
Του Μιλτιάδη Φαρσάρη*
Έχουμε ακούσει πολλές φορές τη λέξη «ΧΑΪΝΗΣ». Άραγε, τι υποκρύπτει αυτή η λέξη και ποιους ανθρώπους ονόμαζαν «Χαΐνηδες»; Ποιο ρόλο διαδραμάτισαν οι Χαΐνηδες, στη διάρκεια των διαφόρων κατακτητών που πέρασαν από την Κρήτη; Σίγουρα η διάρκεια της τουρκικής κατάκτησης από το 1645 έως το 1898 υπήρξε η πιο τραχεία και η πιο ανελέητη, κακή ανθρώπινη συμπεριφορά από την τότε τουρκική διοίκηση της εποχής. Πολύ, όμως, περισσότερο από τους άναρχους και ανεξέλεγκτους Τούρκους, για κάθε είδους αυθαιρεσία εις βάρος του σκλαβωμένου χριστιανικού ελληνικού πληθυσμού.
Αλλεπάλληλες οι εξεγέρσεις του κρητικού λαού σε όλους τους κατακτητές που πέρασαν από την Κρήτη. Ρωμαιοκρατία, Αραβοκρατία, Ενετοκρατία, Τουρκοκρατία και πρόσφατα για λίγα χρόνια το πέρασμα των φασιστών του Μουσολίνι και των Ναζιστών του Χίτλερ. Οι ηθικές και υλικές ζημιές που άφησαν οι διάφοροι κατακτητές είναι ανυπολόγιστες, δεν μπορούν ούτε να γραφούν ούτε να υπολογιστούν. Ποιοι ήταν οι τιμωροί κατά καιρούς αυτών των αιμοβόρων πράξεων, που σκότωναν, λεηλατούσαν, βίαζαν, πράττοντας ασύδοτα κάθε είδους αδικία;
Ήταν αυτοί που βλέποντας την αδικία και την κάθε είδους καταπίεση εις βάρος των ομοεθνών τους και συνανθρώπων τους επαναστάτησαν μέσα τους. Ο πατριωτισμός τους, τους έκανε γενναίους και τιμωρούς σ’᾽αυτούς που έπρατταν αυτά τα εγκλήματα. Στην Τουρκοκρατία τους ονόμασαν Χαΐνηδες, στις άλλες εποχές επαναστατάτες, καπεταναίους, οπλαρχηγούς, κλέφτες και αρματωλούς, αντιστασιακούς κλπ.
Κύριος λόγος που απασχολήθηκα για να περιγράψω αυτά ήταν ο ονομαστός, αγνός και πολύ γενναίος πατριώτης, ο ξακουστός τιμωρός των αυθαιρετούντων Τούρκων Μανόλης Καζάνης. Πρόσφατα με πρωτοβουλία του κ. Φρίξου Κουμαρτζή και μιας ολιγάριθμης επιτροπής φτιάχθηκε ένα σεμνό μνημείο στην περιοχή της Αλλόειδας, στα φυσικά λημέρια που κατοίκησαν και μεγαλούργησαν οι Χαΐνηδες.
Ο Μανόλης Καζάνης και οι συναγωνιστές, οπλαρχηγοί της επαρχίας Λασιθίου και Μεραμβέλλου, τιμήθηκαν σεμνά και στην Αλλόειδα και στο χωριό Μέσα Λασίθι, που τόσα πολλά τους οφείλομε εμείς οι σημερινοί Έλληνες.
Ποιος ήταν αυτός ο θρυλικός ήρωας Μανόλης Καζάνης;
Γεννήθηκε το 1793 στο χωριό Μαρμακέτο της επαρχίας Λασιθίου και υπήρξε εκ των γενναιοτέρων τουρκομάχων αγωνιστών της Κρήτης. Όταν η οικογένειά του πήγε να τον βαφτίσει στην κοντινή μονή της Παναγίας της Κρουσταλένιας κι ενώ ετοιμαζόταν να τον βαφτίσουν, εισέβαλε στη Μονή μια ομάδα άτακτων και αδίστακτων Τούρκων, σκότωσαν καλογέρους, βιαιοπράγησαν, λήστεψαν και αναχώρησαν. Με μεγάλη τύχη γλύτωσε το μωρό και οι γονείς του. Μετά από κάποιες ημέρες ξαναπήγαν στη Μονή Κρουσταλένιας για να το βαπτίσουν, όμως την πήλινη κολυμπήθρα την είχαν σπάσει φεύγοντας οι Τούρκοι κι αναγκάστηκαν να το βαπτίσουν στο καζάνι που έβγαζαν τη ρακή. Από κει επικράτησε το όνομα Καζάνης κι όχι Ροβύθης, που ήταν το επώνυμο της οικογένειας.
