
Τη δεκαετία του ‘60, εποχή μεγάλης φτώχειας οι πολιτικές συζητήσεις στα καφενεία έδιδαν κι έπαιρναν. Δεν υπήρχε τηλεόραση, δεν είχαν και τιποτ’ άλλο ν’ ασχοληθούν οι άνθρωποι, ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις και ξεκινώντας από την Επανάσταση του ‘97 έφταναν στο Γουδί και τον Βενιζέλο, στους Βαλκανικούς Πολέμους και το Αλβανικό.
Ο καπετάν Σαββοδημήτρης απ’ την Πόμπια είχε πολεμήσει τους Τούρκους στις Αρχάνες στην Επανάσταση του 1897.
“... Είχα ένα σασεπό* και είχα ταμπουρωθεί με τους ανθρώπους του Αρ. Κόρακα. Καταπάνω μου ερχόταν ένας δερβίσης καβαλάρης με άσπρα στιβάνια. Τον άφηκα και σίμωσε και του ‘πεξα από κοντά!
- Εσκοτωσές τονε γέρο;
- Ολομούζωτο τον έκαμα τον κερατά! Ήσπασε κάτω το μπεγίρι του και τον έριξε χάμαι, τον ζύγωνε κι αγλάκα...”
Έτσι γινόταν τότε ο πόλεμος... Στάσου αγά να γεμίσω.
Το ‘60 τα καφενεία έπιαναν έναν-έναν τους βουλευτές απ’ τα Χανιά ίσαμε το Λασήθι. Τους ξεσκόνιζαν κανονικά.
Μας διαβεβαίωναν ότι τα πεθερικά του Μητσοτάκη και του Παύλου Βαρδινογιάννη για να τους κάμουν γαμπρούς τους είχαν “καμπανίσει” χρυσές λίρες. Τόσες οκάδες όσες ζύγιζαν ο καθένας τους. Τα καλά αμπελοχώραφα στη Μεσαρά έκαναν τότε τέσσερις χρυσές το στρέμμα κι εμείς οι φτωχοδιάβολοι κάναμε τους σχετικούς λογαριασμούς:
- Αυτοί οι δυο μαντράχαλοι με την προίκα που πήρανε, μπορούσαν ν’ αγοράσουν το χωριό μας όπως ήταν και να μπουν και στη διπλανή κοινότητα...
- Μπρε τσοι κερατάδες!
Τη Μαρίκα τη Μητσοτάκη τη συνάντησα πρώτη φορά στις Μοίρες τον καιρό του “Ανένδοτου”. Είχαμε κάμει σκασιαρχείο από το Γυμνάσιο Πόμπιας και κατεβήκαμε στο παζάρι με τον καρνάβαλο του Χρονάκη του σαπονοποιού. Είμαστε και μεις του... ανένδοτου και θέλουμε να δούμε από κοντά τους βουλευτές. Δεν είχαν ενδώσει ακόμη...
Στο ζαχαροπλαστείο του Κλάδου η μακαρίτισσα η Μαρίκα μάς κέρασε γαλακτομπούρεκο. Η Άσπα η Μαρή, που ήταν κι αυτή στο παζάρι, μας μοίρασε στυλό διαρκείας (σπάνια τότε) που είχαν γραμμένο με κεφαλαία:
“ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΑΡΗ” Το δικό μου το έσπασε ο γυμνασιάρχης, δεξιός ο μακαρίτης μέχρι κόκκαλο.
Η Μαρίκα ήταν πράγματι όμορφη. Η Άσπα ήταν Καλαματιανή και καπάτσα. Η μοίρα όμως μου το φύλαγε να γνωρίσω αργότερα και την... Καρυάτιδα του Βαρδινογιάννη. Ήταν στους Καλούς Λιμένες, κοντά στο χωριό μου. Μόλις την είδα το ‘βαλα στα πόδια κι έφτασα μέχρι την Καραβόβρυση. Σκιάχτηκα ρε παιδί μου.
Ο Παύλος αγαπούσε τ’ Ανώγεια και τα επισκεπτόταν με κάθε ευκαιρία. Όταν λοιπόν στεφανώθηκε, πήρε την Κατακουζινού και την ακολουθία του και περπάτησε στον κεντρικό δρόμο των Ανωγείων.
Από απέναντι ερχόταν ο Ρουπάτσος. Έπιασε λοιπόν το χέρι της νύφης ο Ανωγειανός κι άρχισε καθώς τη χαιρετούσε να αραδιάζει τα παινέματα του γαμπρού:
- Mας επήρες το λεβέντη και το χορευτή μας! Μας επήρες τον επιστήμονα και το μερακλή. Μας επήρες το βουλευτή και τον υπουργό μας!
Στρέφεται τότε στον Βαρδινογιάννη χωρίς ν’ αφήσει το χέρι της νύφης και του λέει:
- Κι εμείς Παυλή επήραμε σκιας λεφτά!
* Τσοι κερατάδες τσοι Ρωμιούς μια τέχνη που τη βγάλα να ξεπερνά το Σασεπό του Μαρτινού τη μπάλα.
Οι Τούρκοι πολεμούσαν τότε με τα Μαρτίνια. Τα σασεπό είχαν φαίνεται μεγαλύτερο βεληνεκές.

