Του Άρη Σφακιανάκη

Κάποτε, μικρά παιδιά, μειράκια, ξαπλώναμε κάτω από τον ίσκιο του, στη στενή αμμούδα πλάι στη θάλασσα και κολυμπούσαμε ανέμελα στα πράσινα νερά του λιμανιού –δεν υπήρχαν γαλάζιες σημαίες τότε, μόνο σκουλήκια του βυθού για τις πετονιές μας.

Αργότερα, μαθητής του εξατάξιου γυμνασίου (να πάρει η οργή, πόσο φρικωδώς γηραλέο με κάνει και μόνο αυτή η ομολογία), όποτε αποδρούσα από τα σχολικά μαθήματα για να πάρει λίγο αέρα ο νους μου, ερχόμουν μονάχος και διάβαζα βιβλία που με συνέπαιρναν με τις ιστορίες τους. Θυμάμαι ακόμα με πόση συγκίνηση γύριζα τις σελίδες του Γλάρου Ιωνάθαν ενώ ψηλά, στον ουρανό, αεροπλάνα αυλάκωναν τις νεφέλες και γέμιζαν την άμαθη ψυχή μου με αμυχές νόστου ταξιδιών μακρινών.

Την ίδια εποχή περίπου γλιστρούσαμε με τον εφηβικό μου έρωτα στα σκοτεινά υπόγειά του ανταλλάσοντας καρδιοφάγα φιλιά πάνω σε μπάλες κανονιών που μας έκαναν να χάνουμε ενίοτε την ισορροπία μας με κίνδυνο να στραμπουλίξουμε κανένα αστράγαλο –το πνεύμα μας δεν είχε στραμπουλιχτεί ακόμα από τα σκότη της ζωής κι ούτε καν περνούσε απ’ το μυαλό μας πως κάποτε θα μας χτυπούσε η Κρίση. Ποια κρίση, εμείς ήμασταν νέοι, φλόγες αχόρταγες.

Μια νύχτα γιομάτη θάματα, νύχτα γιομάτη άστρα, είδα και μια παράσταση του Ερωτόκριτου στην πλατιά ταράτσα του κάστρου κι ήταν σα να είχαμε μεταφερθεί στα χρόνια που περιγράφει τόσο όμορφα ο Κορνάρος –αλήθεια πού πήγαν εκείνοι οι Κρητικοί που μπορούσαν να σου απαγγείλουν από θύμηση ολάκερα χωρία του ποιήματος αν όχι ολόκληρο το ποίημα;

Έτη μετά, είχα πια εγκατασταθεί για τα καλά στην Αθήνα κι όποτε ερχόμουν στο Ηράκλειο ήταν πάντα για λίγες μέρες, μόνο και μόνο να δω τους γονείς μου και τον αδελφό μου. Χρόνος δεν περίσσευε για επισκέψεις στον Κούλε, μου έφτανε να τον κοιτάζω από μακριά και να αναπολώ τις ωραίες στιγμές που είχα περάσει κοντά του. Ύστερα έμαθα πως έκλεισαν το φρούριο για εκτεταμένες εργασίες κι αναστηλώσεις. Χάρηκα στην αρχή που το άκουσα γιατί κάθε κόσμημα χρειάζεται πού και πού το στίλβωμά του, μα έπειτα από κάποιο διάστημα έβλεπα πως το έργο χρονοτριβεί, περνούσαν οι χειμώνες και τα καλοκαίρια κι ο Κούλες δεν φαινόταν να ανασαίνει. Στενοχωριόμουν που τόσοι τουρίστες έφταναν ως την πόλη μου και δεν μπορούσαν να επισκεφτούν το πλέον φωτογραφημένο αξιοθέατό της. Κανείς δεν ήξερε να μου πει κάποιο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των έργων–μα και να μου έλεγε τι; Τα χρονοδιαγράμματα είναι για να διασκεδάζουμε σ’ αυτόν τον τόπο όπου εκτός της φαιδράς πορτοκαλέας ανθίζουν και τα χρονοδιαγράμματα αντάμα με τις ελληνικές καλένδες.

