Εβδομάδα σημαντικών εξελίξεων για το ελληνικό χρέος είναι η τρέχουσα για την κυβέρνηση. Ξεκίνησε με τη συνάντηση του Ευκλείδη Τσακαλώτου με τον υπουργό Οικονομικών της Βαυαρίας Dr. Markus Söder και θα κλείσει το Σάββατο με τη Σύνοδο του G7 στο Μπάρι της Ιταλίας. Αν και όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι στην Ιταλία θα μπει μόνο το περίγραμμα των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους και σε καμιά περίπτωση η ποσοτικοποίηση, η οποία μετατίθεται για το καλοκαίρι του 2018 οπότε λήγει και το τρίτο Μνημόνιο, εντούτοις η κυβέρνηση δεν έχει σταματήσει να πιέζει για κάτι περισσότερο.

Αλλωστε στη συνάντηση με τον υπουργό Οικονομικών της Βαυαρίας ο κ. Τσακαλώτος υποστήριξε ότι η Αθήνα έκανε αυτά που έπρεπε και ότι ήρθε η ώρα της ευρωζώνης να κάνει αυτά που πρέπει. «Η εξεύρεση της καλύτερης δυνατής λύσης, στη δεδομένη στιγμή, θα έχει αποτέλεσμα τη δημιουργία ασφαλούς οικονομικού περιβάλλοντος, πράγμα απαραίτητο για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας» ανέφερε ο υπουργός.

Το θέμα της ρύθμισης του χρέους αποτελεί μείζον ζήτημα τόσο για την κυβέρνηση όσο και για το ΔΝΤ, το οποίο επιμένει ότι δεν πρόκειται να μπει χρηματοδοτικά στο πρόγραμμα εάν δεν διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του. Ήδη ένα πρώτο βήμα έγινε με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, αλλά αυτά δεν είναι αρκετά. Μέσω αυτών περιορίζεται το «βουνό» των υποχρεώσεων της χώρας έως το 2060 κατά περίπου 45 δισ. ευρώ. Από μόνα τους, όμως, τα βραχυπρόθεσμα μέτρα δεν επαρκούν για να χαρακτηριστεί βιώσιμο το ελληνικό χρέος. Για να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει πρώτα να καθοριστεί ο χρονικός ορίζοντας που θα υποχρεωθεί η Ελλάδα να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% για την περίοδο μετά το 2018. Η Αθήνα θέλει να πετύχει μέσα από τις διαπραγματεύσεις αυτός ο ορίζοντας να μην ξεπερνά τα 3-4 χρόνια.