Του Παν. Βέμμου

Ο Mιχάλης Ρούλιος, όπως έλεγε, έζησε τρεις ζωές. Μεταφέρουμε τα λόγια του, αφηγούμενου τη ζωή του.

“Oρφανός από πατέρα έζησα τη φτώχεια, φορούσα το ίδιο κοντό παντελονάκι και ένα σάκκο ημέρα-νύχτα, καλοκαίρι-χειμώνα. Στο σχολείο τι γράμματα να μάθω όταν έβλεπα τον δάσκαλο διπλό από την πείνα. Μια μέρα στο σχολείο ο δάσκαλος μας είπε πως θα πάμε εκδρομή στην Αξό. Πηγαίνετε σπίτι σας να πάρετε φαγητό, μάς είπε. Γύρισα αμέσως και με ρωτάει ο δάσκαλος: «Δεν πήρες φαγητό;» Βγάζω από το τσεπάκι του σάκκου ένα κομμάτι άζυμη πίτα που την είχε ψήσει στην πλάκα η μάνα μου το πρωί και του τη δείχνω.

Όταν φτάσαμε στην Αξό με φωνάζει ο δάσκαλος ο Δραμουντάνης και μου δίνει μισή φρατζόλα ψωμί και 5-6 ψαρογάρους. Τα έφαγα, ήπια και νερό στην πηγή και την έκανα κόπανο. Τελειώνοντας το σχολείο πήγα μαντρατζής στα όρη. Ο παππούς μού παρήγγειλε ένα στιβάνι και η μάνα μου πλήρωσε το άλλο στον τσαγκάρη, τότε πρωτοφόρεσα στιβάνια.

Η δεύτερη ζωή ξεκίνησε με τον στρατό. Τριανταέξι Ανωγειανοί, η κλάση του ’40, παρουσιαστήκαμε στο Ρέθυμνο. Ο πόλεμος με βρήκε στην Κομοτήνη, αρχές Δεκέμβρη πήγαμε στη Φλώρινα με τρένο και από εκεί Κορυτσά στο μέτωπο. Κάναμε επίθεση, αφήσαμε τους γυλιούς και μείναμε 20 μέρες στα χιόνια μόνο με τη χλαίνη. Γλύτωσα από τους Ιταλούς που με τουφέκισαν στα 2 μέτρα, όχι όμως και από τα κρυοπαγήματα. Έμεινα δύο μήνες στα νοσοκομεία σε Θεσσαλονίκη και Δράμα. Γύρισα αρχές Φλεβάρη στην Κρήτη και παρουσιάστηκα στο Ρέθυμνο, δεν με έστειλαν όμως στο μέτωπο. Η εισβολή των ναζί με βρήκε στο Ρέθυμνο, στου Αλμπάνι το Μετόχι δώσαμε μάχη, τους εξολοθρεύσαμε παρά το γεγονός ότι σε λίγους είχαν δώσει όπλα και ελάχιστες σφαίρες. Με την κατάρρευση στα Χανιά, μας έδωσαν επ’ αόριστο άδεια, πήρα το όπλο μου και μαζί με άλλους συγχωριανούς επέστρεψα στο χωριό. Το κλίμα για αντίσταση ήταν ακμαίο στο χωριό. Οργανώθηκα στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, έγινα λίγο αργότερα μέλος του γραφείου του ΕΑΜ Ανωγείων. Όταν γκρέμιζαν σε κάποιον το σπίτι γιατί δεν πήγε στην αγγαρεία, εμείς σαν οργάνωση αμέσως σε μια εβδομάδα το είχαμε ξαναχτίσει. Είχαμε ραδιόφωνο, μαθαίναμε τις ειδήσεις και βγάζαμε δελτίο, έτσι κρατούσαμε ψηλά το ηθικό στο χωριό. Τροφοδοτούσαμε τους αντάρτες, φυλάγαμε σκοπιές έξω από το χωριό για να μην μας πιάσουν στον ύπνο οι Γερμανοί. Με την μάχη στο Σφακάκι αποτρέψαμε την σύλληψη και εκτέλεση πολλών κατοίκων του χωριού. Δεν μπορέσαμε όμως να αποτρέψουμε την καταστροφή, γιατί δεν υπήρχε σύμπνοια με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. Μετά την απελευθέρωση ήρθαν δύσκολα χρόνια. Ο εμφύλιος, η τρομοκρατία ατομική και συλλογική φούντωσε, ποιος ξεχνά τα γεγονότα στην ηλεκτρική; Εγώ πέρα από αυτά έχασα ως στρατιώτη του Εθνικού Στρατού και τον αγαπημένο μου αδελφό.