Σίγουρα η Θεία Χριστιανική Πρόνοια βοήθησε για να εξελιχθεί ένας τόσο γενναίος και χρήσιμος άνθρωπος για την Χριστιανοσύνη της εποχής εκείνης.
Το πρώτο κατόρθωμα
Το πρώτο κατόρθωμα του Μανόλη Καζάνη ήταν ο εξευτελισμός του θρασύτατου Τούρκου Αλιδάκου από το Χουμεριάκο Μεραμβέλου. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Χριστιανών της περιοχής. Ο Αλιδάκος είχε επικεφθεί το Οροπέδιο Λασιθίου και τον βρίσκομε να είναι σε ένα κεντρικό σημείο του Μαρμακέτου. Προκαλούσε τους Χριστιανούς ισχυριζόμενος ότι δεν βρίσκεται κανείς να τον νικήσει και ήθελε να βρεθεί κάποιος να παλέψει μαζί του, γνωρίζοντας βέβαια ο ίδιος ότι δύσκολα θα βρισκόταν Χριστιανός να παλέψει μαζί του, όπως αποδείκτηκε αργότερα, εξαιτίας της κακής συμπεριφοράς του.
Ο αμούστακος, ακόμα, δεκαοχτάχρονος Μανόλης Καζάνης είπε στον Τούρκο «εγώ θέλω να παλέψω μαζί σου».
Ακούγοντας ο πατέρας Καζάνης την πρόταση του γιου του να παλέψει με τον αγά, του ήρθε «νταμπλάς», όπως λέμε στα χωριά της Κρήτης.
Προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποτρέψει τον γιο του, να μην παλέψει με τον Τούρκο. Δεν τον έπεισε σε καμία περίπτωση και αρχίζει η πάλη με πολλή μανία και από τους δύο. Χειροδύναμος και πολύ τολμηρός ο Μανόλης Καζάνης κατάφερε σε λίγη ώρα να νικήσει με μεγάλη άνεση τον αδίστακτο κι αυθάδη Τούρκο. Η πρώτη ενέργεια του νικημένου ήταν να πιάσει την πιστόλα του να κτυπήσει τον νεαρό Καζάνη, όμως σβέλτος όπως ήταν έφυγε σαν καπνός κι έτσι δεν τον βρήκαν τα σκάγια του αγά.
Εκείνη την εποχή στο Οροπέδιο άνοιγες ένα πηγάδι δυο-τριών μέτρων στο πεδινό μέρος του κάμπου κι έβρισκες νερό. Εγκαθιστούσες κι ένα γεράνι κι έβγαζες νερό με τον κουβά και πότιζες τα κηπευτικά, που είχαν μεγάλη επιτυχία και λόγω της ευφορίας του εδάφους συνδυάζοντας τη λίπανση με την κοπριά των ζώων. Σε άλλες, όμως, περιοχές, όπως το Μεραμπέλο, δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα. Σε πολλές απ᾽ αυτές τις περιοχές η μόνη δυνατότητα να έχεις νερό ήταν τα λεγόμενα σαρνίτσα που μάζευαν το νερό την περίοδο του χειμώνα από τις στέγες των σπιτιών και από τις κολύμπες που χρησίμευαν για το πότισμα των ζώων. Οι Οροπεδιώτες από τότε παρήγαγαν κηπευτικά που τα φόρτωναν στα μουλάρια ή τα γαϊδούρια και τα πουλούσαν κυρίως σε περιοχές που δεν παρήγαγαν τέτοια προϊόντα. Φόρτωσε, λοιπόν, μια μέρα κι ο πατέρας του Μανόλη Καζάνη, το μουλάρι του με διάφορα κηπευτικά με προορισμό τα χωριά του Μεραμπέλου, Βρύσες, Καινούργιο Χωριό, Χουμεριάκο.
