Βγαίνουμε από το τούνελ; Θα δείξει! Χθες η Ελλάδα βγήκε μετά από τρία χρόνια στις αγορές και άντλησε 3 δισ. ευρώ από την έκδοση του νέου πενταετούς ομολόγου με την απόδοση να ορίζεται στο 4,625%.

Οι προσφορές τόσο για τη νέα έκδοση, όσο και για την πρόταση ανταλλαγής και επαναγοράς των ομολόγων που λήγουν το 2019 ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ.

Το κουπόνι του πενταετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,375% ενώ το ύψος της απόδοσης στο 4,625%.

Το Μαξίμου θριαμβολογεί και για το γεγονός ότι «πάνω από 200 επίσημες προσφορές συνολικού ύψους 6,5 δισ. ευρώ, η πλειοψηφία αφορούσε πραγματικούς επενδυτές παγκόσμιου βεληνεκούς και όχι κερδοσκοπικά funds, γεγονός που αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας».

Οπως αναφέρει επίσης, το ελληνικό Δημόσιο άντλησε το ποσό των 3 δισ. ευρώ, εκπληρώνοντας το στόχο του ελληνικού ομολόγου, θέτοντας στέρεες βάσεις για διαρκή και διατηρήσιμη πρόσβαση της χώρας στις αγορές χρήματος.

Κατά το Μαξίμου, η έξοδος στις αγορές «επιβεβαιώνει τη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία βαδίζει με σταθερά βήματα προς την οριστική έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια».



Θετική πορεία

To υπουργείο Οικονομικών μίλησε για «απόλυτη επιτυχία», λέγοντας πως η έκβαση της δημοπρασίας «επιβεβαιώνει την θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία βαδίζει με σταθερά βήματα προς την οριστική έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια». Το ΥΠΟΙΚ ανέφερε πως τίθενται «στέρεες βάσεις για διαρκή και διατηρήσιμη πρόσβαση της χώρας στις αγορές χρήματος».

Το υπουργείο σημειώνει επίσης πως το κουπόνι και το επιτόκιο ήταν σαφώς χαμηλότερα από την έξοδο στις αγορές τον Απρίλιο του 2014 (οπότε και είχαν διαμορφωθεί σε 4,75% και 4,95% αντίστοιχα) ενώ αναφέρει ότι η πλειοψηφία των προσφορών «αφορούσε πραγματικούς επενδυτές παγκόσμιου βεληνεκούς και όχι κερδοσκοπικά funds, γεγονός που αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας».

Το απόγευμα εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών χαιρέτισε τη δημοπρασία: «Η Αθήνα χρειάζεται τώρα να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, να προωθήσει πιο σθεναρά μεταρρυθμίσεις και να ολοκληρώσει έγκαιρα την τρίτη αξιολόγηση του προγράμματος» ανέφερε το Βερολίνο.



Ο Τσακαλώτος

Για επιτυχημένη έξοδο στις αγορές μίλησε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος μετά το κλείσιμο του βιβλίου προσφορών.

«Με αγγλικούς όρους ήταν μια ικανοποιητική έξοδος. Με ελληνικούς όρους ήταν κάτι παραπάνω απ' αυτό που περιμέναμε» είπε ο κ. Τσακαλώτος εξηγώντας ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να βελτιώσει κατά 0,3% το επιτόκιο με το οποίο είχε δανειστεί η Ελλάδα το 2014 επί κυβερνήσεων Αντώνη Σαμαρά.

«Εχουμε τα πρώτα σταθερά δείγματα εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία», υπογράμμισε ο υπουργός. «Ηταν μια πρώτη προσπάθεια για έξοδο στις αγορές. Θα υπάρξει και δεύτερη και τρίτη» προϊδέασε.

Οπως σημείωσε η σημερινή έξοδος στις αγορές «δεν είναι το τέλος, είναι μια αρχή. Το συζητήσαμε, ήταν καλή σήμερα η αγορά και ικανοποιητικό το αποτέλεσμα». Τόνισε δε ότι παραμένουμε με το βλέμμα στον Αύγουστο του 2018 ώστε «να βγούμε από τα μνημόνια με διαφορετικούς όρους για να μπορέσει η κυβέρνησή μας να κάνει όσα έχει υποσχεθεί».

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος κατηγόρησε επίσης την αντιπολίτευση η οποία εγκαλούσε την κυβέρνηση για μη επιτυχημένη διαπραγμάτευση.

Οπως υποστήριξε, η αντιπολίτευση δεν έλαβε υπόψιν της ότι έκλεισε η β’ αξιολόγηση, δεν θεώρησε σημαντικό το γεγονός ότι ο οίκος αξιολόγησης Μoody’s μας αναβάθμισε, δεν είδαν την έκθεση της S&P και ότι η Κομισιόν μας έβγαλε από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.



Το Χρηματιστήριο έπεσε

Ωστόσο στη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου επικράτησαν πτωτικές τάσεις.

Η έξοδος στις αγορές έχει ήδη αποτιμηθεί από τους επενδυτές, ενώ το επιτόκιο που διαμορφώθηκε (4,625%), ήταν ελαφρώς υψηλότερο από αυτό που προσδοκούσε η αγορά (4,5% ή και χαμηλότερα).

O Γενικός Δείκτης Τιμών έκλεισε στις 843,05 μονάδες, σημειώνοντας πτώση 0,71%.

Η αξία των συναλλαγών ανήλθε στα 73,309 εκατ. ευρώ, ενώ διακινήθηκαν 86.399.518 μετοχές.

Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης σημείωσε πτώση σε ποσοστό 0,54%, ενώ ο δείκτης της μεσαίας κεφαλαιοποίησης υποχώρησε σε ποσοστό 1,65%.