Δύο ταινίες για την αμερικανική και την εβραϊκή ταυτότητα.



Σκην.: Πίτερ Μπεργκ

Πρωτ.: Μαρκ Γουόλμπεργκ, Μισέλ Μόναχαν, Τζέι Κέι Σίμονς, Τζον Γκούντμαν.

Μαζί με τους συναδέλφους του αστυνομικούς της Βοστώνης, ο Τόμι Σώντερς ξεκινάει να βρει και να συλλάβει τους υπεύθυνους για την τρομοκρατική επίθεση στον μαραθώνιο της πόλης τον Απρίλιο του 2013.

Αστυνομική περιπέτεια που αποτελεί την τρίτη συνεργασία του σκηνοθέτη Μπεργκ με τον πρωταγωνιστή Γουόλμπεργκ, μετά από τα «Ο μόνος επιζών» («Lone Survivor», 2013) και «Deepwater Horizon» (2016).

Όπως οι δύο προηγούμενες, έτσι κι αυτή είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, έχει πατριωτικό χαρακτήρα, κι έχει για θέμα της τον αμερικανικό ηρωισμό- εδώ εμπλουτισμένο με τη νηφαλιότητα και την ψυχική δύναμη που απαιτούνται για την αντιμετώπιση ενός τρομοκρατικού χτυπήματος, όπως εξηγούνται στον λόγο του Τόμι προς τον συνάδελφό του, κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος από την έρευνα. Ευτυχώς, νομίζω ότι το σενάριο χειρίζεται τις συντηρητικές αξίες της χωρίς να τις ευτελίζει με ανούσιες υπερβολές, ενώ συνολικά η ταινία λειτουργεί ως ταυτόχρονα ως στιβαρή, απολαυστική ταινία δράσης και συγκινητικός φόρος τιμής στα θύματα της επίθεσης και τους συντελεστές της αναζήτησης των δραστών.



Σκην.: Τζόζεφ Σίνταρ

Πρωτ.: Ρίτσαρντ Γκιρ, Λίορ Ασκενάζι, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Νταν Στίβενς, Στιβ Μπουσέμι. Ο Νόρμαν Όπενχαϊμερ είναι ένας εβραίος διαμεσολαβητής στη σημερινή Νέα Υόρκη, που προσπαθεί να ψαρέψει τα μεγάλα ψάρια, έστω κι αν το καλάμι του είναι μάλλον μικρότερο απ’ ό,τι χρειάζεται. Μετά από τη γνωριμία του μ’ έναν ισραηλινό πολιτικό, φαίνεται ότι επιτέλους βρήκε την ευκαιρία που γύρευε, αλλά τα πράγματα δεν εξελίσσονται τόσο απλά όσο νόμιζε.

Πολιτικο-κοινωνική σάτιρα, που δίνει στον Γκιρ την ευκαιρία για μια ακόμα ενδιαφέρουσα απόκλιση από το γοητευτικό στερεότυπο με το οποίο παραμένει ευρύτερα γνωστός κι αγαπητός, και στον Σίνταρ ακόμα μια αφορμή να σατιρίσει την εβραϊκή ταυτότητα, αυτή τη φορά μέσα από το σημερινό -ισραηλινό- πολιτικό παρασκήνιο.

Η ιστορία ζωντανεύει με γλυκόπικρο αίσθημα κι ελαφρύ κυνισμό, μαζί με σίγουρες ερμηνείες, μελαγχολική φωτογραφία και σφιχτό αφηγηματικό ρυθμό.

Ωστόσο, το γραμμένο απ’ τον σκηνοθέτη σενάριο, παρότι είναι πλούσιο σε χαρακτήρες και περιστατικά, εκτυλίσσεται μ’ ελλειπτικότητα που κατά τη γνώμη μου ζημιώνει τη συνοχή, την αληθοφάνεια και την αιχμηρότητά του.

Για παράδειγμα, στα μάτια μου ο Νόρμαν δεν καταφέρνει ποτέ να γίνει αρκετά αξιόπιστος ώστε να δικαιολογεί την εμπιστοσύνη του Έσελ, με τον οποίο, πέρα από το δώρο των παπουτσιών, δε γίνεται αντιληπτό τι άλλο τον συνδέει.

Επιπλέον, νομίζω θα βοηθούσε αν το σενάριο παρείχε περισσότερες πληροφορίες για τον αληθινό χαρακτήρα του Νόρμαν, πέρα απ’ το προσωπείο της δουλειάς του, το οποίο τον αφήνει επιφανειακό σ’ έναν βαθμό.





Σκην.: Γουόλτερ Χιλ

Πρωτ.: Μισέλ Ροντρίγκεζ, Κέιτλιν Τζέραρντ, Σιγκούρνι Γουίβερ, Τόνι Σαλούμπ.

Αφού υφίσταται ακούσια αλλαγή φύλου, ένας εκτελεστής ξεκινάει να βρει και να εκδικηθεί τον γιατρό που εκτέλεσε την εγχείρηση.

Περιπέτεια εκδίκησης, την οποία ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε ότι γύρισε με προδιαγραφές ταινίας β’ διαλογής (b-movie), έχοντας πλήρη επίγνωση των στόχων του. Η παραδοχή αυτή ωστόσο, δε βοηθάει μία από τις χειρότερες ταινίες της χρονιάς να γίνει απολαυστικότερη ή τουλάχιστον να δικαιολογήσει τη διανομή της στις αίθουσες αντί κατευθείαν στο βίντεο ή την τηλεόραση.

Από τη γελοιότητα της αντρικής μεταμόρφωσης της Ροντρίγκεζ με μακιγιάζ στο πρόσωπο και ψηφιακά εφέ στο σώμα, μέχρι τη σεναριακή κι υποκριτική προχειρότητα (εκτός της Γουίβερ που παραμένει επιβλητική ακόμη και σε κάτι τόσο κακότεχνο), η ταινία εκπληρώνει τον στόχο της ως b-movie. Πρόκειται όμως για έναν στόχο αδιάφορο, αφενός επειδή καταλαβαίνει κανείς ότι οι συντελεστές είναι άξιοι για κάτι καλύτερο, αφετέρου επειδή ο Χιλ προφανώς δεν είναι Ταραντίνο ή Ροντρίγκεζ, ώστε να πλάσει το φτηνό υλικό του σε κάτι πραγματικά διασκεδαστικό, με λίγη παραπάνω ευρηματικότητα, τεχνική σπιρτάδα και χωρίς να παίρνει τον εαυτό του τόσο στα σοβαρά.