Του π. Ηλία Βολονάκη

Στη χριστιανική συνείδηση, ο γάμος αντιπροσωπεύει την ίδια την αγιότητα της ζωής, ως δυναμική οδό, πορεία και άθλημα μεταμόρφωσης μιας αρχικής αμοιβαίας αγάπης ενός άνδρα και μιας γυναίκας σε πλήρωμα αγάπης.

Ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό, ο οποίος “αγάπη εστί” (Α’ Ιωαν. 4,7). Είναι συνεπώς φύση αγαπητική, στρεφομενη προς τον άλλον.

Η Γραφή το δίνει αυτό με την εικόνα όπου ο Αδάμ καλείται να δώσει όνομα στα ζώα, που περνούν από μπροστά του με τα ταίρια τους, πράγμα το οποίο οδηγεί στη διαπίστωση: “Τω δε Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώ” (Γεν. Β, 20) και στο μελαγχολικό συμπέρασμά του Θεού: “Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον” (Γεν. Β, 18) που σημαίνει ότι και ο παράδεισος είναι άδειος χωρίς τη γυναίκα.

Είναι υπέροχη η σκηνή που ο Αδάμ πρωταντικρύζει τη γυναίκα, η οποία δημιουργήθηκε από την πλευρά τουκαι οδηγείται από τον Θεό μπροστά του. Νιώθει ν’ αλλάζουν όλα μέσα του και αναφωνεί: “Τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σάρξ εκ της σαρκός μου” (Γεν. Β’ 23). Είναι το πρώτο ερωτικό τραγούδι, που ακούστηκε μέσα στον παράδεισο. Έτσι παρουσιάζεται ο ίδιος ο Θεός πριν την πτώση να τελεί το πρώτο μυστήριο του γάμου μ’ εκείνη τη θεία ευλογία: “Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε τη γη” (Γεν. Α’ 28).

Ο π. Ιωάννης Μέγιεντορφ τονίζοντας τη σημασία του γάμου ως μυστηρίου γράφει:

“Ονομάζοντας τον γάμο μυστήριο, ο Απόστολος Παύλος δηλώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι ο γάμος κατέχει πλέον τη θέση του στη Βασιλεία των ουρανών.

Ο άνδρας ως φυσική οντότητα ενώνεται στον γάμο με τη διαφορετική βιολογικά φυσική οντότητα της γυναίκας του “εις σάρκα μίαν” (Εφ. Ε’ 31) γίνονται μια ύπαρξη ακριβώς όπως ο Υιός του Θεού με τη σάρκωσή Του παύει να είναι μόνο ο εαυτός Του, δηλαδή Θεός, και γίνεται επίσης άνθρωπος, έτσι ώστε η σύναξη του λαού Του να μπορεί να αποτελέσει το σώμα Του. Αυτός είναι ο λόγος που τόσο συχνά σε διηγήσεις του Ευαγγελίου παρομοιάζεται η Βασιλεία του Θεού με γαμήλιο πανηγύρι. Ο χριστιανικός γάμος, ως μυστήριο πλέον, βρίσκεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα. Θεωρείται από τον κόσμο, όπως άλλωστε και η διδασκαλία του Ευαγγελίου, ως ανέφικτη θεωρία, ένα απραγματοποίητο ιδανικό. Όμως υπάρχει μια κρίσιμη και αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στο “μυστήριο” και στο “ιδανικό”.

Στο μυτήριο ενεργεί η Χάρη του Θεού.

