
Ποικιλία που εξασφαλίζει τουλάχιστον τη συζήτηση, αν όχι την ευχαρίστηση.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΑΝ ΠΕΤΕΓΚΕΜ -MA LOUTE
Σκην.: Μπρουνό Ντιμόν
Πρωτ.: Φαμπρίς Λουκινί, Ζιλιέτ Μπινός, Βαλέρια Μπρουνί- Τεντέσκι, Ζαν- Λικ Βενσάν, Ραφ
Ένα καλοκαίρι στις αρχές του 20ου αιώνα, η οικογένεια Πετεγκέμ φτάνει στο εξοχικό της σπίτι για ν’ απολαύσει τις διακοπές της. Ανακαλύπτει όμως ότι στην περιοχή βρίσκονται επίσης δύο αστυνομικοί που προσπαθούν να εξιχνιάσουν τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις που έχουν προκύψει τον τελευταίο καιρό. Σουρεαλιστική κωμωδία, με μια ταξική αλληγορία κι ένα δράμα έμφυλης ταυτότητας στην καρδιά του σεναρίου, από τα οποία το δεύτερο είναι πιο εύστοχο κι ολοκληρωμένο. Ενδεικτικές της δεξιοτεχνίας και της έμπνευσης του σκηνοθέτη, οι απολαυστικά αλλόκοτες μεταμορφώσεις των ηθοποιών του, αλλά κυρίως η απίστευτα εκφραστική μελαγχολία κι η ασυμβίβαστη διεκδίκηση της Ραφ ως τρανς παιδί της οικογένειας, Μπίλι. Ο αργός ρυθμός κι η έλλειψη μουσικής στο μεγαλύτερο μέρος της πλοκής, ενισχύουν τον απόκοσμο χαρακτήρα της ιστορίας, που θυμίζει τις ταινίες των Μαρκ Καρό και Ζαν- Πιέρ Ζενέ. Όμως από ένα σημείο και μετά, η βραδύτητα καταντάει αρρυθμία, τα γκαγκ επαναλαμβάνονται άσκοπα (πόσες φορές να γελάσει κανείς μ’ ένα πέσιμο;), κι η ταινία καταλήγει απλώς μια επιδεικτική συρραφή από εξεζητημένα περιστατικά, που μετά από μια μάλλον ασυνάρτητη πρόοδο, αποφασίζουν να καταλήξουν απότομα σ’ ένα ξέσπασμα σουρεαλιστικής πληθωρικότητας, κατά τη γνώμη μου αταίριαστης με τη μέχρι τότε “εσωτερική”, υποβόσκουσα ένταση της πλοκής.
ΤΟ ΔΙΧΤΥ - GEUMUL
Σκην.: Κιμ Κι- ντουκ
Πρωτ.: Παρκ Τζι- ιλ, Τζονγκ Χα- νταμ, Σουνγκ Χιούν- Α
Όταν ένας βορειοκορεάτης ψαράς παρασύρεται με τη βάρκα του σε νοτιοκορεατικά ύδατα, πρέπει ν’ αποδείξει στις αρχές ότι δεν είναι κατάσκοπος. Κοινωνικο-πολιτικό δράμα που εφορμά από μια πρόσφορη κεντρική ιδέα για ν’ ασκήσει κριτική σε δύο χώρες που εκπροσωπούν δύο διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά κι οικονομικά συστήματα. Η ίδια κακοποιητική μεταχείριση του ήρωα κι από τις δύο πλευρές στηλιτεύει μάλλον εύστοχα το ιδιόμορφο καθεστώς παράνοιας και καχυποψίας μεταξύ των δύο χωρών. Από ‘κει και πέρα όμως, το σενάριο χάνει τις ισορροπίες του, αφού για χάρη μιας τεχνητά δίκαιης αντιμετώπισης των δύο πλευρών, τονίζει μειονεκτήματα του Νότου (και κατ’ επέκταση της Δύσης), που σε καμία περίπτωση δεν είναι ισοβαρή μ’ εκείνα στον Βορρά. Ο καταναλωτισμός, η αποξένωση που προκαλεί η τεχνολογία κι ο βιασμός είναι βεβαίως πολύ σοβαρά ζητήματα, το καθένα για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετική βαρύτητα.
