
Μία από τις ευχάριστες εκπλήξεις και μία από τις μεγάλες απογοητεύσεις της χρονιάς, ανάμεσα στις τρεις καινούριες ταινίες της εβδομάδας.
ΤΡΕΞΕ! - GET OUT
Σκην.: Τζόρνταν Πιλ.
Πρωτ.: Ντάνιελ Καλούγια, Άλισον Γουίλιαμς, Κάθριν Κίνερ, Μπράντλι Γουίτφορντ.
Η λευκή Ρόουζ φέρνει για πρώτη φορά στο πατρικό της τον μαύρο σύντροφό της, Κρις, όπου οι γονείς της τον υποδέχονται με ζεστασιά. Όμως σύντομα ο Κρις αρχίζει να παρατηρεί γεγονότα που είναι κάτι παραπάνω από ασυνήθιστα και του δημιουργούν υποψίες για μια κρυμμένη πραγματικότητα που δε μπορεί να φανταστεί.
Θρίλερ τρόμου, που αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του 38χρονου αμερικανού κωμικού ηθοποιού Τζόρνταν Πιλ, σε δικό του πρωτότυπο σενάριο, που συνθέτει μια ευφάνταστα τρομακτική κι αγωνιώδη αλληγορία για τις φυλετικές σχέσεις στις σημερινές Η.Π.Α.
Η εξεζητημένη κι ελαφρώς συγκεχυμένη λύση του μυστηρίου παραμένει θεμιτή στο ειδολογικό πλαίσιο της ταινίας, χωρίς να ζημιώνει τις εξαιρετικές ερμηνείες απ’ όλο το καστ, το έξυπνο κι ισορροπημένο χιούμορ και τα επιμέρους ευρήματα της πλοκής. Η φαντασία του Πιλ επιβραβεύτηκε στα ταμεία, αφού με μόλις 5 εκατομμύρια προϋπολογισμό, η ταινία έχει συγκεντρώσει μέχρι σήμερα πάνω από 136 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, χωρίς να ετοιμάζεται να σταματήσει σύντομα.
Σε μια μάλλον λεπτομερειακή παρατήρηση, κατά τη θέαση της ταινίας μού ήταν αδύνατο να παραβλέψω την ομοιότητα της 29χρονης Γουίλιαμς με τη 45χρονη πλέον Αμάντα Πιτ, ενώ ο Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς που υποδύεται τον αδερφό της, θα μπορούσε άνετα να είναι γιος του Μπραντ Πιτ, όχι τόσο λόγω φυσιογνωμίας όσο φωνής, εκφοράς και κίνησης.
Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ - BEAUTY AND THE BEAST
Σκην.: Μπιλ Κόντον
Πρωτ.: Έμα Γουότσον, Νταν Στίβενς, Λουκ Έβανς, Γιούαν Μαγκρέγκορ, Γκούγκου Μπάθα-Ρω, Έμα Τόμσον, Στάνλεϊ Τούτσι.
Αναζητώντας τον πατέρα της που χάθηκε μέσα στο δάσος, η όμορφη, έξυπνη και δυναμική Μπελ, φτάνει στο κάστρο του τρομακτικού Τέρατος, το οποίο τον κρατάει φυλακισμένο.
Ρομαντικό κωμικό μιούζικαλ, που αποτελεί ακόμα μία από τις πολυάριθμες κινηματογραφικές μεταφορές που έχει γνωρίσει το πασίγνωστο γαλλικό λαϊκό παραμύθι, το οποίο αποκρυσταλλώθηκε στη σημερινή του μορφή το 1756 από τη Ζαν-Μαρί Λεπρένς ντε Μπωμόν. Η πιο πρόσφατη ήταν αυτή του 2014 από τον Κριστόφ Γκανς με πρωταγωνιστές τη Λέα Σεντού και τον Βενσάν Κασέλ, μια όμορφη αλλά άνιση διασκευή που πέρασε απαρατήρητη.