Επομένως με τη μυστηριακή κοινωνία προάγεται μέχρι βαθμού τελειώσεως η προσωπικότητα των συζύγων και ο άνθρωπος δια του γάμου φθάνει στον τελικό του προορισμό. Ακόμη η αναφορά του γάμου από τον Απόστολο Παύλο “εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν” (Εφ. Ε’ 32) δείχνει έντονα τον χριστολογικό καθώς και τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της ενώσεως ανδρός και γυναικός. Ο ιερός Χρυσόστομος δικαιολογημένα θα πει: “Εγώ το δωμάτιον εκείνο (των συζύγων) και ουρανόν και εκκλησίαν θαρρών αν προσείποιμι” που σημαίνει “εγώ με θάρρος θα έλεγα ότι αυτό το νυμφικό δωμάτιο είναι και ουρανός και εκκλησία”.

Ο ίδιος Μεγάλος Πατέρας της εκκλησίας συμπληρώνοντας τον λόγον του για το μυστήριο του γάμου θα μας πει συμβουλεύοντας τον άνδρα: “Εσύ ο άνδρας ακούς τον Παύλο, που συμβουλεύει τη γυναίκα να υποτάσσεται σ’ εσένα και τον επαινείς και τον θαυμάζεις. (Εφεσ. Ε’ 23-24). Άκου όμως τι λέει παρακάτω. Οι άνδρες ν’ αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την εκκλησία. Είδες προηγουμένως υπερβολική υποταγή; Δες τώρα υπερβολή αγάπης. Θέλεις να υπακούει σ’ εσένα η γυναίκα σου, όπως η εκκλησία υπακούει στον Χριστό; Φρόντιζε κι εσύ γι’ αυτήν όπως ο Χριστός για την εκκλησία.

Όση λοιπόν αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγάπη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου”.

Ο χριστιανικός γάμος λοιπόν είναι το “μυστήριο της αγάπης” γι’ αυτό και αντιπροσωπεύει την ίδια την αγιότητα της ζωής. Στο χριστιανικό γάμο οι δύο αγαπημένοι σύζυγοι δεν κοιτάζουν μόνο στα μάτια ο ένας τον άλλο. Κοιτάζουν μαζί και προς την ίδια κατεύθυνση, προς την Ανατολή που είναι ο Χριστός. Και με μια φωνή ως από ένα στόμα τον παρακαλούν και του λένε:

“Κύριε, κάνε αγαπώντας ο ένας τον άλλο να αγαπάμε Εσένα και μ Εσένα ολόκληρο τον κόσμο”. Και θητεύουν σ’ αυτό το συζυγικό χρέος ως την έσχατη ώρα.

Στον χριστιανικό γάμος οι σύζυγοι “κοινωνούντες” της αυτής κλίνης γίνονται μια σάρξ και δημιουργούν την αρμονική ενότητα του αρχεγόνου προπτωτικού ανθρώπου.

Γι’ αυτό ο χριστιανικός γάμος είναι αδιάλυτος.

“Γυναίκα από ανδρός μη χωρισθήναι” (Α’ Κορ. ζ-7) γράφει ο Απόστολος Παύλος κατά παραγγελία του Κυρίου. Το ίδιο λέει και για τον άνδρα Μία μόνον αιτία-αιτία φυσική- δύναται να διαλύσει τον γάμο· ο θάνατος. Και αυτός ο θάνατος πολλούς εκ των χριστιανών συζύγων δεν είναι ικανός να τους χωρίσει. Ένα από τα ωραιότερα είναι το παράδειγμα της μητέρας του ιερού Χρυσόστομου. Είναι πολύ συγκινητικά τα λόγια που είπε στο παιδί της η Ανθούσα μέσα στο συζυγικό θάλαμο που το γέννησε. Τίποτε από όλα τα δεινά που έχει η χηρεία δεν με έπεισε να συνάψω δεύτερο γάμο να φέρω άλλον άνδρα στο σπίτι του πατέρα σου. Αλλά και μία δεύτερη αιτία -αιτία ηθική- δύναται επίσης να διαλύσει τον γάμο. Είναι εκείνη που ανατρέπει την ηθική και θρησκευτική βάση της συζυγίας και την οποία μόνη δέχεται και ο Ιησούς Χριστός. Είναι η αμαρτία της μοιχίας. “Τίμος ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος” (Εβρ. ιγ’ 4) παραγγέλλει ο Απόστολος των Εθνών. Ο Θεός που είναι δεσπότης και φύλακας του γάμου, όπως λέει ο Άγιος Αμβρόσιος, “δεν ανέχεται ίνα η κοίτη μιανθή”. Η απιστία του ενός συζύγου προς τον άλλον εθεωρείτο πάντοτε και είναι μια από τις πιο μισητές πράξεις. Στην αρχαία εποχή οι άπιστοι σύζυγοι, εκείνοι που εμίαιναν τη συζυγική τους κοίτη ονομάζονταν “στυγεροί” δηλαδή ό,τι χειρότερον μπορεί να είναι ο άνθρωπος.

