Της Αντωνίας Κουτσάκη

“Τα βιβλία με ή χωρίς διακρίσεις παραμένουν αυτά που είναι”

Με το πρώτο της μυθιστόρημα, το “Rewind” το 2010 ήταν υποψήφια για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Ένα χρόνο αργότερα τιμήθηκε με μία από τις τρεις υποτροφίες συγγραφής που απονεμήθηκαν κατά το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ. Το 2012 το δεύτερο μυθιστόρημά της, με τίτλο “Πώς τελειώνει ο κόσμος” απέσπασε το Athens Prize for Literature 2013 του περιοδικού (δε)κατα, ενώ ήταν υποψήφιο και για το βραβείο αναγνωστών ΕΡΤ-ΕΚΕΒΙ. Το 2015 της απονεμήθηκε το Βραβείο Μετάφρασης Αγγλόφωνης Λογοτεχνίας της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης για το το βιβλίο ‘’Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ ‘’του Ντέιβιντ Μίτσελ. Ήταν η πρώτη της μετάφραση.

Ο λόγος για τη Μαρία Ξυλούρη που με το τρίτο της βιβλίο με τίτλο «Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου» φέτος τον Μάιο διεκδικεί το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature.

Η Κρητικιά συγγραφέας, που γεννηθηκε στις Κάτω Ασίτες, θεωρεί τις διακρίσεις μια ευπρόσδεκτη ενθάρρυνση, πάντως ξεκαθαρίζει ότι μια βραβευση δεν κάνει τα βιβλία καλύτερα απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα.

“Μια διάκριση –που μερικές φορές μπορεί να είναι και θέμα τύχης– είναι μια ευπρόσδεκτη ενθάρρυνση· μια αφορμή”-λέει μιλώντας στην “Π” -”να διαβαστεί ένα βιβλίο· πάντως είναι ένδειξη, όχι κατ’ ανάγκην απόδειξη, της αξίας του. Οπότε, αν έρθει, τη χαίρεσαι, ως μια αναγνώριση της προσπάθειάς σου –είναι ανθρώπινο– αλλά μετά πρέπει γρήγορα να επιστρέψεις σε αυτό που έχει σημασία: τη δουλειά σου”.

Η ίδια αν και έχει σπουδάσει ψυχολογία δεν προσπαθεί ,συνειδητά τουλάχιστον, να εντάξει τις σπουδές της στα όσα γράφει. “Δεν έχω-τονίζει -”κατά νου μια διάγνωση για τους ήρωές μου, δεν συμβουλεύομαι βιβλία ψυχολογίας για να τους δώσω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και χούγια. Προτιμώ, όταν γράφω, να ξεγελιέμαι ότι οι ήρωές μου δρουν με δική τους βούληση κι εγώ απλώς τους παρακολουθώ”. Αναγνωρίζει όμως ότι ως συγγραφέας έχει εμμονές. “Οι εμμονές” -επισημαίνει - είναι καύσιμο” κι όπως υπογραμμίζει στα βιβλία της, “επανέρχεται ξανά και ξανά η σχέση γονέα-παιδιού, ή της μνήμης και του τρόπου που διαβάζουμε το παρελθόν, είτε ατομικό και ατομικό και οικογενειακό είτε συλλογικό”.

Η Μαρία Ξυλούρη μιλά ακόμα για την μεταφυσική, τις επιρροές της, τα επόμενα σχέδιά της αλλά και για το χωριό της, τις Κάτω Ασίτες. ”Αυτός είναι ο τόπος όπου πάω όταν πάω «στο χωριό μου», και πάντα θα είναι, δεν αλλάζει αυτό-κι ας μην έχω πλέον πολύ χρόνο για να το κάνω συχνά”, αναφέρει.



“Γράφουμε, γιατί κάποιοι έγραψαν πριν από μας”

Σε λίγες ημέρες θα ξέρετε αν έχετε πολλές διακρίσεις για τα βιβλία σας, με πιο πρόσφατη την υποψηφιότητα για το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη “Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου”. Είναι βάρος αυτές οι διακρίσεις;

“Μια διάκριση-που μερικές φορές μπορεί να είναι και θέμα τύχης - είναι μια ευπρόσδεκτη ενθάρρυνση· μια αφορμή να διαβαστεί ένα βιβλίο· πάντως είναι ένδειξη, όχι κατ’ ανάγκη απόδειξη, της αξίας του. Οπότε, αν έρθει, τη χαίρεσαι, ως μια αναγνώριση της προσπάθειάς σου –είναι ανθρώπινο– αλλά μετά πρέπει γρήγορα να επιστρέψεις σε αυτό που έχει σημασία: τη δουλειά σου. Εξάλλου τα βιβλία με ή χωρίς διακρίσεις παραμένουν αυτά που είναι – θέλω να πω, τυχόν βράβευση δεν θα κάνει τον “Καλλιγράφο” καλύτερο βιβλίο.