Όμως ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται σ’ ένα ηθικολογικό πλαίσιο, ιδωμένα μέσα από τα μάτια του απρόθυμου κι αφελούς επισκέπτη, μοιάζει να τα συγκρίνει με τη στείρα κι εγκεφαλικά νεκρή ‘αγνότητα’ που έχει επιβάλει η βορειοκορεατική τυραννία, αν όχι να τη δικαιώνει σ’ έναν βαθμό. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου της παραγωγής.
Η απλοϊκότητα του σεναρίου, αφήνει αναξιοποίητη την ιδέα της ακούσιας παράβασης των συνόρων, την οποία καταλήγει να χειρίζεται με σαπουνοπερατική επιφανειακότητα, ενώ οι διάλογοι, οι χαρακτήρες, οι χώροι, η φωτογραφία, όλα παραπέμπουν περισσότερο σε τηλεοπτική ευτέλεια, παρά σε κινηματογραφική εντέλεια.
BAYWATCH
Σκην.: Σεθ Γκόρντον
Πρωτ.: Ντουέιν Τζόνσον, Ζακ Έφρον, Αλεξάντρα Νταντάριο, Πριγιάνκα Τσόπρα, Κέλι Ρόρμπαχ, Ίλφενες Χαντέρα, Τζον Μπας Ο δύο φορές χρυσός ολυμπιονίκης στην κολύμβηση, Ματ Μπρόντι, έρχεται να ενταχθεί στη ναυαγοσωστική ομάδα του Μιτς Μπιουκάναν, χωρίς όμως να έχει καταλάβει ακριβώς τι προκλήσεις τον περιμένουν. Κωμική περιπέτεια, που αποτελεί διασκευή της ομώνυμης αμερικανικής τηλεοπτικής σειράς, η οποία προβαλλόταν στο δίκτυο NBC από το 1989 ως το 2001. Η ταινία διαθέτει όλα τ’ απαραίτητα συστατικά για μια ανέμελη καλοκαιρινή κωμωδία, βασισμένη κυρίως στο σεξουαλικό χιούμορ. Εύστοχα νομίζω, η αμερικανική κριτική την είδε ως μια απόπειρα ν’ αντιγραφεί η συνταγή του «21 Jump Street» (Φιλ Λορντ και Κρίστοφερ Μίλερ, 2012). Παρότι δευτερογενές λοιπόν, το αποτέλεσμα είναι απερίσκεπτα διασκεδαστικό, χάρη στο πανέμορφο και ταλαντούχο καστ, που αφενός εξασφαλίζει την ηδονοβλεπτική απόλαυση για την οποία καθιερώθηκε η σειρά κι αφετέρου αξιοποιεί ζωηρά το περιστασιακά ευρηματικό χιούμορ. Όμως το αποτέλεσμα θα ήταν πιο επιτυχημένο, αν υπήρχε μεγαλύτερη έμπνευση και καλύτερο τάιμινγκ σε μερικά γκαγκ, όπως ο “εγκλωβισμός” του Ρόνι που πλατειάζει αδικαιολόγητα, κι αν τα ψηφιακά εφέ στις σκηνές δράσης δεν έμοιαζαν τόσο ψεύτικα, ώστε να προσδώσουν μεγαλύτερη κρισιμότητα στην πλοκή.
ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - MES TRÉSORS
Σκην.: Πασκάλ Μπουρντιό.
Πρωτ.: Ζαν Ρενό, Ριμ Κερισί, Καμίλ Σαμού, Πσκάλ Ντεμολόν. Ο Πατρίκ είναι ένας διαβόητος κλέφτης της υψηλής κοινωνίας, που σχεδιάζει την κλοπή ενός πανάκριβου βιολιού Στραντιβάριους, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του μεγαλύτερού του αντιπάλου. Γι’ αυτό επιστρατεύει τις κόρες του, με τις οποίες επανενώνεται μετά από δεκαετίες. Κωμωδία εγκλήματος, που, παρά την οπτική της ευπρέπεια, είναι ανίκανη ν’ αξιοποιήσει τις εκπλήξεις ή τα διακυβεύματα της πλοκής, παραμένοντας απογοητευτικά επίπεδη κι άνευρη, αν όχι εντελώς άχρωμη- εκτίμηση που φαντάζομαι εξαρτάται από τον βαθμό που κανείς αντιλαμβάνεται κι απολαμβάνει το γαλλικό χιούμορ. Εγώ δυστυχώς, δεν τα κατάφερα.