Ο γάμος δεν είναι κάποιο “ιατρείο” ή ένα “ίδρυμα” όπου ο άνδρας ή η γυναίκα θα ζητήσουν τη θεραπεία τους από τις διάφορες ψυχολογικές, σεξουαλικές, ανισορροπίες, καταπιέσεις και τραυματικές εμπειρίες.

Στον γάμο ο ανθρώπινος πόθος, η ανθρώπινη αγάπη φωτίζεται από ένα νέο φως, το φως της Βασιλκείας του Θεού. Ο άνδρας με την επιθυμία του να αγαπήσει, να δημιοιυργήσει, να κάμει ένα άλλο πρόσωπο- τη γυναίκα του- ευτυχισμένο γίνεται ανάμεσά μας μια διαρκής υπόνηση της δημιουργικής αγάπης και της στοργικής πρόνοιας του Θεού.

Η θεολογία του γάμου μάς βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε πως η συνάντηση των φύλων-του άνδρα και της γυναίκας- δεν είναι μόνο μία φυσιολογική ή κοινωνική λειτουργία που υπάγεται σε φυσικούς ή νομικούς θεσμούς, αλλ’ είναι και πνευματική θεία λειτουργία με τεράστιες πνευματικές προεκτάσεις, που οδηγούν στην τελειότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό, το τέλειο είναι ν’ αγαπούν και οι δύο σύζυγοι τον Θεό. Να πηγαίνουν μαζί στην εκκλησία.

Να προσεύχονται. Να εξομολογούνται. Να μετέχουν στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Να έχουν κοινό πνευματικό πατέρα.

Μέσα στον γάμο πρέπει να πάρχει κοινωνία και αλληλομετάδοση των υλικών και πνευματικών αγαθών. Βέβαια δεν πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος έχει και τις αδυναμίες του. Κανένας άνθρωπος δεν είναι τέλειος. Για τις περιπτώσεις αυτές ισχύει ο αποστολικός λόγος: “Ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη” (Εφεσ. δ’ 2). Βέβαια η υπομονή που σώζει είναι αυτή που πηγάζει από την αγάπη και όχι από την ανάγκη. Από την ώρα του μυστηρίου μέχρι τον θάνατο οι σύζυγοι καλούνται να ζήσουν το μυστήριο της αγάπης με σύμπλοό τους τον Χριστό. Και επειδή “κραταιά ως θάνατος η αγάπη” (Άσμα ασμ. η’ 8) νικιέται και ο θάνατος από αυτήν και οι αγαπόμενοι εισέρχονται στην ουράνια Βασιλεία.

Στην ακολουθία του μυστηρίου του γάμου η τελευταία ευχή που απευθύνει ο τελετουργικός ιερέας στον Θεό είναι:

“Ο Θεός, ο Θεός ημών, ο παραγενόμενος εν Κανά Γαλιλαίας και τον εκείσε γάμον ευλογήσας... ανάλαβε τους στεφάνους εν τη Βασιλεία σου”.

Τα στέφανα του γάμου μας γίνονται προπομποί για μας στη Βασιλεία των ουρανών.