Κοντολογίς, το έβγαλα απ’ το νου μου. Κι όμως, ύστερα από πέντε χρόνια ο Κούλες αναστήθηκε! Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου όταν το άκουσα. Ο Κούλες άνοιξε για το κοινό; Αλήθεια; Έτυχε εκείνες τις μέρες να βρίσκομαι στην πόλη με μια φίλη Αθηναία –άλλοι το λένε ερωμένη. Την πήρα από το χέρι και την οδήγησα ως εκεί. Είχανε φτιάξει και μια ξύλινη ράμπα που έφερνε στην πύλη. Φλεβάρης ήταν και τα κύματα σβάρνιζαν το δρόμο. Τράβηξα και μια σέλφι να υπάρχει. Τα μαλλιά της φίλης μου τα έπαιρνε ο αέρας –τα δικά μου, δεν είχε τρόπο.

Περάσαμε την πύλη, μπήκαμε μέσα. Προχώρησα στο ταμείο, ζήτησα εισιτήρια.

« Ένα (1) ευρώ το άτομο με ενημέρωσε η υπάλληλος.

Κοίταξα γύρω μου περίφροντις, κάποια πλάκα μου κάνουν, σκέφτηκα. «Ένα ευρώ, αστειεύεστε», είπα.

Η ταμίας χαμογέλασε, «Εντάξει, το καλοκαίρι χρεώνουμε δυο», είπε.

«Θα με κάνετε θαμώνα», γέλασα, ώσπου με τράβηξε η φίλη μου να προχωρήσουμε καθώς πίστευε –όχι άδικα ενδεχομένως- ότι χαριεντιζόμουν με την όμορφη ταμία.

Ε, λοιπόν, τι να λέμε; Χαλάλι τα πέντε χρόνια –μάλιστα λίγα μου φάνηκαν όταν είδα με τα ίδια μου τα μάτια τι θαύματα είχαν γίνει εκεί μέσα. Εκεί που κάποτε ήταν σκοτάδι και ερείπωση, τώρα υπήρχαν εξαίσια τοποθετημένα φώτα και μια ανακαίνιση που σου αναζωογονούσε την ψυχή. Εκεί που προχωρούσες στα τυφλά, τώρα καθαρογραμμένες ταμπέλες σου εξηγούσαν την ιστορία όχι μόνο του φρουρίου αλλά και του τόπου ολόκληρου. Σε μια αίθουσα έβλεπες το ντοκιμαντέρ του Κουστό και τα ευρήματά του από τις θάλασσές μας. Σε μιαν άλλη, τη γαλαρία με τις μπάλες των κανονιών όπου κάποτε σκοντάφταμε με την αγαπημένη της εφηβείας μου. Από τα ανοίγματα στους τοίχους έμπαινε η αρμύρα και το βουητό της θάλασσας. Άγγιζα με λατρεία τις πέτρες, μύριζα με απόλαυση την ελαφριά μυρωδιά του χώματος, άφηνα να με λούσει το φως από την οροφή. Μ’ άλλα λόγια, chapeau! που λενε κι οι Γάλλοι.

Τελευταία αφήσαμε την σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα του φρουρίου. Καλειδοσκοπικές όψεις του Ηρακλείου από ψηλά. Ο Γιούχτας στο βάθος, ο τάφος του Καζαντζάκη πιο κοντά, η παλιά Ηλεκτρική που έγινε μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Η φίλη μου ήταν ενθουσιασμένη –κι εγώ, εννοείται.

Είχε πια μεσημεριάσει όταν εγκαταλείψαμε τον Κούλε. Το ξεροβόρι μας έκανε να τυλιχτούμε στα χοντρά μπουφάν μας. Πρόσφερα δείπνο εκεί κοντά, στο Veneto. Από τα μεγάλα παράθυρά του ατενίζαμε απέναντι το φρούριο να κοιτάζει με τη σειρά του κατά τη Βενετιά. Φωτογραφίες άλλες δεν τράβηξα. Και καθώς τα φαγητά του Veneto ήταν χαρά του ουρανίσκου ζήτησα να γνωρίσω τον σεφ. Τάκης το όνομά του, εξαίρετα τα θαλασσινά του. Αργότερα ανηφορίσαμε την οδό Πλάνης –πλάνη αποδείχτηκε σε λίγο καιρό κι ο έρωτάς μας.

Μόνο το κάστρο φαίνεται να κρατά καλά, αν και μονάχο, εκεί στην άκρη της θάλασσας.



Μεγάλη Εβδομάδα 2017