
Εκεί που ο μπαρμπα-Στέφανος, συνταξιούχος εβδομήντα εννέα χρονών, περπατούσε στον δρόμο με μια πλαστική τσάντα στο χέρι η οποία περιείχε ένα ψωμί και ένα βάζο μαρμελάδα, τον πλησίασε η κυρία Εφορία συνοδευόμενη από έναν αστυνομικό, τον σταμάτησε, του πήρε την τσάντα με τα ψώνια και έψαξε να δει τι περιέχει. Ύστερα έχωσε το χέρι της στην αριστερή τσέπη του μπαρμπα-Στέφανου και εκεί βρήκε ένα ολόκληρο κατοστάρικο.
- Βρε μπαγαπόντη, εσύ κρύβεις εδώ εκατό ευρώ!
- Σε παρακαλώ, κυρία Εφορία, μη μου τα πάρεις… Είναι από την σύνταξή μου… Τα φυλάω για τα φάρμακά μου και για την εγγονούλα μου που σπουδάζει δικηγόρος στην Αθήνα… Οι γονείς της είναι άνεργοι. Εγώ την βοηθώ…
- Σουτ, γέρο! Δεν δικαιούσαι να μιλάς! Και προπαντός να μη διαμαρτύρεσαι! Τα μισά θα σ’ τα πάρω εγώ. Πώς αλλιώς θα παρουσιάσω πλεόνασμα στους εταίρους μας που τόσο φροντίζουν να φτιάξουν την οικονομία μας που ξεχαρβαλώθηκε;
- Μα, η εγγονούλα μου…
- Σουτ! Είπαμε! Η εγγονούλα σου ας βοηθηθεί μόνη της. Να συνηθίσει στις δυσκολίες της ζωής. Ας γίνει ντιλιβερού. Ή γκαρσόνα σε κλαμπ τις νυχτερινές ώρες που δεν έχει παρακολουθήσεις μαθημάτων στο πανεπιστήμιο.
- Μα το βράδυ διαβάζει τα μαθήματά της…
- Πολλά λες, γέρο… Και όσο για τα φάρμακά σου, να τα περιορίσεις στο μισό. Και να τα πληρώνεις εσύ, όχι το Δημόσιο… Και μην έχεις την απαίτηση, στην ηλικία που βρίσκεσαι, να ζήσεις εσύ και οι νεότεροι ας ψοφήσουν… Και ο μπαρμπα-Στέφανος εκείνη την στιγμή αισθάνθηκε ζαλάδα και κάθισε στο πεζοδρόμιο κρατώντας την πλαστική τσάντα ακόμη στο χέρι. Αυτήν δεν του την πήραν. Την άλλη μέρα οι ειδήσεις στις τηλεοράσεις με εθνική υπερηφάνεια έλεγαν και οι εφημερίδες έγραφαν ότι η κυβέρνησή μας παρουσίασε στους έκπληκτους δανειστές μας πλεόνασμα, θαρρώ, οκταπλάσιο από ό,τι εκείνοι της είχαν ζητήσει. Και εισέπραττε συγχαρητήρια από τους αλληλέγγυους εταίρους μας. Όμως ο μπαρμπα-Στέφανος, που ζαλίστηκε και κάθισε στο πεζοδρόμιο, τι έγινε;
*Ο Αιμίλιος Ψαθάς είναι εκπαιδευτικός