Η τρίτη μου ζωή άρχισε αμέσως μετά, προσπαθώ να διορθώσω το κατεστραμμένο μας σπίτι, πηγαίνω στα μεροκάματα για να ζήσουμε. Τότε μας δίναν δύο οκάδες κριθάρι την ημέρα σε ζευγάρι και ζευγολάτη. Χτίζω σπίτι, απαραίτητο για να δημιουργήσεις οικογένεια. Η περισσότερη δουλειά περνά από τα χέρια μου. Φυτεύω αμπέλια, σουλτανί, μουρέλα, κάνω μποστάνια. Παντρεύομαι με την Ακριβή τη Χαιρέτη που στάθηκε άξια δίπλα μου. Οι αριστεροί στο χωριό είχαμε αλληλεγγύη και δύναμη. Πρωτοστατήσαμε στην ίδρυση του γεωργικού συνεταιρισμού και υπερασπιστήκαμε τα δίκαια συμφέροντά μας, παλέψαμε και ιδρύσαμε Γυμνάσιο για να μορφωθούν τα παιδιά μας και να δουν καλύτερες μέρες. Δεν ξεχάσαμε τους φυγόδικους, τους κρύψαμε, τους προστατεύσαμε. Θα ήταν άδικο αν δεν έλεγα ότι σε αυτό μας βοήθησαν και άλλοι που δεν πίστευαν τα ίδια, ιδιαίτερα στις δύσκολες περιπτώσεις. Αντιμετωπίσαμε τον κρατικό αποκλεισμό, αφού είχαμε την κόκκινη μολυβιά. Οι συγχωριανοί μού έδειξαν εμπιστοσύνη και με εξέλεξαν στη διοίκηση του γεωργικού συνεταιρισμού, οι σύντροφοί μου δε στην θέση του γραμματέα της ΕΔΑ. Έτσι άλλαξαν σιγά - σιγά τα πράγματα ιδιαίτερα δε μετά τη μεταπολίτευση και αναγνωρίστηκαν σε έναν βαθμό οι αγώνες μας. Αυτή είναι η παρακαταθήκη που αφήνω στα παιδιά μου και στους νέους».

Ο Ρουλομιχάλης ήταν άκαμπτος στις αρχές του όχι μόνο τις ιδεολογικές αλλά και τις κοινωνικές. Ήταν αντίθετος στην κλοπή, στην οπλοκατοχή και οπλοχρησία. Ήταν κυνηγός με τη βέργα, δεν είχε ούτε τσιφτέ. Τα όπλα έλεγε, το χρησιμοποίησα όταν έπρεπε. Ήταν σκληρός, ταπεινός και αισιόδοξος, γι αυτό όχι μόνο επιβίωσε αλλά άφησε το ιδιαίτερο στίγμα του στην τοπική κοινωνία. Ήταν ψύχραιμος, τόνιζε δε την αναφορά του Γκιόργκι Δημητρόφ «έχασες την ψυχραιμία σου, έχασες τα πάντα». Ο Ρουλομιχάλης θα ζει στη μνήμη μας από τις πράξεις του και τις αναφορές του. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη μαρτυρία του στην καταστροφή του χωριού στην ταινία του φίλου και συντρόφου Λευτέρη Χαρωνίτη και τη δραπέτευσή του από το εκτελεστικό απόσπασμα Γερμανών και Γκεσταμπιτών. Κλείνουμε αυτή μας την αφήγηση με μια μαντινάδα του ίδιου που ήταν ο απολογισμός της ζωής του:

“Έσυρα βάσανα πολλά σε τουτονά τον τόπο,

μα αφού τον στόχο πέτυχα, χαλάλι να ‘ναι ο κόπος”.