Όταν έφτασε στο Χουμεριάκο, συνάντησε κατά κακή του τύχη τον αιμοβόρο Τούρκο, αυτόν που πάλεψε με τον γιο του. Η πρώτη ενέργεια του Τούρκου ήταν να του ξεφορτώσει τα κηπευτικά, τα οποία τσαλαπάτησε καταστρέφοντάς τα ολοκληρωτικά. Η δεύτερη ενέργειά του, ήταν να κόψει τα αυτά και την ουρά του μουλαριού. Η Τρίτη ενέργεια του ήταν να κτυπήσει μέχρι λιποθυμίας τον πατέρα Καζάνη και για να συνέλει έρριξε στο σώμα του ένα κουβά νερό. Όταν συνήλθε πλέον, κακήν κακώς, πήρε το τραυματισμένο ζώο του και ξεκίνησε να γυρίσει το χωριό του. Όταν έφθασε στο Μαρμακέτο και αντίκρυσε το γιο του, του λέει με πολύ φορτισμένη ψυχολογική κατάσταση «παιδί μου, εάν δεν πάλευες, όπως σε παρακάλεσα, με αυτό τον σκύλο τον Αλιδάκο, δεν θα έτρωγα στα γηρατειά μου ξύλο».
Ο νεαρός Καζάνης επαναστάτησε μέσα του.
Το θεώρησε μεγάλη πρόκληση και απέραντη προσβολή. Από εκείνη την στιγμή ορκίστηκε ότι κάθε αυθαίρετη πράξη των αγάδων εις βάρος του Χριστιανικού πληθυσμού πρέπει να τιμωρείται. Πρώτη του ενέργεια ήταν να τιμωρήσει τον Αλιδάκο, για όσα υπέστη ο πατέρας του και περισσότερο για τις θρασύτατες συμπεριφορές του Αλιδάκου προς τους Χριστιανούς της επαρχίας Μεραμπέλου. Το Χουμεριάκο ήταν ένα χωριό που κατοικούσαν και Τούρκοι και Έλληνες. Με πολλή σύνεση και ψυχραιμία ο Καζάνης, δίχως να βιάζεται, σιγά-σιγά μάζευε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και συνήθειες του Αλιδάκου.
Ένα βράδυ, αργά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, την ώρα που γύριζε ο Τούρκος από τον καφενέ, ο Καζάνης κρυμμένος στην αυλή του σπιτιού του τον πιάνει από το σβέρκο την ώρα που ξεκλείδωνε την πόρτα του σπιτιού του, και με το μαχαίρι στην πλάτη του λέει «Μανόλης Καζάνης». Φυσικά ο Αλιδάκος τα έχασε, αναφέροντάς του ότι θα τον αποζημιώσει για τα κηπευτικά και για το τραυματισμένο ζώο τους. Ο Καζάνης πολύ επιτακτικά, του λέει «Αλιδάκο, θα πάμε στο Λασίθι, στο γνωστό σου Μαρμακέτο». Μεσάνυκτα πια τον βάζει μπροστά, δίνοντάς του και κάποιες ξυλιές και φθάνουν ξημερώματα στο πατρικό σπίτι του Καζάνη στο Μαρμακέτο.
Ανοίγοντας την πόρτα ο γέρο Καζάνης και βλέποντας τον Τούρκο σε άσκημο χάλι και τον γιο του, τα έχασε. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να πείσει τον γιο του να συμπεριφερθούν με καλό τρόπο και να γίνουν πλέον φίλοι. Ο Μανόλης Καζάνης ήταν ανένδοτος. Πρώτον πρέπει να ανταποδώσομε το ξύλο που έφαγες πατέρα στο Χουμεριάκο. Δεύτερο να μας ορκιστεί ότ δεν θα ξαναπειράξει Χριστιανό να αποζημιώσει τα κηπευτικά και το μουλάρι.
