Είναι κάτι μικροσκοπικά, με την πρώτη ματιά αθώα, πλάσματα που από τη στιγμή της σύλληψής τους, ακόμα, σε καταδυναστεύουν, κυριαρχούν στη σκέψη, την καρδιά και την ψυχή σου. Ο … ποιητής δεν μπορούσε να τα χαρακτηρίσει αλλιώς, «τερατάκια της τσέπης» είναι και είναι παντού…

Δεν κάνεις βήμα χωρίς να σε ακολουθήσουν και δεν κάνεις βήμα μακριά τους.

Αυτή η τυραννία δεν πρόκειται να… δύσει ούτε με δημοψήφισμα ούτε με εκλογές ούτε, ακόμα, με επανάσταση.

Και δε θέλεις να δύσει, γιατί; Γιατί είναι η πιο γλυκιά.

Κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή είναι εκεί, να σε τρελαίνουν, να σε θυμώνουν, να σε πεισμώνουν, να θέλεις να τα… πνίξεις, αλλά στα φιλιά και τα χάδια.

Ο, τι και να κάνουν, φορούν το πιο αθώο βλέμμα, το πιο γλυκό χαμόγελο και τα ξεχνάς όλα.

Πετούν ένα «μαμά, είσαι η καλύτερη μανούλα», «μπαμπάκα μου, μου έλειψες», «γιαγιά, είσαι η πιο όμορφη» και το κορυφαίο.. «παππού, είσαι το λουλούδι μου» και… λιώνεις.

Κι εκεί που νομίζεις ότι τα έχεις δει και τα έχεις ακούσει όλα, σου έρχεται… η κεραμίδα από εκεί που δεν το περιμένεις.

Λίγο μετά τις γιορτές, ακούω τη φράση «Μαμά, θα μου πάρεις και αυτό;» Η μικρή μπροστά στην τηλεόραση, παρακολουθεί με προσήλωση παιδικό πρόγραμμα, πέφτει θύμα κι εκείνη του μάρκετινγκ, ίσως το πιο εύκολο και πρόθυμο.

Ζητά, λοιπόν, ένα παιχνίδι που φιγουράρει στη μικρή οθόνη.

Η δική μου απάντηση «Όχι, είχαμε γιορτές και σου έκαναν όλοι δώρα. Ο, τι πήραμε, πήραμε!»

Για να έρθει η δική της σειρά να πει «Και ο, τι δεν πήραμε… θα το πάρουμε!»

Ε… Με αποστόμωσες!