Της Κατερίνας Μυλωνά

Το παλιό ρητό έλεγε: μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε. Οι εποχές αλλάξανε και η προτροπή του κάθε γονιού ήταν «μάθε, παιδί μου, γράμματα».

Θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει ότι κάποιο καλοθελητής πλησίασε τον παππού μου και του είπε «γιατί να στείλεις τον γιο σου να σπουδάσει και δεν πάει στην οικοδομή να σε βοηθήσει;»

Βλέπετε, η εικόνα ενός νεαρού να κρατά ανοικτό το φως τα βράδια για να διαβάζει ήταν τότε ασυνήθιστη στην περιοχή.

Μετά από πολλά χρόνια, έτυχε να πάρω συνέντευξη από έναν ξάδελφο του πατέρα μου, ο οποίος με αιφνιδίασε όταν βουρκωμένος μού είπε «χαίρομαι, παιδί μου, που εσείς, η νέα γενιά, ξεφύγατε από την οικοδομή».

Τότε δεν μπορούσα να συλλάβω τη σημασία του λόγου του, όμως, σήμερα, που η κρίση έχει βαθύνει ακόμα περισσότερο και γνωρίζω περισσότερους ανέργους από όσο θα ήθελα, καταλαβαίνω τι εννοούσε. Σήμερα, λοιπόν, ακόμα και φίλοι μου με πτυχία, με ξένες γλώσσες, με γνώσεις υπολογιστών, με… με… με… μένουν χωρίς δουλειά και ακόμα και όταν βρίσκουν είναι σίγουρα κατώτερες των προσόντων τους. Ας πάει κανείς να δει πόσοι πτυχιούχοι είναι σήμερα στην οικοδομή και στα εργοστάσια. Σίγουρα, καμία δουλειά δεν είναι ντροπή· ντροπή, όμως, είναι να γκρεμίζονται έτσι τα όνειρα νέων ανθρώπων.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, μόλις ανακοινώνονται οι βαθμολογίες των πανελλαδικών, μιλώ με τους αριστούχους των σχολείων του Ηρακλείου. Πρόκειται για παιδιά με όρεξη για μάθηση, έτοιμα να μπουν στην περιπέτεια της φοιτητικής ζωής και να αναζητήσουν στη συνέχεια μια θέση στον χώρο που ονειρεύονται. Θέλουν να γίνουν γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι ή καθηγητές.

Όταν τους ακούω με τι λαχτάρα μιλούν για το μέλλον τους, μου περνάν «μαύρες» σκέψεις από το μυαλό: Πώς θα είναι μετά από τέσσερα ή πέντε χρόνια, όταν ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και δουν ότι… εκεί έξω δεν είναι τόσο ρόδινα;