπικής κοινωνίας και της μεταχείρισης από τα ΜΜΕ.

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ

TWISTED

Σκην.: Φίλιπ Κάουφμαν

Πρωτ.: Άσλι Τζαντ, Σάμιουελ Τζάκσον, Άντι Γκαρσία

Η Τζέσικα είναι μια επιτυχημένη αστυνομικός του Σαν Φρανσίσκο, που μόλις προάχθηκε σε επιθεωρητή. Όμως εξακολουθεί να κουβαλάει τα ψυχικά τραύματα που της άφησε ο κατά συρροή δολοφόνος πατέρας της, επίσης αστυνομικός. Αλκοόλ κι ευκαιριακό σεξ αποτελούν γι’ αυτή τρόπους εκτόνωσης, αλλά ξαφνικά θα μετατραπούν στην ιδανική παγίδα.

Η Άσλι Τζαντ τείνει να καθιερωθεί στο είδος του αστυνομικού θρίλερ, μετά τις εμφανίσεις της στα ΦΙΛΙΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ, το ΔΙΠΛΟ ΚΙΝΔΥΝΟ και τα ΥΨΗΛΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ.

Αυτό εδώ είναι απλώς ευχάριστο, χωρίς να διαθέτει κάτι το συνταρακτικό ή φοβερά ανατρεπτικό. Ο Τζάκσον κι ο Γκαρσία αναμενόμενα γοητευτικοί, βρίσκονται εκεί για να μπερδεύουν, ο Κάουφμαν φτιάχνει ατμόσφαιρα κι ο δυναμισμός ταιριάζει στην πανέμορφη Τζαντ. Με τέτοιο καστ ίσως να περιμένατε κάτι παραπάνω, αλλά θα πρέπει ν’ αρκεστείτε στα βασικά.