
Του Γιάννη Ζωράκη
Ο «θάνατος του εμποράκου» αποτελεί μια καθημερινότητα για την ελληνική οικονομία. Η κατάσταση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχει φθάσει στο κόκκινο με πολλές από αυτές να μην αντέχουν την πίεση και να βάζουν τελικά λουκέτο.
Οι φωνές που θέλουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει ενορχηστρώσει ένα σχέδιο καταστροφής της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας γίνονται καθημερινά εντονότερες, ενώ ο σκεπτικισμός κυρίως για τη στάση της Γερμανίας απέναντι στους «μικρούς» της Ελλάδας πληθαίνει.
Όμως οι… αριθμοί, τους οποίους, σημειώνεται, δίνουν τα αρμόδια Υπουργεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν αντίθετη άποψη. Γιατί η Ελλάδα έχει στη διάθεσή της συνολικά 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις για να τα διαθέσει στη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Από αυτά, μόλις τα 159 εκατομμύρια ευρώ έχουν διατεθεί σε επιχειρήσεις, με τα υπόλοιπα 2,5 δισ. να μένουν στα … αζήτητα. Αυτό σημαίνει με μαθηματικούς όρους ότι ως χώρα έχουμε καταφέρει να απορροφήσουμε μόλις το 5,9 % των διαθέσιμων πόρων, οι οποίοι δίνονται από την Ένωση για τη στήριξη των αδυνάτων, τουλάχιστον στον κλάδο της επιχειρηματικότητας.
Την ίδια στιγμή βέβαια, οι φωνές για το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές πληθαίνουν, ενώ η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη σημαντική αύξηση της απορροφητικότητας από ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Τα σημαντικά ερωτήματα ωστόσο που προκύπτουν, σχετίζονται κατά πρώτον με την πολιτική στόχευση της κυβέρνησης προς τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και με το είδος της απορροφητικότητας κονδυλίων, που στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται να αποδίδονται σε χώρους εκτός πραγματικής οικονομίας.
Το συγκεκριμένο θέμα ανέδειξε ο Ηρακλειώτης ευρωβουλευτής Νίκος Ανδρουλάκης, με ερώτησή του προς την αρμόδια επίτροπο Corina Creu, η οποία είναι υπεύθυνη για την περιφερειακή πολιτική και τα διαρθρωτικά ταμεία.
Απαντώντας σε ερώτηση του ευρωβουλευτή αναφέρει ότι «δημόσιες δαπάνες ύψους 2,7 δισεκατομμυρίων ευρώ είναι αφιερωμένες σε επενδυτικές προτεραιότητες για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων», στο πλαίσιο της προγραμματικής περιόδου 2014-2020. Όμως, και ενώ έχουν περάσει 4 από τα 7 χρόνια, μόνο «το 5,9% έχει δαπανηθεί από αυτό το ποσό», ενώ οι απαραίτητες συμφωνίες υπογράφηκαν μόλις τον Δεκέμβριο του 2016.
Οι δράσεις που μπορούν να χρηματοδοτηθούν αφορούν την ανάπτυξη των εξαγωγών, την αξιοποίηση καινοτόμων υπηρεσιών και των ευκαιριών που δημιουργούνται από την πράσινη οικονομία και τους τομείς του πολιτισμού και της δημιουργικότητας καθώς και τις επενδύσεις για την εκπαίδευση του προσωπικού.
Τονίζεται ότι οι επενδύσεις για τη βοήθεια προς τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλύπτουν:
– την πρόσβαση σε χρηματοδότηση για επενδύσεις μέσω επιχορηγήσεων, δανείων, εγγυήσεων για δάνεια, επιχειρηματικού κεφαλαίου, συμμετοχών στο κεφάλαιο·
– στοχευόμενη επιχειρηματική υποστήριξη·
– βελτιωμένη πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές·
– αξιοποίηση νέων πηγών μεγέθυνσης όπως η πράσινη οικονομία, οι κλάδοι του πολιτισμού και της δημιουργικότητας·
– επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και καλύτερη σύνδεση μεταξύ των ερευνητικών κέντρων και των πανεπιστημίων για την προώθηση της καινοτομίας. Η επιλεξιμότητα των δαπανών καθορίζεται με βάση τους εθνικούς κανόνες.
Όπως επισημαίνει στην ερώτησή του ο ευρωβουλευτής Νίκος Ανδρουλάκης, τα συγκεκριμένα ευρωπαϊκά κονδύλια που προέρχονται από τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο αποτελούν την πιο σημαντική πηγή ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια. Συγχρόνως, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες συνέπειες της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα.