Το βάρος που ίσως δημιουργείται μάλλον έχει περισσότερο να κάνει με τις προσδοκίες του αναγνώστη, που αλλάζουν όταν βρίσκεται μπροστά σε ένα βιβλίο που έχει διακριθεί. Εντέλει όμως αυτό που μένει στον αναγνώστη είναι το ίδιο το βιβλίο και όχι τα βραβεία που πήρε ή δεν πήρε”.

Πόσο οι σπουδές σας στην ψυχολογία σάς έχουν βοηθήσει στην συγγραφή;

“Σίγουρα οι σπουδές μου έχουν στον έναν ή τον άλλο βαθμό επηρεάσει τα διαβάσματά μου, τη σκέψη μου, αλλά δεν γράφω ως ψυχολόγος, δεν ασκώ το επάγγελμα εξάλλου. Και οπωσδήποτε δεν προσπαθώ συνειδητά να εντάξω τις σπουδές μου στα γραπτά μου· δεν έχω κατά νου μια διάγνωση για τους ήρωές μου, δεν συμβουλεύομαι βιβλία ψυχολογίας για να τους δώσω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και χούγια. Προτιμώ, όταν γράφω, να ξεγελιέμαι ότι οι ήρωές μου δρουν με δική τους βούληση κι εγώ απλώς τους παρακολουθώ”.

Σας ελκύει η μεταφυσική;

“Στο συγκεκριμένο βιβλίο ειδικά δεν με ενδιέφερε μια πιστή αντανάκλαση της πραγματικότητας. Στόχος μου ήταν να δημιουργήσω μια εσωτερική πραγματικότητα στο βιβλίο και όλα να υπακούνε σ’ αυτήν. Τα μεταφυσικά στοιχεία του βιβλίου εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Παρότι, όμως, μυθοπλαστικά η μεταφυσική μού φαίνεται πολύ γοητευτική, στον πραγματικό κόσμο μάλλον δυσπιστώ απέναντί της.

Γιατί από το αστικό περιβάλλον που διαδραματίζονται το “Rewind” και το “Πώς τελειώνει ο κόσμος” αποφασίζετε να βγείτε έξω, σε ένα χωριό της βορείου Ελλάδας και σε ένα νησί;

“Υπάρχει μια υποψία επαρχίας και στα δύο προηγούμενα βιβλία ιδίως στο “Πώς τελειώνει ο κόσμος”, το οποίο θεωρώ βαθιά επαρχιώτικο στην καρδιά του, υπάρχουν και νησιά, κυριαρχούν όμως το αστικό τσιμέντο και οι κλειστοί χώροι, τα δωμάτια. Η αλλαγή του σκηνικού στο τρίτο βιβλίο είχε να κάνει με μια δική μου ανάγκη να τοποθετήσω μια ιστορία σε ανοιχτό ορίζοντα· μια λαχτάρα να ορμήσει η φύση στη ζωή των ηρώων μου”.

Ο τόπος που διαδραματίζεται το βιβλίο σας είναι ασταθής και διολισθαίνει προς τον χαμό. Είναι μια αλληγορία και για τα όσα περνάει η χώρα μας;

“Για τη σχέση του Νιόφυτου με τον πραγματικό, τον μη μυθιστορηματικό κόσμο, ιδανικά θα ήθελα ο αναγνώστης να ακολουθήσει την ιστορία του βιβλίου και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Δεν ήθελα να γράψω για να επιβεβαιώσω μια ήδη διαμορφωμένη αλήθεια, περισσότερο ήθελα να αναζητήσω πιθανές διαδρομές. Ο Καλλιγράφος είναι, ελπίζω, ένα βιβλίο που επιτρέπει στον αναγνώστη μια ελευθερία στην ερμηνεία, αντί να του κάνει κήρυγμα”.

Υπάρχουν επιρροές στο έργο σας;

“Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας χωρίς επιρροές από διαβάσματα, ακούσματα κ.λπ. Συγκεκριμένα για τις λογοτεχνικές επιρροές, γράφουμε επειδή κάποιοι έγραψαν πριν από εμάς· και γράφουμε παράλληλα με άλλους. Και μου φαίνεται αδιανόητο να ξεκινάς να γράψεις χωρίς να είσαι παθιασμένος με κάποιους συγγραφείς, με κάποια βιβλία, με την ίδια την ανάγνωση, με τις ιστορίες.

Ο Καλλιγράφος, για παράδειγμα, σίγουρα χρωστάει πολλά στον Σαραμάγκου και στον Φραγκιά. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα και την οφειλή στον Υπνοβάτη της Καραπάνου. Στην πραγματικότητα οι οφειλές είναι πολύ περισσότερες: κάθε βιβλίο γράφεται επειδή τα βιβλία που διάβασες σου άνοιξαν τον δρόμο – αυτά που αγάπησες και ξέρεις πως ποτέ δεν θα τα φτάσεις, αυτά για τα οποία σκέφτηκες ότι με άλλη διαχείριση θα λειτουργούσαν διαφορετικά, ακόμα και αυτά που δεν σου άρεσαν (αν μη τι άλλο, επειδή σου υπέδειξαν τι να αποφεύγεις): όλα συνέβαλαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη διαμόρφωσή σου.

