Της Λίλιαν Δαφερμάκη

Χωρίς να το επιδιώξω, συνέπεσε να είμαι μάρτυρας μιας σύντομης συνομιλίας δημοτικών συμβούλων, στο περιθώριο της τελευταίας συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου, όπου ο ένας ρώτησε τον συνάδελφο του: “Φεύγεις;” Για να εισπράξει την απάντηση: “Πληρώνομαι; Δεν πληρώνομαι. Τότε λοιπόν φεύγω...”.

Το αμήχανο βλέμμα του συμβούλου που έμεινε πίσω, ακολουθούσε τον συνάδελφό του αναχωρούσε φουριόζος, ενώ σήκωνε στους ώμους του όλη την αδικία του κόσμου, γιατί η παρουσία του στο Συμβούλιο δε συνοδεύεται με μια αμοιβή κοστολογημένη στα μέτρα της προσφοράς του.

Μια μικρή στιγμή που συνδέει ευθέως τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης με το κάδρο της μεγάλης πολιτικής σκηνής, όπου αναπαράγονται αφειδώς και απροκάλυπτα αυτές οι παγιωμένες αντιλήψεις. Ίσως να μην έμπαινα στη διαδικασία να σχολιάσω το θέμα εάν δεν είχα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με αντίστοιχου ύφους σχολιασμούς. Τρέχουν στη σκέψη μου δεκάδες εικόνες συμβούλων που τους βλέπω να τρίβουν τον αυχένα τους βαριεστημένα στη διάρκεια των συνεδριάσεων, εκφράζοντας τη δυσφορία τους, γιατί δεν ψηφίζονται με συνοπτικές διαδικασίες τα θέματα, για να φύγουν, διότι έχουν και δουλειές… Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αφήνουν ανενδοίαστα να αναδειχτεί η εγκεφαλική αυτοηρωποίηση τους για τον χρόνο που αφιερώνουν, ή μήπως καλύτερα που σπαταλούν, στις συνεδριάσεις του Σώματος... Βεβαίως είναι θλιβερό για τους ίδιους το γεγονός ότι, ενώ εισέπραξαν την τεράστια τιμή της εκλογής τους και τη δυνατότητα να γράφουν ιστορία συμμετέχοντας στη λήψη αποφάσεων που καθορίζουν το μέλλον του Δήμου, η σκέψη τους φρακάρει στο «τι κάνει να πάρω» ή στο «άντε να τελειώνουμε, έχουμε και δουλειές…». Αυτή η πολιτική στάση, (που ασφαλώς δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο του Σώματος), δεν παύει να αποτελεί καθαρή πρόκληση απέναντι στην κοινωνία, που προσπαθεί να σταθεί όρθια στον οικονομικό Αρμαγεδδώνα, και σίγουρα το μόνο που δεν έχει ανάγκη από την εγγύτερη εξουσία στον πολίτη είναι οι λουδοβίκειες αντιλήψεις και η αγοραία σύνδεση της πολιτικής προσφοράς με την οικονομική ανταπόδοση…