Του Κώστα Παπαδάκη

Φίλε Φώτη Κουβέλη καλημέρα,

Από την «Πατρίδα» της πατρίδας μου, θέλω να σου πω δύο λέξεις για την τελευταία σου παρέμβαση μέσω Α.Π.Ε. σχετικά με τη δικαιοσύνη και την κριτική που γίνεται στις αποφάσεις της.

Ο λόγος σου έχει ιδιαίτερη σημασία, εξαιτίας του κύρους της πολύχρονης δόκιμης παρουσίας στο χώρο της ελληνικής δικαιοσύνης, αλλά και εξαιτίας της βαρύτητας των επεμβάσεών σου στα πολιτικά πράγματα της χώρας σε κρίσιμες ώρες.

Συμπάθησέ με που θα απευθυνθώ στον Φώτη Κουβέλη εκείνης της εποχής που στάθηκε όρθιος μαζί με τον Νίκο, contra στο τότε «δημοκρατικό» ρεύμα που οι «δημοκράτες» τότε ονόμασαν «βρώμικο 89».Γράφεις Φώτη ότι «είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη, του ελεύθερου τύπου, των δημοσιογράφων, των λειτουργών της ελευθεροτυπίας να κρίνει τις δικαστικές αποφάσεις».Ποιος αρνήθηκε αυτό το δικαίωμα στον κάθε πολίτη και στον κάθε λειτουργό της ελευθεροτυπίας;Ασφαλώς όλοι δικαιούνται να κρίνουν τις δικαστικές αποφάσεις και, βέβαια, ο κάθε ένας χρησιμοποιεί τα μέσα, τα «εργαλεία» που έχει στη διάθεσή του. Και κοινοτοπώ να πω πως άλλα είναι τα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο συνταγματολόγος και Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας Π. Παυλόπουλος και άλλα είναι τα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο Νικολής στο χωριό μου. Και όχι μόνο.

Άλλος είναι ο τρόπος και το ήθος της κριτικής με την οποία εκφράζεται ένας τραμπούκος ή ένας λιμοκοντόρος και άλλος είναι ο τρόπος και το ήθος της κριτικής του μέσου, ώριμου και ευγενούς ανθρώπου.

Αυτά ως προς την ανθρώπινη κριτική. Γράφεις όμως ότι και η Κυβέρνηση δικαιούται να κρίνει τις δικαστικές αποφάσεις.

Καθ’ υπόθεση εργασίας (και όχι μόνο) ας το δεχθούμε. Δεν λες όμως, Φώτη, ποιο είναι το εργαλείο με το οποίο μία Κυβέρνηση θα κρίνει τη δικαστική απόφαση, αλλά ούτε αναφέρεσαι (συγχώρεσέ μου να πω) στον τρόπο και το ήθος με το οποίο (οφείλει) να ασκείται η κυβερνητική κριτική.Αν βέβαια, ο στόχος της κυβερνητικής κριτικής είναι να αντικρούσει από του άμβωνος αποφάσεις που την κρίνουν ως ηττώμενη διάδικο, τότε ασφαλώς είναι αναμενόμενη η μελοποιημένη κριτική «για τα παιδάκια που θα χάσουν το γάλα τους» από την κακή απόφαση του Σ.τ.Ε και ακόμα είναι αναμενόμενη η χυδαιότητα της ύβρεως «διατεταγμένη δικαιοσύνη» κ.α. Αλλά βέβαια αυτή μοιάζει με την κριτική της διαδίκου που ηττήθηκε στο Πταισματοδικείο, γιατί χύθηκαν τα νερά της μπουγάδας της και βρώμισαν τα ρούχα της γειτόνισσας και είναι προφανές ότι δεν αναφέρεσαι σε αυτές τις μορφές της κριτικής, που όμως συχνά αποτελούν κυβερνητική (κομματική) επιλογή και ίσως θα όφειλες να το επισημάνεις.

Είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσεις πως για τα ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΜΕΝΑ όργανα όπως είναι η κυβέρνηση, εργαλείο της για να κρίνει τις δικαστικές αποφάσεις είναι ΕΝΑ και μόνο. Ο νόμος.

Ο νόμος στις δημοκρατικές κοινωνίες είναι το επιστέγασμα της δημοκρατίας, αφού προέρχεται από τον λαό δια των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.

Έτσι οι κυβερνήσεις υποχρεούνται στο σεβασμό και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και ταυτόχρονα δικαιούνται - πάντα με εργαλείο κρίσης τους το νόμο – να κρίνουν τις αποφάσεις, άλλως θα θυμηθώ τον αγαπημένο σου Βάρναλη που λέγει «Κρίνω θα πει κοροϊδεύω» (απολογία του Σωκράτη).

Βέβαια για εμάς τους νομικούς τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, αφού για να κρίνουμε μία υπόθεση, δεν αρκεί η γνώση του νόμου, αλλά απαιτείται η πλήρης γνώση του φακέλου της υπόθεσης, εκτός εάν είναι κανείς τηλεοπτικός τενεκές – δικηγόρος.

Σήμερα στο οπλοστάσιο των κυβερνητικών κομματικών επιχειρημάτων έχει αναδειχθεί ως τρόπος κρίσης των αποφάσεων και «το κοινό περί δικαίου αίσθημα». Απέναντι σε αυτήν την φασίζουσα άποψη οφείλουμε όλοι οι νομικοί να τοποθετηθούμε.

Κοινοτοπώ και πάλι.

Από ποιον εκφράζεται αυτό το κοινό αίσθημα δικαίου;

Από την Αυγή, από την Καθημερινή, από το Documento, από τον Ριζοσπάστη; Από ποια γραφίδα; Του Πρετεντέρη ή του Κρατερού; Από ποιον σταθμό, το ΣΚΑΪ ή την ΕΡΤ; Από ποια ιστοσελίδα, την iefimerida ή την indimedia;

Σήμερα Φώτη έχει προκύψει έντονος λογοτεχνικός, φιλοσοφικός και, βέβαια, πολιτικός προβληματισμός για το αν η Αντιγόνη ή ο Κρέοντας ήταν το πιο τραγικό πρόσωπο του Σοφοκλή.

Λυπούμαι να πω πως αποφάσεις εκδιδόμενες με βάση το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» εκδίδουν μόνο τα ανταρτοδικεία ή τότε όταν, κατά τις επιταγές της βεντέτας (και αυτή στον τόπο μου εκφράζει το «κοινό περί δικαίου αίσθημα»), ο χαροκαμένος από το φονικό γονιός παίρνει τη ζωή του αδερφού του φονιά.

Homo homini lupus, με την έγκριση ή πάντως με την ανοχή της τοπικής κοινωνίας (κοινό περί δικαίου αίσθημα).

Τα γράφω αυτά ξέροντας ότι από εσένα δεν θα παρεξηγηθώ ότι μηδενίζω το κοινό περί δικαίου αίσθημα, ως ύψιστο εργαλείο για την επιστημονική νομική μελέτη και, κυρίως, για τη σημασία του κατά τη θέσπιση των αρχών (νόμων) που διέπουν τη δημοκρατική κοινωνία, αλλά και την ώρα που ο δικαστής αφήνεται (από το νόμο πάντα) να κρίνει κατά συνείδηση την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων ή να επιμετρήσει την ποινή και να χορηγήσει ή όχι αναστολή.

Τέλος Φώτη, η ορθή σου σκέψη ότι οι αποφάσεις εκτελούνται στο όνομα του λαού, υπάρχει ο κίνδυνος να κακοερμηνευθεί ότι «εκεί που υπάρχει ο λαός, δεν έχουν σημασία οι θεσμοί», όπως κάποτε από την Παναγία Σουμελά – που σε λίγες μέρες εορτάζει – είχε πει αποθανών δημοκρατικός ηγέτης.

