
Μια ταινία που υποστηρίζει ότι η λύση βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.
ΞΑ ΜΟΥ
Σκην.: Κλειώ Φανουράκη
Πρωτ.: Γιώργος Χωραφάς, Σοφία Χιλλ, Λευτέρης Ελευθερίου, Γιώργης Σμπώκος.
Στη σημερινή Κρήτη, ο Τζώνης είναι ένας 56χρονος διευθυντής ξενοδοχείου που απολύεται αναπάντεχα. Μέσα από τη γνωριμία του με τους αγρότες της περιοχής του, ξαναβρίσκει τη θέληση και τον επαγγελματικό στόχο που χρειάζεται για να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή.
Κοινωνική κομεντί που αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της ηρακλειώτισσας Φανουράκη, κι η οποία προβλήθηκε στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποσπώντας ευνοϊκές κριτικές, ενώ συμμετείχε επίσης στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Παλμ Σπρινγκς και στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του Λος Άντζελες. Μια ιστορία με θέματα την οικονομική κρίση και την Κρήτη, μιλώντας ταυτοχρόνως για τη μία μέσα από την άλλη, και προτείνοντας ως διέξοδο ένα πιο ανθρώπινο επιχειρηματικό μοντέλο. Το εύστοχα επιλεγμένο μεικτό καστ επαγγελματιών και μη- ηθοποιών, η όμορφη φωτογραφία του Θωμά Βαρβία, κι η μελαγχολική μουσική των Mάρως Θεοδωράκη, Λουδοβίκου των Ανωγείων και Γιώργη Μανωλάκη, αντισταθμίζουν την περιστασιακή αρρυθμία (από το πλαδαρό τάιμινγκ των διαλόγων μέσα στα πλάνα και στο μοντάζ μεταξύ τους), τις σεναριακές ανισότητες (η πλοκή αναλώνεται σε μια περιήγηση χωρίς διακυμάνσεις, ενώ την απουσία κορύφωσης υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο το απότομο τέλος) και την ερμηνευτική αμηχανία (ο Χωραφάς σε πολλές στιγμές απλώς κοιτάει τους συνομιλητές του, σαν να μην ξέρει τι να πει).
Ίσως δεν είναι τυχαίο αυτό που λένε κάποια στιγμή οι αγρότες στον Τζώνη, ότι θέλουν να γίνει ο ντελάλης της Κρήτης. Παρά τις ακαλλιέργητες δραματουργικές εκτάσεις της, νομίζω ότι αυτός είναι κατ’ επέκταση ο κύριος στόχος της ταινίας, τον οποίο πετυχαίνει με πηγαία ευδιαθεσία.
Η ΜΟΥΜΙΑ - THE MUMMY
Σκην.: Άλεξ Κούρτσμαν
Πρωτ.: Τομ Κρουζ, Σοφία Μπουτέλα, Ράσελ Κρόου, Άναμπελ Γουόλις
Στο σημερινό Ιράκ, ο αξιωματικός του αμερικανικού στρατού ανακαλύπτει κατά λάθος έναν αρχαίο αιγυπτιακό τάφο, που περιέχει μια πολύτιμη σαρκοφάγο. Μετά από επιμονή της αρχαιολόγου Τζένι να πάρουν μαζί τους το φέρετρο, αρχίζουν να συμβαίνουν καταστροφικά γεγονότα, που αποτελούν μόνο την αρχή ενός μεγαλύτερου κακού που ετοιμάζεται να ξεσπάσει.
Περιπέτεια φαντασίας, με το τέρας το οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενσαρκωμένο από τον Μπόρις Καρλόφ στην ομώνυμη ταινία που γύρισε ο Καρλ Φρόιντ το 1932 για το στούντιο της Universal. Ακολούθησαν ακόμη τέσσερις συνέχειες από την ίδια εταιρεία ως το 1955, η βρετανική Hammer έφτιαξε τη δική της σειρά με τέσσερις ταινίες από το 1959 ως το 1971, κι από το 1999 ως το 2008, η Universal ‘ανέστησε’ τον μύθο στην τριλογία με πρωταγωνιστή τον Μπρένταν Φρέιζερ.
Πλέον, σε μια απόπειρα να μιμηθεί την επιτυχημένη στρατηγική της Marvel, φιλοδοξεί ότι η φετινή ταινία θ’ αποτελέσει την έναρξη σ’ αυτό που θα εξελιχτεί στο δικό της κινηματογραφικό της σύμπαν, με όνομα Σκοτεινό Σύμπαν (Dark Universe). Κι αφού δεν έχει στην κατοχή της δικαιώματα αρκετών υπερηρώων, όπως οι ανταγωνιστές της, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το είδος με το οποίο είναι παραδοσιακά ταυτισμένη από τη δεκαετία του 1930, τις ταινίες με τέρατα.
Το στούντιο είναι τόσο σίγουρο για την επιτυχία της φετινής του ταινίας, ώστε ανακοίνωσε ήδη ότι προσέλαβε τον Τζόνι Ντεπ και τον Χαβιέ Μπαρδέμ για να υποδυθούν τον Αόρατο Άνθρωπο και το τέρας του Φράνκενσταϊν αντιστοίχως, σ’ επερχόμενα επεισόδια του Σύμπαντος. Στο μεταξύ, ως επόμενη προσθήκη έχει προγραμματιστεί το «The Bride of Frankenstein», που θα σκηνοθετήσει ο Μπιλ Κόντον για τον Φλεβάρη του 2019, χωρίς ακόμα να έχει ανακοινωθεί η πρωταγωνίστρια.
Προς το παρόν, η αρχή γίνεται με μια συμβατικά πληθωρική χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, που προσφέρει όλο το αναμενόμενο θέαμα, προσθέτοντας μερικές “εκπλήξεις”, οι οποίες όμως για να λειτουργήσουν, θα πρέπει κανείς να είναι όσο πιο ανυποψίαστος γίνεται σχετικά με την πλοκή, αφού το διαφημιστικό υλικό της ταινίας προδίδει αρκετές απ’ αυτές.
Όμως ο Κούρτσμαν απλώς διεκπεραιώνει σχεδόν μηχανικά, το χιούμορ κατά τη γνώμη μου δε λειτουργεί, κι ο ακμαιότατος Κρουζ για κάποιον λόγο μοιάζει αταίριαστος μέσα στο όλο εγχείρημα- ίσως επειδή μέχρι τώρα ήταν ταυτισμένος με πιο αληθοφανείς περιπέτειες κατασκοπίας και μυστηρίου ή απλώς επειδή εδώ δεν είχε έναν αρκετά επιδέξιο κι οραματιστή σκηνοθέτη για να τον εντάξει οργανικότερα μέσα σ’ αυτό το καινούριο γι’ αυτόν υπερφυσικό ειδολογικό σύμπαν.

