Η μάχη του καλλιτέχνη με τον εαυτό του.



POLINA: Ο ΧΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ - POLINA



Σκην.: Βαλερί Μιλέρ, Ανζελέν Πρελζοκάζ

Πρωτ.: Αναστασία Σεβτσόβα, Ζερεμί Μπελινγκάρ, Ζιλιέτ Μπινός, Αλεξέι Γκούσκοφ, Νιλς Σνάιντερ

Από μικρό κορίτσι, η Πωλίνα προοριζόταν από τους γονείς της να γίνει χορεύτρια στα Μπολσόι. Όμως εκείνη γνώριζε ότι το είδος που την εκφράζει περισσότερο δεν είναι το μπαλέτο, αλλά ο σύγχρονος χορός.

Βασισμένη στο ομώνυμο κόμικ του 33χρονου γάλλου Μπαστιέν Βιβές, που κυκλοφόρησε το 2011, η ταινία του αντρόγυνου Μιλέρ και Πρελζοκάζ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εξίσου εύστοχα είτε χορευτικό δράμα είτε δραματικό μιούζικαλ. Όσο ιδιότυπα κι αν εφαρμόζεται εδώ, πέρα από χολιγουντιανά πρότυπα, προσωπικά προτιμώ τον δεύτερο όρο, εφόσον αποφασίζει κανείς ν’ ακολουθήσει αυστηρά τον ορισμό του μιούζικαλ ως το είδος όπου η μουσική κι ο χορός επικρατούν έναντι της πρόζας και της αιτιότητας στην πλοκή.

Κι αυτό επειδή η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η διαδρομή της χορεύτριας μέσα από διάφορα χορευτικά στιλ, μέχρι ν’ ανακαλύψει τον πραγματικό καλλιτεχνικό της εαυτό. Είναι μια πορεία ανάμεσα σε χώρες, ανθρώπους, δασκάλους, εραστές, όλα στιβαγμένα κάτω απ’ το μελαγχολικό, σχεδόν απαθές, πρόσωπο της Σεβτσόβα. Η 22χρονη ρωσίδα μπορεί να μην καταφέρνει ν’ αποδώσει στην ηρωίδα της τις αποχρώσεις που απαιτούν οι καταστάσεις, αλλά η υποκριτική έλλειψη εξισορροπείται αφενός από τις χορευτικές της δεξιότητες, αφετέρου από τη γενικότερη μελαγχολική ατμόσφαιρα της πλοκής, η οποία με τη σειρά της μπορεί επίσης να εξηγήσει την έλλειψη δικών της διακυμάνσεων.

Χορογραφικά, ο αυτοσχεδιασμός της Πωλίνας ως κορίτσι στο πάρκο, εκείνος του συμμαθητή της στην ομάδα του Καρλ κι ο τελικός της χορός με τον Καρλ, μου φάνηκαν πολύ πιο ενδιαφέροντα απ’ ό,τι άλλο χορεύει η ίδια μέσα στην ταινία.

Επίσης, νομίζω ότι είναι σημαντικό το ότι η άσκηση ενός καλλιτεχνικού επαγγέλματος, σκιαγραφείται εύστοχα ως μακροχρόνια, σκληρή αναμέτρηση του καλλιτέχνη με τον εαυτό του, που αφορά τη δική του εσωτερική ολοκλήρωση κι όχι ως ματαιόδοξο, ανταγωνιστικό επίτευγμα δόξας κι οικονομικής επιτυχίας.



CHUCK: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ROCKY BALBOA - THE BLEEDER



Σκην.: Φιλίπ Φαλαρντό

Πρωτ.: Λιβ Σράιμπερ, Ελίζαμπεθ Μος, Ναόμι Γουότς, Ρον Πέρλμαν, Μάικλ Ράπαπορτ

Στο Νιού Τζέρσεϊ της δεκαετίας του 1960, ο Τσακ Γουέπνερ είναι ένας επαγγελματίας πυγμάχος, που παρά τις ικανότητές του, δεν έχει καταφέρει να λάβει ακόμα την αναγνώριση που του αξίζει. Ώσπου μια μέρα ο προπονητής του, του εξασφαλίζει μια αναμέτρηση με τον Μωχάμεντ Άλι για τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, ένας αγώνας που αργότερα θα σταθεί έμπνευση για τη δημιουργία του Ρόκι Μπαλμπόα από τον Σιλβέστερ Σταλόνε. Βιογραφική αθλητική κομεντί, βασισμένη στην αληθινή ιστορία του αμερικανού πυγμάχου, που χωρίς να είναι κάτι ασυνήθιστο, προσφέρει μια διασκεδαστική ιστορία για την αποδοχή της αποτυχίας, χάρη στη συναισθηματικά ισορροπημένη πλοκή και τις απολαυστικές ερμηνείες της.



ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ: Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΛΑΖΑΡ - PIRATES OF THE CARIBBEAN: SALAZAR’S REVENGE



Σκην.: Γιόακιμ Ρόνινγκ, Έσπεν Σάντμπεργκ

Πρωτ.: Τζόνι Ντεπ, Χαβιέ Μπαρδέμ, Κάγια Σκοντελάριο, Μπρέντον Θουέιτς, Τζέφρι Ρας

Ο ισπανός καπετάνιος Σαλαζάρ επιστρέφει από τους νεκρούς για να εκδικηθεί τον Τζακ Σπάροου, στον οποίο οφείλεται ο θάνατός του.

Πέμπτη προσθήκη στη σειρά περιπετειών εποχής, που περιλαμβάνει επίσης τα «Οι Πειρατές της Καραϊβικής: η κατάρα του Μαύρου Μαργαριταριού» («Pirates of the Caribbean: the curse of the Black Pearl», Γκορ Βερμπίνσκι, 2003), «Οι Πειρατές της Καραϊβικής: το σεντούκι του νεκρού» («Pirates of the Caribbean: dead man’s chest», Γκορ Βερμπίνσκι, 2006), «Οι Πειρατές της Καραϊβικής: στο τέλος του κόσμου» («Pirates of the Caribbean: at world’s end», Γκορ Βερμπίνσκι, 2007) και «Οι Πειρατές της Καραϊβικής: σε άγνωστα νερά» («Pirates of the Caribbean: on stranger tides», Ρομπ Μάρσαλ, 2011).

Δεδομένου ότι η σειρά είναι εμπνευσμένη από ένα θεματικό πάρκο της Disney, σε μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου η διαδοχή μεταξύ των δύο αντιστρέφεται, πάντα ένιωθε την ανάγκη να προσφέρει ανελέητα χορταστικό θέαμα, με αποτέλεσμα σε σημεία αυτό να καταντάει μπουχτιστικό. Επίσης, ήδη η προηγούμενη προσθήκη είχε δείξει ότι η αλλαγή σκηνοθέτη δε δημιούργησε καμία ουσιαστική διαφορά στη συνταγή των ταινιών, ουσιαστικός επικεφαλής των οποίων -εκτός των εταιρικών στελεχών του στούντιο- παραμένει ο ‘υπερπαραγωγός’ Τζέρι Μπράκχαϊμερ.

Παρότι εδώ λοιπόν η συνταγή εκτελείται ξανά στο ακέραιο, προσφέροντας όλο το αναμενόμενο και πλούσιο θέαμα, το πρόβλημα που αρχίζει να γίνεται όλο και πιο εμφανές, είναι ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική εξέλιξη ή εμβάθυνση στους χαρακτήρες, με αποτέλεσμα η κοινοτοπία κι οι ευκολίες των ψηφιακών εφέ να υπονομεύουν πλέον τον εντυπωσιασμό.