
Στις 16 Μαρτίου 1967 είχα αναλάβει υπηρεσία ως δάσκαλος σ’ ένα απομονωμένο ορεινό χωριό του Ρεθύμνου. Μόλις είχα κλείσει τον πρώτο μήνα της υπαλληλικής μου σταδιοδρομίας. Μια μέρα ανοίγει απότομα η πόρτα του σχολείου και μπαίνει απροειδοποίητα μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, ο μόνος νεαρός άνδρας που έμενε στο χωριό. -Ακόμα κάνεις μάθημα, Δάσκαλε; δεν άκουσες ραδιόφωνο;
-Τι συμβαίνει, Γιώργο; Δεν άκουσα, δεν ξέρω τίποτα!
-Κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος, έγινε δικτατορία. Το ραδιόφωνο λέει να κλείσετε τα σχολεία και να πάνε τα παιδιά στα σπίτια τους.
-Στρατιωτικός Νόμος; Δικτατορία; Τι είναι αυτά που μου λες βρε Γιώργο;
-Αυτό που άκουσες!
-Έδιωξα τα παιδιά, έκλεισα το σχολείο και παρακάλεσα τον Γιώργο να με κατεβάσει στο Ρέθυμνο, με το μηχανάκι του.
Το Ρέθυμνο σε αναβρασμό, άνθρωποι πάνε κι έρχονται. Μιλούν και χειρονομούν. Έχει απαγορευθεί κιόλας η κυκλοφορία των υπεραστικών λεωφορείων.
Μπροστά στον κήπο έχουν παρκάρει δυο λεωφορεία. Είναι το γυμνάσιο του Αγίου Νικολάου. Είχαν έρθει εκδρομή και τώρα ετοιμάζονται να αναχωρήσουν. Πηγαίνω προς τα εκεί, βλέπω πως επικεφαλής είναι ο Γυμνασιάρχης.
Για καλή μου τύχη γυμνασιάρχης ήταν ο κ. Τυράκης καθηγητής μου στην Ακαδημία του Ηρακλείου.
-Θα με πάρετε στο Ηράκλειο κ. καθηγητά;
-Αποκλείεται, μην το.συζητάς καθόλου, απαγορεύεται!
-Ο εισπράκτορας, τότε τα λεωφορεία -ειχαν εισπράκτορες, μού κλείνει το μάτι.
-Περίμενε εδώ και μόλις ξεκινήσουμε, μπες μέσα από την πίσω πόρτα και κάθισε κάτω στα σκαλιά της πόρτας. Έτσι έγινε.
Στο Ηράκλειο φθάσαμε απογευματάκι. Κατευθύνθηκα προς τις τρεις καμάρες, στην πλατεία Ελευθερίας.
Κόσμος πολύς κυκλοφορούσε στους δρόμους, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Στην Πλατεία Ελευθερίας υπήρχε πλήθος κόσμου που έκαναν τη συνηθισμένη βόλτα, από τον κήπο μέχρι το «Μεϊντάνι».
Από τα Ραδιόφωνα στα καφενεία και τα ουζερί της πλατείας Ελευθερίας ακούγονταν δυνατά τα εμβατήρια και τα διαγγέλματα των συνταγματαρχών. Παρά το ότι είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία στους δρόμους, ο κόσμος όχι μόνο δεν έφευγε, αλλά συνεχώς μαζεύονταν κι άλλοι.
Μια περίεργη νεκρική σιγή βασίλευε παντού, οι θαμώνες των καφενείων, άνθρωποι κυρίως μεγάλης ηλικίας, ήταν πολύ προβληματισμένοι, αμίλητοι και σκυθρωποί. Κάπνιζαν νευρικά και κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα ο καπνός έβγαινε «ντουμάνι», σχηματίζοντας μικρό σύννεφο.
Στη λέσχη φρουράς Αξιωματικών, στο τέρμα της οδού Έβανς είχε συγκεντρωθεί ισχυρή δύναμη Χωροφυλακής. Ενώ άλλοι χωροφύλακες είχαν σχηματίσει κατά διαστήματα σ' όλο μήκος της Δημοκρατίας και της Καλοκαιρινού φράγματα και δεν μας άφηναν να προχωρήσουμε, μας ανάγκαζαν να φύγουμε από τα στενά που βρίσκονταν αριστερά και δεξιά των κεντρικών δρόμων, όχι για πολύ βέβαια, γιατί από το επόμενο στενό ξαναμπαίναμε στον κεντρικό δρόμο. Όταν πηγαίναμε προς την Καλοκαιρινού λέγαμε ότι πηγαίναμε στα σπίτια μας που βρίσκονταν προς τα κάτω, ενώ όταν πηγαίναμε προς τη Νομαρχία και τον κήπο, λέγαμε ότι μέναμε προς την Ανάληψη.
Όσο περνούσε η ώρα αντί να αραιώνει ο κόσμος, συνεχώς αυξανόταν. Αφήσαμε το κρυφτό που παίζαμε με τους (Αστυνομικούς και άρχισαν τα πρώτα αντιδικτατορικά συνθήματα. «Δεν περνά ο φασισμός», «114» «Και Κάτω η «Χούντα».
Συγκεντρωθήκαμε μπροστά από τη Λέσχη των Αξιωματικών, στα φανάρια της οδού Έβανς. Θα πρέπει να είμαστε περίπου 5000 άτομα.
