Της Άννας Κωνσταντουλάκη

Πώς γίνεται να έχουμε τόσους γιατρούς, τους καλύτερους, ίσως, γιατρούς, και τα νοσοκομεία μας να έχουν τόσες ελλείψεις;

Για το ελληνικό παράδοξο να έχει η χώρα μας το μεγαλύτερο ποσοστό γιατρών παγκοσμίως, ενώ παράλληλα να υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις γιατρών στα κρατικά νοσοκομεία, αλλά και μεγάλη έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού μιλά στην “Π” ο πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Ηρακλείου Γιάννης Βαβουρανάκης.

Τονίζει ότι δεν φταίει μόνο η κρίση για τη φυγή χιλιάδων υγειονομικών στο εξωτερικό, αλλά η απρογραμμάτιστη και δαπανηρή υπερπληθώρα ιατρικού δυναμικού.

“Παραβλέπουμε άλλες αιτίες οι οποίοιες ίσως αποτελούν το ουσιαστικότερο πρόβλημα” σημειώνει και εξηγεί:

“Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο ιατρικό δυναμικό της χώρας όπου σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα σε κάθε 1000 κατοίκους αντιστοιχούν 6.2 γιατροί (Κατ’ άλλους 6.7).

Αυτή είναι η μεγαλύτερη σχέση ιατρικού προσωπικού ανά 1000 κατοίκους όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά παγκοσμίως(με εξαίρεση ίσως την Κούβα).Ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι 3.7/1000 κατοίκους, ο αμερικανικός (Ηνωμένες Πολιτείες) 2.45/1000 και παγκοσμίως 1.2/1000 κατοίκους.

Σύμφωνα με τον κ. Βαβουρανάκη, το αποτέλεσμα της απρογραμμάτιστης και δαπανηρής υπερπληθώρας ιατρικού δυναμικού είναι η ανταγωνιστική ή και καταχρηστική ιατρική πράξη, η υπερσυνταγογράφηση και τελικά η αύξηση του κόστους των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας, χωρίς ανάλογη αύξηση της ποιότητας.

Όπως σημειώνει ο ίδιος, η ιατρική ικανότητα είναι συνάρτηση και του ανάλογου αριθμού περιστατικών που αντιμετωπίζει ο κάθε λειτουργός υγείας. Ένας άριστος γιατρός, όταν δεν εμπλουτίζει την εμπειρία του, μοιραία θα προβεί και στο ιατρικό λάθος.



Πολλοί ιδιώτες γιατροί με περιορισμένη εμπειρία

Μεταξύ άλλων τονίζει:

“Ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός γιατρών στον ιδιωτικό τομέα έχει ως αποτέλεσμα και τη μείωση αυτής της ικανότητας.

Το θέμα αφορά τόσο τις παθολογικές αλλά ιδιαίτερα τις χειρουργικές ειδικότητες και δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρες όπου η ιατρική διατηρείται σε υψηλά επίπεδα απαιτείται ένας συγκεκριμένος αριθμός ιατρικών πράξεων κάθε χρόνο για να παραμένει ο γιατρός σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Αυτό σε συνδυασμό με τις χαμηλές αμοιβές έχουν οδηγήσει στο φαινόμενο ένας σημαντικός αριθμός νέων κυρίως γιατρών να φεύγει από τη χώρα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και μισθών στο εξωτερικό”.

Τι γίνεται στον δημόσιο τομέα

Όσον αφορά στον δημόσιο τομέα ο κ. Βαβουρανάκης αναφέρει:

“Συνεχώς διαβάζουμε τίτλους όπως “Αδειάζει το ΕΣΥ λόγω μνημονίου”, “Νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και εφημερίες”, “Χειρουργικές επεμβάσεις στα τυφλά λόγω έλλειψης εξοπλισμού”. Οι ελλείψεις αυτές αφορούν αν όχι όλα, τα περισσότερα νοσοκομεία της χώρας.

Έτσι συμβαίνει το παράδοξο να έχουμε τους περισσότερους σχεδόν γιατρούς στον κόσμο και 6000 περίπου να λείπουν από τα νοσοκομεία της χώρας. Εάν προστεθούν και κάποιοι νοσοκομειακοί γιατροί, που λόγω χαμηλών αμοιβών στην Ελλάδα αναζητούν εργασία στο εξωτερικό, χωρίς να αναπληρώνονται οι θέσεις τους, μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την έκταση του προβλήματος.

Στο συνολικό βέβαια πρόβλημα της υγείας στη χώρα μας έρχεται να προστεθεί ένα επιπλέον στοιχείο που αφορά την έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού κυρίως στις δημόσιες υπηρεσίες Υγείας.

Στις χώρες του ΟΟΣΑ η Ελλάδα καταλαμβάνει μία από τις τελευταίες θέσεις όσον αφορά τον αριθμό νοσηλευτικού προσωπικού ανά 1000 κατοίκους με σχέση 3.4, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 8.7., ενώ σε ανεπτυγμένες χώρες όπως η Δανία ανεβαίνει στο 16/1000 κατοίκους”.



Χρειάζονται 7 ιατρικές σχολές;

Ο πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Ηρακλείου διερωτάται εάν χρειάζονται επτά ιατρικές σχολές που συνεχίζουν να παράγουν ιατρικό δυναμικό, το οποίο δεν μπορεί να απορροφήσει η χώρα, ενώ επισημαίνει ότι τώρα ίσως είναι η ευικαιρία για έναν σοβαρό σχεδιασμό του υγειονομικού χάρτη της Ελλάδας για να καταγραφούν οι πραγματικές ανάγκες σε ιατρικό, νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό.

Ο ίδιος σημειώνει:

“Αυτό βέβαια θα πρέπει να γίνει από άτομα υψηλού κύρους με γνώσεις και εμπειρία, να βασίζεται σε τεκμηριωμένα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα και να συνοδεύεται με την προοπτική προγραμματισμού παραγωγής ανάλογου αριθμού επαγγελματιών υγείας. Θα πρέπει να έχει βάθος χρόνου και να λαμβάνει υπόψη πολλά δεδομένα, όπως τον γεωγραφικό χάρτη της χώρας, την πληθυσμιακή γήρανση και το γεγονός της αναμενόμενης αύξησης τού κόστους διάγνωσης και θεραπείας πολλών παθήσεων, λόγω νέων τεχνολογιών”.

“Ας είμαστε βέβαια ειλικρινείς καταλήγει. “Υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας απαιτούν και ανάλογη χρηματοδότηση. Χρηματοδότηση όμως που θα κατευθύνεται εκεί που χρειάζεται και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς σωστή καταγραφή των αναγκών αλλά και χωρίς γνώση των υπερβολών που υπάρχουν. Σε καιρούς εύπλαστης ευημερίας αυτό δεν κατέστη δυνατό. Μένει να δούμε αν οι καιροί κρίσης που ζούμε (εξ ανάγκης ίσως) αποτελέσουν και την αιτία μιας σοβαρότερης αντιμετώπισης των διαχρονικών προβλημάτων στον χώρο της υγείας”.