Η Disney από την πλευρά της, συνεχίζει την εμπορικά επιτυχημένη τακτική των τελευταίων χρόνων, να διασκευάζει σε ζωντανή δράση παλιότερους κλασικούς της τίτλους κινουμένων σχεδίων. Εδώ σειρά έχει η ομώνυμη ταινία που σκηνοθέτησαν το 1991 οι Γκάρι Τράουσντεϊλ και Κερκ Γουάιζ, κι η οποία κέρδισε δύο Όσκαρ, μουσικής και τραγουδιού, για το σάουντρακ που συνέθεσε ο Άλαν Μένκεν, το οποίο περιλάμβανε το ομότιτλο τραγούδι που έγραψε με τον Χάουαρντ Άσμαν και τραγούδησαν η Σελίν Ντιόν με τον Πίμπο Μπράισον. Ωστόσο, παρά την ‘ευγενή καταγωγή’ του, το φετινό φιλμ κατά τη γνώμη μου παραμένει διεκπεραιωτικό, χωρίς την καρδιά του καλύτερου μέχρι στιγμής ριμέικ του στούντιο, που νομίζω ότι παραμένει η «Σταχτοπούτα» («Cinderella», Κένεθ Μπράνα, 2015).
Η ταινία του Κόντον τηρεί όλους τους ‘κανόνες’ και τις γνώριμες υψηλές αισθητικές προδιαγραφές της Disney, αναδεικνύοντας ως ουσιαστικούς πρωταγωνιστές τον συνθέτη Μένκεν, την ενδυματολόγο Ζακλίν Ντουράν και τη σχεδιάστρια παραγωγής Σάρα Γκρίνγουντ, που εντυπωσιάζουν με τη δουλειά τους. Κατά τ’ άλλα, το μοντάζ της Βιρτζίνια Κατς μού φάνηκε άνευρο, η ταλαντούχα και χαριτωμένη Γουότσον γενικώς ‘άχρωμη’ ως κι αμήχανη σε κάποια πλάνα, ενώ ο Στίβενς αναξιοποίητος, αφού η φωνή του είναι ούτως ή άλλως παραποιημένη κι η αποκάλυψή του στο τέλος απογοητευτικά διεκπεραιωτική, μ’ ένα χαμόγελο στα όρια του χαζοχαρούμενου και μακριά μαλλιά που αδικούν αντί ν’ αναδεικνύουν την ομορφιά του. Κι επειδή αναφέρθηκα προηγουμένως στους κανόνες που επιβάλλουν οι συμβάσεις μια οικογενειακής ταινίας κι επιπλέον αυτές που επιβάλλει η Disney στον εαυτό της, το στούντιο δεν τους ακολουθεί μόνο αλλά σπάει κι έναν απ’ αυτούς, εισάγοντας τον πρώτο του εμφανώς και δηλωμένο ομοφυλόφιλο χαρακτήρα, με μια παρουσία πιο διακριτική απ’ ό,τι αφήνει να διαφανεί η υστερία των ομοφοβικών περιοχών όπως η Ρωσία, η Μαλαισία κι ένας κινηματογράφος στην Αλαμπάμα, που περιόρισαν την έκθεση της ταινίας ή την απαγόρευσαν εντελώς. Έστω και διστακτικά πάντως, αυτή η προσθήκη είναι ευπρόσδεκτη ως μία από τις παραλλαγές στο παραμύθι που φέρνει η φετινή εκδοχή, εύστοχα εκμοντερνισμένη ώστε ν’ αναδεικνύει μ’ έναν επιπλέον τρόπο το επιμύθιό της, για την αποδοχή της διαφορετικότητας και για τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη υπερβαίνει την εξωτερική εμφάνιση.
THE LAST FACE
Σκην.: Σων Πεν.
Πρωτ.: Σαρλίζ Θερόν, Χαβιέ Μπαρδέμ, Αντέλ Εξαρχόπουλος, Ζαν Ρενό.
Η Ρεν κι ο Μιγκέλ είναι δύο γιατροί που υπηρετούν στις εμπόλεμες ζώνες της Αφρικής, ερωτεύονται και προσπαθούν να μείνουν μαζί μέσα στη φρίκη ενός κατεστραμμένου κόσμου.
Η πέμπτη σκηνοθετική απόπειρα του 57χρονου Πεν, είναι ένα ανθρωπιστικό κι αισθηματικό δράμα που απέσπασε τις χειρότερες κριτικές στο περυσινό φεστιβάλ Καννών. Παρά τις καλές της προθέσεις και το σημαντικό της μήνυμα που κορυφώνεται στην εύστοχη ομιλία της Ρεν στο τέλος του φιλμ, η ταινία δυστυχώς δικαιώνει την άσχημη φήμη της, εξαιτίας της ασυνάρτητης πλοκής, του στομφώδους συναισθηματισμού, των διαλογικών κλισέ, της άγαρμπα παραστατικής βίας και της αδέξιας καθοδήγησης των ηθοποιών.

