
Ταινίες με σχέσεις εξάρτησης, που είτε θεμελιώνονται είτε ανατρέπονται.
Η ΚΥΝΗΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΤΟ - THE EAGLE HUNTRESS
Σκην.: Ότο Μπελ
Πρωτ.: Αϊσολπάν Νουργκάιφ, Ρις Νουργκάιφ, Ντέιζι Ρίντλεϊ (αφήγηση)
Στις στέπες της Μογγολίας, η δεκατριάχρονη Αϊσολπάν φιλοδοξεί να γίνει η πρώτη θηλυκή κυνηγός με αετό, μια ιδιότητα με μακραίωνη παράδοση κι ως τώρα περιορισμένη στα αρσενικά μέλη των οικογενειών.
Πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ για το θάρρος, την αποφασιστικότητα και το επίτευγμα ενός κοριτσιού να διεκδικήσει ισότιμη θέση σ’ έναν κατεξοχήν αντρικό κόσμο, φωτογραφημένο πανέμορφα κι επιβλητικά από τον Σάιμον Νίμπλετ. Προσωπικά πάντως, αυτό που μου έκανε εντύπωση μέσα σ’ όλα τα υπόλοιπα, είναι ότι παρά τη μάλλον αναμενόμενη αρχική αρνητική έκπληξη κι επιφύλαξή της, η αντρική κοινότητα όχι μόνο αποδέχεται τελικά την Αϊσολπάν, αλλά επιβραβεύει την ικανότητά της, ξεπερνώντας την έμφυλη διαφορά με αναπάντεχη ευκολία για μια συντηρητική παραδοσιακή κοινότητα. Επίσης, η ταινία είναι μια πρόσφορη αφορμή για να γνωρίσει ή να θυμηθεί κανείς κι άλλες -φεμινιστικές και μη- ιστορίες απ’ το ίδιο γεωγραφικό και πολιτισμικό περιβάλλον, όπως τo επίσης ντοκιμαντέρ «Η ιστορία της καμήλας που δάκρυσε» («The Story of the Weeping Camel», Μπιαμπασουρέν Νταβάα και Λουίτζι Φαλόρνι, 2003) και το ημι- μυθοπλαστικό «Ο γάμος της Τούγια» («Tuya de hun shi», Κουανάν Γουάνγκ, 2006).
Ο ΤΟΙΧΟΣ - THE WALL
Σκην.: Νταγκ Λάιμαν
Πρωτ.: Άαρον Τέιλορ- Τζόνσον, Τζον Σίνα, Λάιθ Νάκλι
Το 2007, μετά το τυπικό τέλος του πολέμου στο Ιράκ, δύο αμερικανοί σκοπευτές εγκλωβίζονται από έναν ιρακινό συνάδελφό τους πίσω από έναν χαμηλό ετοιμόρροπο τοίχο στη μέση της ερήμου.
Πολεμικό δράμα, που αποτελεί την πρώτη από τις δύο ταινίες του 52χρονου αμερικανού σκηνοθέτη που θα δούμε φέτος, πριν από το «American Made» με τον Τομ Κρουζ που ακολουθεί τον Σεπτέμβριο.
Ο Λάιμαν σκηνοθετεί με δεξιότητα, ακρίβεια κι οικονομία που διατηρούν την αγωνία κι αποφεύγουν τη φλυαρία και το πλάτειασμα. Όμως, όσο ευπρόσδεκτη, εύστοχη και διαρκής είναι η κριτική που ασκεί το σενάριο στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, η μονομέρειά του μοιάζει να την εξισορροπεί, αν όχι να την υπονομεύει εντελώς. Αφενός δηλαδή, το φιλμ διατηρεί μέχρι τέλους τη ρητορική κι ιστορική του συνέπεια, αναδεικνύοντας τον κυνισμό και τη ματαιότητα της αμερικανικής εκστρατείας στη Μέση Ανατολή. Αφετέρου, το γεγονός ότι παρά την εκφραστική ερμηνεία του Νάκλι, αυτή παραμένει αποκλειστικά φωνητική, χωρίς ποτέ ο χαρακτήρας του ν’ απεικονίζεται για ν’ αποκτήσει πλήρη υπόσταση, τον εγκλωβίζει σε μια στερεοτυπική θέση και λειτουργία κακού άραβα/ μουσουλμάνου, αφήνοντας στον θεατή περιθώρια ταύτισης μόνο με τον επίσης εξαιρετικό Τέιλορ- Τζόνσον ως απελπισμένο αλλά ανυποχώρητο Άιζακ.