Έγιναν όλα αυτά με πολλή υπομονή και επιμονή αφού ορκίστηκε στη θρησκεία του ότι δεν θα ξαναπειράξει Χριστιανό και θα πληρώσει τα οφειλόμενα.
Φεύγοντας ο Αλιδάκος από το Μαρμακέτο, του έδωσε το τραυματισμένο μουλάρι. Στη συνέχεια ο Αλιδάκος ανταποκρίθηκε στους όρκους και στις υποσχέσεις που είχε δώσει κι έγινε ο φρονιμότερος Τούρκος της Επαρχίας Μεραμβέλου.Ο αείμνηστος δημοσιογράφος Μιχάλης Κοζύρης περιγράφει ότι ο Καζάνης παρέστη κατά την Επανάσταση στην Παναγία της Θυμιανής. Πολέμησε στη μεγάλη μάχη της Κριτσάς το 1823 και σε όλες τις επαναστατικές εξεγέρσεις. Ουδέποτε κατέθεσε τα όπλα κι όταν ακόμα οι Τούρκοι αναγκαζόταν να δίνουν αμνηστία στους επαναστάτες. Συνεργαζόμενος με τον Αλεξομανώλη από την Κριτσά, τον Μουρουνομανώλη από το Χουμεριάκο και με οπλαρχηγούς της επαρχίας Λασιθίου κατέστη ο φόβος και ο τρόμος των Χριστιανομάχων αγάδων. Ο Καζάνης με τα παλικάρια του έγιναν φύλακες άγγελοι των ανυπεράσπιστων Χριστιανών, όχι μόνο της επαρχίας του Λασιθίου, Μεραμβέλλου και Ιεράπετρας, αλλά και γειτονικών επαρχιών του Νομού Ηρακλείου. Μόνιμος τόπος διαμονής αυτών των γενναίων ανθρώπων ήταν η ορεινή περιοχή της Αλόϊδας και του Καθαρού, τα λεγόμενα λημέρια. Ο Καζάνης και τα παλικάρια του, όπως γράφει ο Μουρέλλος, κατόρθωσε να τρέψει σε φυγή τα στρατεύματα του Χασάν Πασά το Σεπτέμβριο του 1821, που προσπάθησε να εισβάλει στο Οροπέδιο από την περιοχή Λαγκάδας.
Το Νοέμβριο του 1822 βρίσκουμε τον Καζάνη και τους λοιπούς αρχηγούς να πολιορκούν το Φρούριο της Ιεράπετρας και στη συνέχεια να μάχεται στις μάχες της Κριτσάς. Τον βρίσκουμε να εξοντώνει με τα παλικάρια του τη συμμορία του Πιλαβομεμέτη στο Κουφονήσι και επίσης πήρε μέρος σε όλες τις μετέπειτα μάχες της Ανατολικής Κρήτης. Το 1825 τον βρίσκουμε, επίσης, με τους συντρόφους του στην πολιορκία του Μεσολογγίου με πολλούς άλλους Κρητικούς συναγωνιστές του. Μετέπειτα επανήλθε στην Κρήτη, όπου συνέχισε τον αγώνα μέχρι τέλους της επαναστατικής περιόδου του 1831, όταν με την άδικη απόφαση των μεγάλων δυνάμεων η Κρήτη έμεινε και πάλι κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Τότε δόθηκε γενική αμνηστία από τους Τούρκους, εκείνος δεν τους πίστεψε και αναχώρησε στην ελεύθερη Ελλάδα. Μετέβη στην Νάξο, όπου πέθανε το 1845 πτωχός, ταλαιπωρημένος και λησμονημένο. Άρρωστος πια, το Κράτος του απένειμε κάποια μικρή σύνταξη, την οποία απ’ ότι λέγεται δεν απεδέχθη. Οι κάτοικοι του Οροπεδίου αναγνωρίζουν τη μεγάλη προσφορά του Καζάνη τον έχουν τιμήσει με ένα σεμνό μνημείο στη γενέτειρά του, στο Μαρμακέτο.
