Της Αννας Σκουλά*

Μια κοινωνία πολυεθνική και πολυπολιτισμική, όπως κάθε σύγχρονη κοινωνία περιορίζεται στα δικά της πολιτισμικά και ιστορικά στεγανά και ταυτόχρονα, ανοίγει τους ορίζοντες δεχόμενη πολλαπλές επιρροές. Σήμερα, ως κυρίαρχη ιδεολογία αυτής της κοινωνίας αναδεικνύεται ο ατομισμός, ενώ παράλληλα επικρατεί η μη αντιληπτικότητα εννοιολογικών ορίων κάποιων λέξεων η σημασία των οποίων ήταν μέχρι πρότινος δεδομένη, όπως: έθνος, κράτος, ομάδα, κοινότητα, διαφορά, κριτική, αξία και ηθική.

Για τον ορισμό των συγκεκριμένων εννοιών έχει αναδειχθεί μία αντιλογία ανάμεσα στους διανοούμενους της Δύσης, η οποία ορίζεται ανάμεσα σε δύο πρότυπα: 1) της οργανικής κοινωνίας, όπου το ζήτημα της παιδείας φέρει σημαίνοντα ρόλο και 2) της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, όπου το ζήτημα της αξίας αποτελεί θέμα διαφορετικής οπτικής και κριτικής. Για το αν ο διάλογος ή η σύγκρουση φέρουν κάποιο αποτέλεσμα, δεν μπορεί κανείς να το γνωρίζει εκ των προτέρων.

Σίγουρα, προς το παρόν τουλάχιστον, στον διάλογο υπεισέρχεται ο αναχρονισμός μέσω ποικίλων εκφράσεων φανατισμού και βίας, που καθιστούν τις δεδομένες αξίες μιας συνολικής και κοινωνικής ηθικής, απλές λέξεις χωρίς ουσιώδες νόημα.

Η έμφαση στην ελευθερία του ατόμου, στη σεξουαλική απελευθέρωση και στη συνεχή μεταβολή των ηθικών αντιλήψεων δημιουργούν όλο και περισσότερο την έννοια της ανεκτικότητας στη διαφορετικότητα. Γεγονός είναι ότι αυτό που θεωρούνταν πριν από λίγα χρόνια ανήθικο ή απαράδεκτο, σήμερα γίνεται αποδεκτό. Η ύπαρξη ατόμων με διαφορετικές σεξουαλικές, πολιτικές, ηθικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αντιλήψεις δεν ενοχλεί κανέναν νοήμονα άνθρωπο.

Σε μία πολυπρόσωπη κοινωνία το θέμα αυτό μπορεί να είναι σχετικό ή ατομικό, ευρύτερο ή κοινωνικό. Το ζήτημα, που κυρίως απασχολεί δημιουργώντας πολυποίκιλες αντιδράσεις είναι οι εκπρόσωποι της όποιας διαφορετικότητας να μην προκαλούν τους προσανατολισμένους στο πατροπαράδοτο και δεδομένο, επειδή σε κάθε περίπτωση υπερβαίνουν τα όρια της ανεκτικότητας.

Μέχρι πού μπορούν να φθάσουν, όμως, αυτά τα όρια είναι το καίριο ερώτημα. Με την ανεκτικότητα ο άνθρωπος μαθαίνει την έννοια της συνεργασίας και της συναίνεσης, γίνεται αρωγός κοινωνικής συνείδησης και ευαισθησίας, διαμορφώνει ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις και μέσα από τη θέση – αντίθεση αγωνίζεται για την προάσπιση των κοινωνικών ελευθεριών και την αναβάθμιση των κοινωνικών θεσμών, καθώς και την εδραίωση της υγιούς δημοκρατίας, που στηρίζεται στον διάλογο. Το πνεύμα του συμφέροντος αμβλύνεται, ο ατομικισμός ελαχιστοποιείται και καλλιεργείται η αλληλεγγύη. Μέσα από αυτήν αποφεύγονται η περιθωριοποίηση, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οποιαδήποτε μορφή και έκφραση της βίας.

Η ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα, είναι θεμιτή, αλλά πάντα με την προϋπόθεση των ορίων, που τίθενται. Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα είναι επίσης θεμιτός, όχι όμως στην εξαχρείωση, όχι στην παρακμή εν ονόματι της ελευθερίας, όχι στους μεταλλαγμένους ανθρώπους, που συγχέουν τα όρια της ελευθερίας και τα ταυτίζουν με την ελευθεριότητα των ηθών, τη διαστροφή, τη δήθεν πρωτοπορία, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποκτήνωση και αποσύνθεση. Ανεκτικότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει κάποιος να επηρεάζεται από τους άλλους, να ταυτίζεται μαζί τους ή να συμμερίζεται τις απόψεις τους. Αντιθέτως, σημαίνει να τους αποδέχεται όπως είναι, αλλά και να βρει τους τρόπους με τους οποίους έχει τη δυνατότητα να συνυπάρχει μαζί τους. Κανένας, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να αναιρέσει αυτού του είδους την ανεκτικότητα. Ο καθένας έχει τη δική του άποψη. Οι άνθρωποι, που έχουν διαφορετικές ιδέες, είτε θα αναζητήσουν τρόπους να συνυπάρχουν μέσω της συμφιλίωσης είτε θα αντιμάχονται διαρκώς ο ένας τον άλλο. Πάντα υπήρχαν άνθρωποι, που σκέφτονταν με διαφορετικό τρόπο και πάντα θα υπάρχουν.

Άνθρωποι, που λειτουργούν σαν φερέφωνα συγκεκριμένων περιθωριακών ομάδων, που καμία σχέση δεν έχουν ούτε με τις θεϊκές επιταγές ούτε με τη σημερινή πραγματικότητα και που ξεκινούν αψιμαχίες με την παραμικρή αφορμή δύσκολα μπορούν να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους.

Συνήθως, δεν γίνεται αντιληπτό και εμφανές, λόγω αυτής της συμπεριφοράς τους, αν προβάλλουν τους άκρατους ισχυρισμούς τους για να ευνοήσουν τις ανθρώπινες αξίες ή για να τις καταστρέψουν.

* Η Άννα Σκουλά είναι οικονομολόγος (Εθν. Καπ. Παν. Αθηνών), MSc Health Executive Manager (City Univ. London)