Τα συνθήματα ακούγονταν πιο δυνατά και όταν μετά από λίγο αρχίσαμε να τραγουδούμε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», βγαίνει έξω από την Λέσχη ο Φρούραρχος Ηρακλείου, κατακόκκινος από θυμό και φωνάζει στα όργανά του «διαλύστε τους». Δεν είχε τελειώσει καλά- καλά τη φράση του και όλοι μας καθίσαμε σταυροπόδι στη μέση του δρόμου. Την ώρα που είμαστε όλοι κάτω, μπόρεσα καλύτερα να δω το μέγεθος των συγκεντρωθέντων. Είχαν καλύψει την Έβανς από το εστιατόριο Ιωνία προχωρούσαν στη νΔημοκρατίας και έφταναν μέχρι το μεϊντάνι.
Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι πέρα από το μέγεθος της συγκέντρωσης, αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη αίσθηση ήταν το πάθος και η αποφασιστικότητα του κόσμου. Οι χωροφύλακες όρμησαν προς το μέρος μας προσπαθώντας με γκλοπς και δακρυγόνα να μας διαλύσουν.
Κάποιοι άλλοι χωροφύλακες μπήκαν ανάμεσά μας και κάτι έψαχναν.
Ο πρώτος που συνέλαβαν ήταν ο Γιάγκος ο Σκουλάς. Όπως καθόταν σταυροπόδι τον σήκωσαν δυο αστυνομικοί, ένας από το κάθε ώμο και χωρίς να πατάει κάτω τον πήγαν προς στα κρατητήρια. Συνέλαβαν δυο τρεις ακόμα, καθώς και μια γυναίκα. Δεν αναφέρομαι σε ονόματα, γιατί δεν τα θυμάμαι, για να μην αδικήσω κανένα.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μας απώθησαν βίαια από εκεί και προχωρήσαμε κατά μήκος της οδού Καλοκαιρινού, πίσω μάς ακολουθούσαν οι αστυνομικοί, πετώντας δακρυγόνα για να μας διαλύσουν.
Στο Καμαράκι χτιζόταν τότε το ξενοδοχείο «ΗΡΑΚΛΕΙΟ». Οι διαδηλωτές μάζεψαν από εκεί σανίδες και καδρόνια και άναψαν φωτιές στη μέση του δρόμου, για να εξουδετερώσουν, είπαν κάποιοι που ήξεραν, τη δύναμη των δακρυγόνων. Σχεδόν αμέσως ήρθε ένα πυροσβεστικό όχημα, αλλά οι άνδρες του δεν περιορίστηκαν μόνο στο σβήσιμο της φωτιάς αλλά άρχισαν να μας καταβρέχουν. Με την συμπεριφορά τους αυτή κατάφεραν να προκαλέσουν τον κόσμο. Δυο τρεις βγήκαν απάνω στο πυροσβεστικό και έκοψαν τις μάνικες.
Εκεί παρουσιάστηκε ο Αρχιεπίσκοπος και μας προέτρεψε να διαλυθούμε ήσυχα και να πάμε στα σπίτια μας, κανένας όμως δεν έφυγε!
Εν τω μεταξύ είχε φθάσει και στρατός από την ΣΕΑΠ και άρχισαν να πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί, ενώ ο κόσμος ανάβοντας κατά διαστήματα φωτιές είχε φθάσει στην Χανιόπορτα.
Τους πυροβολισμούς δεν τους παίρναμε στα σοβαρά. Άσφαιρα λέγαμε θα είναι όμως λίγο πριν τη Χανιόπορτα, μια σφαίρα χτύπησε στο πρέκι ενός παραθύρου πριν το καφενείο του Μακατούνη, κάνοντας το χαρακτηριστικό σφύριγμα σφαίρας που εξοστρακίζεται. “Μα είναι ποτέ δυνατόν να ρίχνουν στον κόσμο;” Άκουσα να λένε κάποιοι.
Πολλοί είχαν ανέβει πάνω στα τείχη. Τους ακολούθησαν όμως και εκεί απάνω οι στρατιώτες. Μια σφαίρα βρήκε στο πόδι τον Αγγελή τον Τσαγκαράκη, ο οποίος κατέβαινε ανυποψίαστος από απέναντι από τον δρόμο που είναι πάνω από το στάδιο. Η φφαίρα του προξένησε μεγάλη ζημιά στο πόδι και έμεινε ανάπηρος για όλη του τη ζωή. Αυτός ήταν το πρώτο θύμα της Χούντας.
Το κυνηγητό συνεχίστηκε στην 62 Μαρτύρων. Οι διαδηλωτές άναβαν φωτιές στη μέση του δρόμου από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων που έβρισκαν στα συνεργεία των αυτοκινήτων, μέχρι το Γιόφυρο, και αυτό κράτησε ως τις πρώτες πρωινές ώρες.
Πιστεύω ακράδαντα, την πίστη μου δε αυτή την αντλώ από το πάθος και την αποφασιστικότητα των εξεγερθέντων, ότι την ώρα εκείνη αν βρισκόταν κάποιο πολιτικό ή άλλο πρόσωπο να μπει επικεφαλής στους εξεγερθέντες, το Ηράκλειο δεν θα έπεφτε και το γεγονός αυτό θα λειτουργούσε ως χιονοστιβάδα και θα παρέσυρε σε ολόκληρη την Ελλάδα τους επίδοξους και επίορκους αξιωματικούς.
*Ο Μηνάς Παπαδάκης είναι εκπαιδευτικός

