Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Μήπως τελικά φοβάσαι τόσο πολύ  να καταλάβεις;

Εσένα το λέω που τα μεσημέρια γυρίζεις στο σπίτι σου κατάκοπος και απλήρωτος.

Εσένα το λέω που έχεις δύναμη να «λιώσεις» την πέτρα αλλά μεροκάματο ούτε για δείγμα

Εσένα το λέω που τριγυρνάς τις νύχτες σαν φάντασμα γιατί δεν βγαίνουν οι λογαριασμοί.

Εσένα το λέω που το μέλλον των παιδιών σου έχει γίνει «βρόγχος» στο λαιμό σου.

Εσένα το λέω που οι κορνίζες των πτυχίων σου έπιασαν σκόνη σαν τα όνειρα σου.

Εσένα το λέω που ο πατέρας σου έφυγε μετανάστης για να σπουδάσεις και τώρα ήρθε  η δική σου σειρά.

Εσένα το λέω που πιστεύεις ότι το «τέρας» της αρρώστιας δεν νικιέται.

Εσένα το λέω που σκοτώνεις και σκοτώνεσαι «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μία Ελένη».  

Εσένα το λέω που αποζητάς παρηγοριά στην μιζέρια των άλλων.  

Εσένα το λέω που ξεχνάς ότι όλα εδώ θα μείνουν.

Εσένα το λέω που η απόγνωση σε τύφλωσε και άνοιξες διάπλατα τις πόρτες σε τραμπούκους …εθνοσωτήρες.

Εσένα το λέω που κοιτάς με …μισό βλέμμα τον Αμπντούλ και την οικογένεια του, πρόσφυγες από τη Συρία.

Εσένα το λέω που χλευάζεις στα μουλωχτά τον Σπύρο αλλά μπροστά του ορκίζεσαι ότι δεν είσαι ομοφοβικός.

Εσένα το λέω που φοβάσαι να καταλάβεις μην τρομάξεις ακόμα περισσότερο.

Εσένα το λέω που φοβάσαι να παραδεχτείς την αλήθεια.

Εσένα το λέω που έχεις ξεχάσει ότι η ζωή είναι και για τα δύσκολα.

Εσένα το λέω που διστάζεις πια να απλώσεις  το χέρι.

Εσένα το λέω που ανατριχιάζεις στην απόρριψη.

Εμένα το λέω που όταν φοβάμαι,  θυμάμαι τους στίχους από το τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα «βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ’ αλήθεια, τα πόδια του τα ίδια».

Και ανασηκώνομαι γιατί οφείλουμε να έχουμε πίστη στον εαυτό μας, να έχουμε πίστη στον άνθρωπο. Και τότε δεν θα φοβόμαστε να καταλάβουμε.