Επιτρέψτε μου, αγαπητοί αναγνώστες, να αναφερθώ σε ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό. Συνταξιδεύοντας αεροπορικώς από Ηράκλειο προς Αθήνα, πριν αρκετά χρόνια, με τον αείμνηστο Κώστα Γιαμάκη, μηχανολόγο μηναχνικό, τον γνωστό σε πολλούς εργοστασιάρχη, που πρώτο κατασκεύασε τα πασίγνωστα ελαιοραβδιστικά, μετέπειτα πολύ χρήσιμα στους ελαιοπαραγωγούς για τη συλλογή της ελιάς, πολύ ωφέλιμη επιχείρηση και σην εθνική οικονομία και στην τοπική, λόγω και της εξαγωγικής της δραστηριότητας. Κουβεντιάζοντας, με τον Κώστα Γιαμάκη, που είμαστε φίλοι πολλά χρόνια, γνωρίζοντας βέβαια πως ήταν Αθηναίος και είχε έρθει στο Ηράκλειο όπου και σταδιοδρόμησε επιχειρηματικά, τον ρώτησα. «Κώστα, από πού είναι η καταγωγή σου»; Μου απάντησε, λέγοντάς μου «από την Αθήνα». «Ο πατέρας σου»; «Από την Αθήνα». Τότε μου αφηγείτε ο Κώστας, απ’ ότι του είχε πει ο παππούς του, ότι η καταγωγή τους ήταν από τη Νάξο, αλλά η μακρινή τους καταγωγή ήταν από ένα χωριό στη μέσα μεριά του Οροπεδίου Λασιθίου. Γιατί έγιναν εκ μέρους μου όλες αυτές οι ερωτήσεις; γιατί είχα ακούσε πολλές φορές την μακαρίτισσα τη μάνα να αναφέρεται στο επίθετο Γιαμάκης και σε κάποια τοπωνύμια στου Γιαμάκη το αλώνι και στου Γιαμάκη το Σόχωρο. Το επώνυμο αυτό, υπήρχε στο Μέσα Λασιθάκι αλλά έχει εκλείψει προ πολλών ετών. Απ’ ότι εξακρίβωσα από διάφορες πηγές ο Γιαμάκης ήταν πρωτοπαλίκαρο του Καπετάν Καζάνη και μαζί αναχώρησαν για την ελεύθερη Ελλάδα και κατέληξαν στη Νάξο. Ο Μανώλης Καζάνης είχε την ατυχία να φύγει γρήγορα από τη ζωή, μετά από κάποια χρόνια, που εγκαταστάθηκαν στη Νάξο, ο Γιαμάκης έκανε οικογένεια και από εκεί προέρχονται οι Γιαμάκηδες των Αθηνών, του Ηρακλείου και της Νάξου. Ο φίλος μου ο Κώστας ο Γιαμάκης, ο επιχειρηματίας του Ηρακλείου, έδειξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και μου είπε «σε παρακαλώ επιστρέφοντας στην Κρήτη να επισκεφθούμε μαζί το Οροπέδιο με την πρώτη μας ευκαιρία».
Ένα θλιβερό περιστατικό που συνέβη στον αείμνηστο Κώστα τού στέρησε τη ζωή κι έτσι δυστυχώς έμεινε ανεκπλήρωτη η τελευταία του επιθυμία.
Νομίζω ότι πρέπει να σημειώσω ότι στην επαρχία Λασιθίου, λόγω της ορεινής θέσεως, δεν κατοίκησαν μόνιμοι κάτοικοι Τούρκων, υπήρχαν μόνο δύο φρουρές που εισέπρατταν τους φόρους στο χωριό Ψυχρό Λασιθίου και στον οικισμό Σμαλιανό που για ένα διάστημα κατοίκησε ο φοροεισπράκτορας Ισμαήλ Πασάς, κι απ’ αυτόν ονομάστηκε ο μικρός οικισμός «Σμαλιανό».
Ωφείλομε ευγνωμοσύνη και σεβασμό στη μνήμη του Μανόλη Καζάνη και όλων των επώνυμων και ανώνυμων αγωνιστών του Ελληνισμού.
* Ο Μιλτιάδης Ν. Φαρσάρης είναι πρώην δήμαρχος Ηρακλείου