Οι επιρροές που αναγνωρίζει ο αναγνώστης τώρα είναι άλλη υπόθεση, γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε και με τα δικά του διαβάσματα, όχι μόνο με τα διαβάσματα του συγγραφέα. (Μου έχει συμβεί –φαντάζομαι θα έχει συμβεί και σε άλλους– να ακούσω ότι είναι προφανής στα βιβλία μου η επιρροή συγγραφέων που δεν έχω διαβάσει· κι άλλες φορές να μου υποδεικνύουν μια προφανή και υπαρκτή επιρροή που όμως η ίδια δεν την είχα συνειδητοποιήσει).

Το επόμενό σας βήμα θα είναι στη μετάφραση ή ήδη έχετε σκεφτεί το επόμενο βιβλίο;

“Αν όλα πάνε καλά, σύντομα θα εκδοθούν τα Κοκάλινα ρολόγια του Ντέιβιντ Μίτσελ σε μετάφρασή μου (από τις εκδόσεις Τόπος), ενώ αυτόν τον καιρό μεταφράζω το 4 3 2 1 του Πολ Όστερ για το Μεταίχμιο· θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2018. Είναι νωρίς ακόμα να μιλήσω για το δικό μου επόμενο μυθιστόρημα – έχω πολύ δρόμο μπροστά μου”.



“Οι εμμονές είναι καύσιμο για έναν συγγραφέα”

Αναγνωρίζετε ότι έχετε εμμονές και πώς τις χρησιμοποιείτε;

Μου είναι δύσκολο να φανταστώ συγγραφέα χωρίς εμμονές. Οι εμμονές είναι καύσιμο. Με τη διατύπωση του Ντέιβιντ Μίτσελ, γράφεις, ξανά και ξανά, για όσα σε στοιχειώνουν, οπότε καλό είναι να προσπαθείς να σε στοιχειώνει μια ποικιλία θεμάτων. Στα δικά μου βιβλία, για παράδειγμα, επανέρχεται ξανά και ξανά η σχέση γονέα-παιδιού· και της μνήμης και του τρόπου που διαβάζουμε το παρελθόν, είτε ατομικό και οικογενειακό (σε όλα τα βιβλία) είτε συλλογικό (στον Καλλιγράφο). Άλλες εμμονές μπορεί να μην έχουν να κάνουν τόσο με τα θέματα αλλά με εικόνες, με επιλογές ως προς τους χαρακτήρες, με ιδέες που επανέρχονται.

Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο “Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου”;

“Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου” είναι η ιστορία ενός τόπου: του Νιόφυτου, ενός ορεινού χωριού, του οποίου η πλατεία μετά από πολυήμερη βροχή βουλιάζει· το σαθρό υπέδαφος αρχίζει να ολισθαίνει, οπότε οι κάτοικοι αναγκάζονται να ξαναχτίσουν το χωριό από την αρχή μερικά χιλιόμετρα παρακάτω, πλάι στη θάλασσα. Εκτός από αυτή τη συμφορά –τη χάλαση, όπως τη λένε– το Νιόφυτο μοιάζει να γκρεμίζεται και να χτίζεται ολοένα, συχνά χωρίς οι ίδιοι οι κάτοικοί του να το συνειδητοποιούν: ένας κύκλος από αλλεπάλληλες καταστροφές.

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου είναι, επίσης, η ιστορία μιας οικογένειας: της οικογένειας των Ραγκουδαίων, που επιστρέφουν μετά από πολύχρονη απουσία στο Νιόφυτο λίγο πριν τη χάλαση. Ο πατέρας είναι προδότης και φονιάς· ο μεγάλος του γιος τον ξαναφέρνει στον τόπο του σε μια προσπάθεια εξιλέωσης, και αφοσιώνεται στην κατασκευή ενός λαβύρινθου από γλυπτά πουλιά στα ερείπια του παλιού χωριού. Κι υπάρχει και ο εγγονός, ο σαλός ορνιθολόγος του Νιόφυτου, που αναλαμβάνει να συνεχίσει το έργο του πατέρα του.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε ώστε η ίδια του η δομή να ακολουθεί την πορεία αυτού του τόπου κι αυτής της οικογένειας: όπως το Νιόφυτο, ολισθαίνει – ξεκινά ως ένα πράγμα και καταλήγει κάτι άλλο· και όπως οι Ραγκουδαίοι, διαλύεται – σχεδόν θρυμματίζεται στην προσπάθειά του να διασώσει τη μνήμη μιας ιστορίας.



“Οι Κάτω Ασίτες είναι ο τόπος που πάω, όταν πάω στο χωριό μου”

Ποια είναι η σχέση σας με το χωριό που γεννηθήκατε και μεγαλώσατε, τις Κάτω Ασίτες;

Το πατρικό μου εκεί βρίσκεται, η μάνα μου εκεί ζει ακόμα, συγγενείς και φίλοι. Αυτός είναι ο τόπος όπου πάω όταν πάω «στο χωριό μου», και πάντα θα είναι, δεν αλλάζει αυτό-κι ας μην έχω πλέον πολύ χρόνο για να το κάνω συχνά.