ALIEN: COVENANT
Σκην.: Ρίντλεϊ Σκοτ
Πρωτ.: Μάικλ Φασμπέντερ, Κάθριν Γουότερστον, Τζέιμς Φράνκο, Νούμι Ραπάς, Μπίλυ Κράνταπ, Γκάι Πιρς
Δέκα χρόνια μετά την εξαφάνιση του διαστημόπλοιου Προμηθέας, το σκάφος Covenant ξεκινάει το δύσκολο ταξίδι του για τον αποικισμό ενός μακρινού πλανήτη. Στην πορεία θ’ ανακαλύψει έναν πολύ κοντινότερο πλανήτη, επίσης κατάλληλο γι’ αποικισμό, αλλά η απόφαση του πληρώματος να τον επισκεφτεί, επιφυλάσσει πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις.
Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, με την οποία ο 79χρονος βρετανός Σκοτ επιστρέφει και τυπικά πλέον στη σειρά που ο ίδιος ξεκίνησε πριν από 38 χρόνια, καθώς η ταινία αποτελεί συνέχεια όχι μόνο του «Προμηθέα» του («Prometheus», 2012), αλλά και prequel του δικού του «Alien» (1979).
Όπως λοιπόν συμβαίνει στην ταινία, εδώ ο σκηνοθέτης πειραματίζεται με το δικό του υβρίδιο, στο οποίο συνδυάζει τις φιλοσοφικές ανησυχίες του «Προμηθέα» με τη δράση του «Alien», επιχειρώντας να συνδέσει πιο βαθιά τις δύο ιστορίες, όπως εξάλλου είχε ήδη ξεκινήσει να κάνει από το τέλος του «Προμηθέα». Η σύνδεση επιτυγχάνεται, αλλά το ενδιαφέρον της παραμένει αμφιλεγόμενο.
Η συζήτηση στον «Προμηθέα» για τη σχέση δημιουργού- δημιουργήματος τελείωνε με την ελπιδοφόρα συνέχεια της αναζήτησης, ενώ εδώ μετατρέπεται σ’ έναν επαναλαμβανόμενο φαύλο κύκλο ανάμεσα στις δύο πλευρές, όπου τα δημιουργήματα μετατρέπονται σε δημιουργούς με θανάσιμα αποτελέσματα. Όμως παρότι η ρητορική του σεναρίου λειτουργεί, οι σκηνές δράσης είναι πια χιλιοϊδωμένες, χωρίς την ατμοσφαιρικότητα ή την έκπληξη των πρώτων ταινιών της σειράς. Αντιθέτως, στην κοινοτοπία τους προστίθεται η απλοϊκότητα που προκύπτει από σκηνοθετικές και σεναριακές ευκολίες, όπως αυτές στην εξόντωση του τέρατος και στην τελική ανατροπή που επιφυλάσσει η πλοκή.
Με περίσσια αισιοδοξία, πρόσφατα ο Σκοτ ανακοίνωσε ως και τέσσερις επόμενες ταινίες πριν η σειρά φτάσει στο χρονικό σημείο του πρώτου «Alien».
Θα μπορούσε κανείς να υποθέτει ακατάπαυστα για το κατά πόσο η επιλογή του βετεράνου σκηνοθέτη να ξανασχοληθεί με τα τέρατα αποτελεί εμπορικό συμβιβασμό ή συμπλεγματικό ανταγωνισμό προς το πέμπτο «Alien» που ετοίμαζε ο Νιλ Μπλόκαμπ και το οποίο, σύμφωνα με τον Σκοτ, πλέον ματαιώθηκε εν όψει των δικών του επερχόμενων prequel.
Όμως επειδή όλα κρίνονται στο ταμείο, το απογοητευτικό άνοιγμα της ταινίας στις Η.Π.Α. με 36 εκατομμύρια δολάρια και 117 συνολικά παγκοσμίως, δε μοιάζει αρκετό για να εξασφαλίσει τη μακροβιότητα της σειράς, τουλάχιστον όχι στη χρονική έκταση που οραματίζεται ο σκηνοθέτης.