Και δράττομαι της ευκαιρίας να σου πω Φώτη πως θα ήταν χρήσιμη η σκέψη σου για την έκφραση περί «θεσμικών εμποδίων» που διέφυγε του έρκους των πρωθυπουργικών οδόντων εσχάτως.

Ξέρω πως η εμβέλεια της «Πατρίδας» της ιδιαίτερης πατρίδας μου δεν είναι όμοια με την του Α.Π.Ε τοιαύτη, όμως ελπίζω ότι θα φθάσει στο γραφείο σου.

Χαίρε,

Κώστας Παπαδάκης

Υ.Γ.: Αφού είχαν γραφτεί τα παραπάνω, διάβασα τη νέα «επίθεση» και τη νέα «άμυνα».

Αλίμονο. Σύγκρουση Κυβέρνησης και Δικαιοσύνης.

Αν έτσι γίνεται, πρέπει Φώτη να ενημερώσουμε το λαό πως ο ευάλωτος αντίπαλος είναι η δικαιοσύνη.Όλοι οι Έλληνες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν εμπλακεί με τη δικαιοσύνη και, κατά ταύτα, οι περισσότεροι έχουν λόγο να είναι παραπονούμενοι μαζί της. Όχι γιατί οι αποφάσεις της είναι καλές ή κακές. Σε κάθε δικαστικό αγώνα μεταξύ ιδιωτών υπάρχει νικητής και ηττημένος και, κατά ταύτα, ο ηττημένος έχει λόγο να μέμφεται τη δικαιοσύνη, αφού κανείς μας δεν δέχεται το άδικό του. Αλλά ακόμα και αν έχει νικήσει, αυτό το θεωρεί εύλογο, αφού «είχε δίκιο», ενώ υπάρχουν και οι περιπτώσεις που και οι δύο διάδικοι θεωρούν εαυτούς αδικημένους (π.χ. εν μέρει δεκτή η αγωγή, η καταδίκη του υπαιτίου σε ποινή που ο «νικητής» του θεωρεί χάδι). Και βέβαια, δεν υπάρχει Έλλην ο οποίος να θεωρεί ότι η δικαιοσύνη όρισε ορθή την τιμή της μονάδας με την οποία το δημόσιο του απαλλοτρίωσε την περιουσία του. Έπειτα η δικαιοσύνη είναι ο μόνος θεσμός που δεν έχει spokesman (ενώ η κυβέρνηση έχει, όπως έχει εφημερίδες φίλιες, sites φίλια (εκεί και αν έχει), εκπρόσωπο και κυβερνητικό και κομματικό, υπουργούς, βουλευτές «στοιχειωμένους» ή αστοιχείωτους. Και Α.Π.Ε. έχει.

Απέναντι σε μία τέτοια άνιση μάχη, καθένας νομικός ευθύνεται και οφείλει να λάβει θέση υπερασπίζοντας τους ΘΕΣΜΟΥΣ.

Και θεσμός είναι και η κυβέρνηση και η δικαιοσύνη.

Αλλά για την κυβέρνηση η κριτική είναι πολιτική.

Για τη δικαιοσύνη όμως (προσοχή, όχι για τις αποφάσεις της, αυτά τα είπα παραπάνω) η επίθεση είναι θεσμικός κίνδυνος.

Δεν θα ήθελα να μετέχω στη σύνθεση του Εφετείου που θα ξανακρίνει τη νέα αίτηση αναστολής της Ηριάννας, αφού ήδη ο αρμόδιος υπουργός (και όχι μόνο) αποφάνθηκε πως η απόρριψη της αίτησης θα είναι λάθος.



Ξαναχαίρε,

Κώστας Παπαδάκης, Δικηγόρος

Αθήνα – Πεζά

[email protected]