Του Μανόλη Σπανάκη*

Στις μέρες μας, όσο πιο πολύ σφίγγει το σκοινί στο λαιμό τόσο πιο πολύ δεν θέλεις να θωρείς τον άλλο ούτε ζωγραφιστό, ειδικά άμα τρώει μια μπουκιά παραπάνω και προσπαθείς να σκάψεις το λάκκο του, όπως λένε. Ναι, αλλά άμα σκάφτεις στην κυριολεξία το λάκκο το δικό σου, έ!!! αυτό είναι απτά άγραφα. Ποτέ μη λες ποτέ. Τρέχα να δεις, μου φωνάζει ένα πρωϊ από την αυλή η μακαρίτισσα η μάνα μου, ψευτογελώντας. Να ο μπάρμπα Κωστής κορδωτός, φρεσκοξυρισμένος, με το κεφάλι στην τραγιάσκα, τον κασμά (τσάπα για πετρόχωμα), το φτυάρι και τον κουβά μπελονιασμένα στον ώμο, ενώ το προσφάϊ με το κρασί στην άλλη μεριά, χαμογελαστός με τον εαυτό του, κατηφορίζει. Τώρα και δέκα μέρες τόνε θωρώ την ίδια ώρα και πάει στο νεκροταφείο και σκάβει στο ταφόπεδο, που έχει αγοράσει, τον τάφο του. Σκάλα έχει κατεβάσει μέσα και βγάζει το χώμα με τον κουβά, στα έξι μέτρα περνά.

Έ!!! τον κακομοίρη, εκουζουλάθηκε, όπου νάναι θα βρει νερό, να τόχει για τις ανάγκες του, όταν πεθάνει. Τόσα χρόνια δεν έδωσε του αγγέλου του νερό να πιεί και τώρα που γέρασε, φοβάται μην τον ρίξουν σε κανένα χαντάκι άμα πεθάνει, γι’ αυτό πάει και στην εκκλησία τελευταία. Δίνει τουλάχιστο τώρα στα γεράματα, που το ματάδε, καμιά μπουκιά ή φράγκο σε κανένα; Μπα!! τίποτα, τα σφουγκάτα του είναι ακριβά. Αν και είναι χέστακας, δεν ξεματώνει. Έτσι που ήταν αποκομμένος και μοναχός σαν το λύκο, από την κοινωνία, έτσι είναι και τώρα.

Πώς συμβαίνει, εκείνος ο βουνίσιος, να προτιμά τα τάρταρα στην άλλη ζωή, να κολυμπά στο νερό, να μη θωρεί τα ραδίκια ανάποδα, το φως, τον ήλιο να τον ζεσταίνει ή φοβάται μήπως τον πετροβολούν οι άλλοι πεθαμένοι για τη μίζερη ζωή που έζησε, ή μήπως μοιάζει της μαντινάδας που λέει: Άμα πεθάνω να με βάλετε τόσο βαθιά, που να μην φτάνει ρίζα δέντρου, γιατί θα ξεραθεί από τους καϋμούς μου. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Έλα που τα πράγματα δεν πάνε όπως τα λογαριάζεις: Άλλα θέλει ο δούλος και άλλα ο αφέντης: Αντί να πεθάνει ο μπάρμπα Κωστής, άλλαξε τη σειρά ο μπάρμπα Μιχάλης και πέθανε κάποιον άλλο. Ίσως ήθελε για τιμωρία, να παρατείνει τις τύψεις και τα μίζερα γερατειά του μπάρμπα Κωστή. Επειδή δεν υπήρχε κενός τάφος για να τον θάψουν, πρότειναν στον μπάρμπα Κωστή να τους πουλήσει τον δικό του. Φούσκωσε, ξεφούσκωσε, δέχτηκε,γιατί πληρώθηκε ακριβά.

Στάσου, όμως, τον πεθαμένο τον ρώτησαν, αν προτιμούσε να τον θάψουν στην υπόγεια μεζονέτα, να μην βλέπει άσπρη μέρα, ούτε τα ραδίκια ανάποδα; Και ενώ είχε ξοφλήσει τους λογαριασμούς του στον πάνω κόσμο, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με πολεοδομικά, ΕΝΦΙΑ κλπ, λόγω της σουϊτας που είχε πάρει μαζί του. Πώς θα τα ξεκαθαρίσουν εκεί κάτω δεν ξέρω, όπως δεν ξέρω, αν μετά ο μπάρμπα Κωστής οικοδόμησε, για δικού του τώρα, μια πιο σύγχρονη μεζονέτα.

Ουφ... και μετά θάνατο μπορείς να βρεθείς μπερδεμένος, χωρίς να φταις.

* Ο Μανόλης Σπανάκης είναι συντ/χος καθηγητής